ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΞΕΣΗΚΩΜΟΥ 1821

                  ΜΟΥΣΕΙΟ  ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΞΕΣΗΚΩΜΟΥ 1821

                               MIA ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΑΛΗ



              (Εν όψει του εορτασμού των 200 χρόνων από την Εθνεγερσία)

                                                        



                                           Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη  Επί.Δικηγόρου

                                          Πρόεδρου Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ.Ελλάδος

          

              Είναι ίδιο του χαρακτήρα και της ψυχολογίας  των  ανθρώπων  να ταυτίζουν τη ζωή τους, με αντικείμενα της καθημερινής ζωής και δράσηςτους .

             Τα αντικείμενα αυτά ενίοτε  όσο και αν είναι  φθαρμένα από τη χρήση και το χρόνο, συνήθως  δυσκολευόμαστε   να τα αποχωριστούμε.

 Αυτό κυρίως  συμβαίνει  με ηλικιωμένους  που συγκεντρώνουν και φυλάσσουν , φαινομενικά για μας  άχρηστα αντικείμενα  γι’  αυτούς και την ψυχολογία τους  απαραίτητα.

             Αντικείμενα   όμως σημαντικών προσώπων μετά από παρέλευση  χρόνων  έχουν  μεγάλη ηθική και ιστορική  αξία.

                Συλλέκτες που ξέρουν και εκτιμούν  παρόμοια αντικείμενα προσπαθούν να τα εξασφαλίσουν αφού γνωρίζουν, αυτοί κυρίως,   την  ηθική  και ιστορική αξία τους λόγω της σπανιότητας και  αποκτούν μουσειακό  ενδιαφέρον .

                Στην πόλη μας εκτός από τους ιδιώτες συλλέκτες  παλαιών  και σπανίων αντικειμένων που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον , υπάρχει  και λειτουργεί πολλά  χρόνια τώρα   στον 6ο όροφο του  Μεγάρου Λόγου και Τέχνης (6ος όροφος)  το Εθνολογικό Μουσείο Πατρών, έργο της Εθνολογικής Εταιρείας Πελοποννήσου  της οποίας σήμερα είναι πρόεδρος ο συμπολίτης Δικηγόρος, συγγραφέας και ιστορικός ερευνητής Χρήστος Μούλιας.


 

              Στη συλλογή  αυτή του  Μουσείου υπάρχουν και φυλάσσονται  διάφορα αντικείμενα πολλά από τα οποία και εκτίθενται, είναι  απόλυτα συνδεδεμένα με την τοπική μας ιστορία, κυρίως με  την επανάσταση και τους αγωνιστές του 21, με τους βαλκανικούς πολέμους, τον πόλεμο του 1940  και την Εθνική Αντίσταση.

            Τα  φυλασσόμενα και εκτιθέμενα  αντικείμενα,  είναι κυρίως  σπάνια χειρόγραφα, βιβλία, φωτογραφίες, πορτρέτα αγωνιστών, πολιτικών, στρατιωτικών και πνευματικών  ανθρώπων της περιοχής μας όπλα κ. λ. π.

     Είναι αντικείμενα που συντηρούν μνήμες και καταγράφουν μια ιστορική διαδρομή μέσα στο χρόνο των ανθρώπων που αγωνίστηκαν, και θυσιάστηκαν για να υπάρχει σήμερα ελεύθερη Ελλάδα.

    Το μουσείο  αυτό ιδρύθηκε  με πρωτοβουλία και με ιδιαίτερο μεράκι,  από εκλεκτούς συμπολίτες μας πριν από 35 και πλέον  χρόνια.

     Αξίζει ιδιαίτερη τιμητική αναφορά  σ’  αυτούς  μια και με  τις δικές τους ενέργειες πήρε σάρκα και οστά μια  ιδέα που όφειλαν  να  είχαν υλοποιήσει θεσμοθετημένοι φορείς  όπως ο Δήμος, η  Νομαρχία παλαιότερα, η Περιφέρεια τελευταία και τέλος  το Υπουργείο Πολιτισμού.

    Την πρωτοβουλία  ιδρύσεως της Εθνολογικής Εταιρείας που είχε σκοπό της  μεταξύ άλλων και την ίδρυση του Εθνολογικού Μουσείου,  είχαν οι  εξής συμπολίτες:

 Διονύσιος Τσερώνης, Γεώργιος Μπούρας, Κώστας Τρανταφύλλου,  Κώστας Παπασπυρόπουλος, Μάριος Πραπόπουλος, Θεόδωρος Παπαπαναγώτου, Δημήτρης Μπογδανόπουλος, Γιάννης Καραλής, Χρήστος Λαμπρόπουλος, Γεώργιος Σβέτσος, Γεώργιος Σταθάς, Χρήστος Παπαχρήστου , Πάνος Χρονόπουλος, Θωμάς Λαλαπάνος, Αλέκος Μπίκος, Γεώργιος Παπαγεωργίου, Ανδρέας Σταματόπουλος, Ανδρέας Σινούρης, Βασίλειος Σπηλιωτόπουλος και Νικόλαος Μπούμης.

      Ένας από τους ιδρυτές ήταν όπως σημειώνουμε και πιο πάνω  και   ο παλαίμαχος δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιάννης Καραλής που  απεβίωσε   τελευταίος.(τον αντικατέστησε στο Δ.Σ. η δημοσιογράφος κόρη του, Γωγώ Καραλή).

Σε μία  Γενική Συνέλευση της Εταιρείας   ο αείμνηστος Γιάννης Καραλής   είχε προτείνει και  επισημάνει   την αναγκαιότητα μεταστεγάσεως του Μουσείου σε ευρύτερο  και προσφορότερο χώρο για να είναι περισσότερο προσβάσιμος σε ενδιαφερομένους να το επισκεφτούν.

 Μάλιστα ,σημείωσε σε εκείνη την  πρότασή του  ότι ο Δήμος θα έπρεπε να αναλάβει πρωτοβουλία τόσο για την ανεύρεση κατάλληλου χώρου για την ανάπτυξη του μουσείου όσο και για την υιοθεσία του.

Η πρότασή του  αυτή  τότε, δεν έγινε αποδεκτή, την υιοθέτησε και την ψήφισε    μόνο  ο  συντάκτης του παρόντος .

Αντίθετα τα υπόλοιπα  μέλη της Συνελεύσεως συμπεριφέρθηκαν  σαν αποκλειστικοί  ιδιοκτήτες του Μουσείου και των εκθεμάτων  του ,που δεν ήταν διατεθειμένοι  να παραχωρήσουν τίποτε, ενώ αντίθετα αξίωναν επιχορηγήσεις από Δημόσιους φορείς για τη συντήρηση και λειτουργία του.

        Με δεδομένο ότι σήμερα δεν υπάρχουν μαικήνες και με πρόσφατο νόμο απαγορεύονται  επιχορηγήσεις ιδιωτικών Μουσείων από το Δημόσιο, η μόνη  ρεαλιστική λύση που απομένει είναι να γίνει αποδεκτή η πρόταση του εκ των ιδρυτικών μελών της Εθνολογικής Εταιρείας Γιάννη Καραλή.

                  

     Σαν τακτικό μέλος της  Εθνολογικής Εταιρείας από του έτους 1978  είμαι ενήμερος  των  προσπαθειών  για την απόκτηση  διαφόρων  σημαντικών αντικειμένων και  με αγορές ακόμη  καθώς και των  φιλότιμων  προσπαθειών  που έκαναν πάντα οι εκάστοτε διοικήσεις τόσο των παλαιοτέρων ετών όσων των πρόσφατων,  υπό την προεδρία του αείμνηστου ιστορικού της πόλης μας , Κώστα Τριανταφύλλου και  σήμερα   του συναδέλφου δικηγόρου και συγγραφέα Χρήστου Μούλια.

       Η  οριστική λύση  του προβλήματος που αντιμετωπίζει το Εθνολογικό Μουσείο  είναι  μία και μόνη. Ο Δήμος Πατρέων  πρέπει να υιοθετήσει το Μουσείο, να παραχωρήσει   η Εταιρεία  τα εκθέματα κατά χρήση και  να εξασφαλίσει   κατάλληλο χώρο για την ανάπτυξη των σημαντικών εκθεμάτων του  και να αναλάβει τη λειτουργία του σε καθημερινή βάση και σε πλήρες ωράριο.

          Να αναπτύξει το Μουσείο σε  άνετους  και ευρύχωρους χώρους  όπου θα μπορούν να  εκτεθούν και τα σημαντικής αξίας και σημασίας ενθυμήματα  και το λοιπό αρχειακό υλικό που υπάρχει και  φυλάσσεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη έτσι ώστε  τα κειμήλια  τόσο του Μουσείου  όσο και της Βιβλιοθήκης να αποτελέσουν  ένα  ενιαίο σύνολο ενθυμημάτων της τοπικής μας ιστορίας και ένα πόλο έλξης των μαθητών ,των  φοιτητών , των τουριστών, και των  εν γένει ενδιαφερομένων  επισκεπτών της πόλης , και της ευρύτερης περιοχής μας.

       Είναι άμεση και  επιτακτική ανάγκη να κινηθούν διαδικασίες εν όψει του εορτασμού της Επετείου των 200 χρόνων από την κήρυξη της Επαναστάσεως του 1821 έτσι ώστε να προβληθεί και να προβάλλονται στο εξής  η τοπική μας ιστορία μέσα από τα εκτιθέμενα  κειμήλια  της συλλογής του Εθνολογικού Μουσείου και της Δημοτικής Βιβλιοθήκης  και να γίνει κτήμα «ες αεί» των νεότερων οι οποίοι σήμερα κλυδωνίζονται σε αφιλόξενες ξέρες μιας στείρας γνώσης κι αυτής πλαστογραφημένης.

Να διδάσκεται  η τοπική μας ιστορία   στους νέους μας σε συνδυασμό με τα ιστορικά  μας κειμήλια, οι οποίοι δεν έζησαν τα γεγονότα που σηματοδότησαν την πορεία του νεότερου Ελληνισμού. Μ’ αυτό τον τρόπο παγιώνεται η γνώση της ιστορίας μας και δημιουργούμε στους νέους μας Εθνική-Πατριωτική συνείδηση.

Και τέλος θα θέλαμε να κάνουμε μια πρόταση για τη μεταστέγαση του Εθνολογικού Μουσείου στο  νεοκλασικό κτίριο που σήμερα στεγάζεται το Δημαρχείο της πόλης μας, το οποίο προβλέπεται να μεταφερθεί όπως και οι λοιπές   υπηρεσίες του Δήμου στο αναπαλαιωμένο κτίριο του Αρσάκειου Πατρών.

Έτσι το Εθνολογικό Μουσείο να αναδειχθεί πληρέστερα, θα είναι προσβάσιμο στο κοινό  και θα αποτελέσει ένα φωτεινό σημάδι μνήμης της νεότερης Ιστορίας του  Ελληνισμού.

      Ελπίζουμε την πρόταση μας αυτή να υιοθετήσουν τόσο το Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνολογικής Εταιρείας όσο και ο Δήμαρχος με το Δημοτικό Συμβούλιο  της πόλης μας..

     Το ευχόμαστε…

 

 

O ΔΗΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ ΤΙΜΩΡΗΣΕ ΔΗΜΑΡΧΟ ΤΗΣ

 

O ΔΗΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ  ΤΙΜΩΡΗΣΕ  ΔΗΜΑΡΧΟ ΤΗΣ

 


                                                 Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη Επιτ.  Δικηγόρου

                                                 Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών

 

            Η πόλη μας   οσάκις επιθυμούσε να τιμήσει κάποιο από τα παιδιά της που συνετέλεσαν  στην ανάπτυξή της ή διακρίθηκαν στα γράμματα και τις τέχνες  έστηνε προτομές, ανδριάντες. αναμνηστικά ηρώα και μνημεία.

 

Κάθε φορά με βάση  εισηγήσεις τοποθετούσε   σε διάφορα περίοπτα σημεία της πόλης  τιμητικά «σήματα» για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της  στο το πρόσωπο  εκείνο που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορική της διαδρομή.

 

Μια παρόμοια προσωπικότητα  αδιαμφισβήτητου  κύρους και προσφοράς  υπήρξε και εκείνη   του  Δημάρχου Πατρέων  Δημητρίου Βότση. Ο Δήμαρχος Δημήτριος Βότσης γεννήθηκε στην πόλη μας  το 1847 από οικογένεια η οποία κατάγονταν  από την Παραμυθιά της Θεσπρωτίας. ΄Ήταν γιος του Αθανασίου και της Ελένης Βότση, από τους πρώτους οικιστές  της πόλης  μετά την ερήμωση της από την  επανάσταση του 21.

         

       Σπούδασε νομικά και  άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου  στην πόλη μας  ενώ χρημάτισε  πάρεδρος στο  Πρωτοδικείο  Πατρών.

          Εκλέχθηκε για πρώτη φορά Δημοτικός Σύμβουλος  το 1891  και  Πρόεδρος του Δημοτικού συμβουλίου. Το 1895 εκλέχτηκε  Βουλευτής με το ψηφοδέλτιο  του Αχιλλέα Γεροκωστόπουλου.

Το 1899 εκλέχτηκε  Δήμαρχος Πατρέων  και  επανεκλέχτηκε για  δύο ακόμη θητείες, το 1903 και  το 1907. Η τελευταία του θητεία παρατάθηκε λόγω των Βαλκανικών πολέμων μέχρι το 1914.

         

           Το 1914, έθεσε   πάλι υποψηφιότητα για Δήμαρχος  πλην όμως  έλαβε  λιγότερες ψήφους από τον αντίπαλό του Δημήτριο Ανδρικόπουλο Μπουκαούρη και φυσικά δεν εκλέχτηκε.

 

           Στη  διάρκεια της θητείας του η τότε κυβέρνηση επιχείρησε να του αποσπάσει    τα έσοδα του Δήμου   για  να καλύψει δημόσιες δαπάνες  αλλά μετά από μεγάλο αγώνα    ο Βότσης το  απέτρεψε.

          Είχε βραβευτεί για την πολιτιστική του δράση από την Ιταλική κυβέρνηση με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού της Σωτήρος  .

          Απεβίωσε την  28η Οκτωβρίου του 1917.

 

          Μεταξύ των έργων  του είναι και τα εξής:

 

          -Άρχισε την  ανέγερση του νέου ιερού ναού του Αγίου Ανδρέα. Ως βουλευτής εισηγήθηκε  την ανέγερσή του   και το 1908 θεμελιώθηκε   από τον τότε Βασιλέα  Γεώργιο τον Α'

 

          - Ίδρυσε   τα Δημοτικά σφαγεία στην Ακτή Δυμαίων,

 

           -Αγόρασε το σημερινό Δημαρχιακό μέγαρο.

 

           - Έκτισε   το πτωχοκομείο στην Ακτή Δυμαίων,

 

           -Ρυμοτόμησε τις  συνοικίες της πόλης,

 

           -Κατασκεύασε  νέα δεξαμενή στο Κάστρο.

 

            -Κατασκεύασε  υπονόμους  μήκους 12 χιλιομέτρων.

 

             -Αγόρασε τους στρατώνες στα «Σύνορα» που υπάρχουν και σήμερα,

 

             -Φρόντισε την εμφάνιση της πόλης,

 

             -Δεντροφύτεψε τις πλατείες.

 

             -Τοποθέτησε  δημοτικούς φανούς,

 

              -Ασφαλτόστρωσε τους δρόμων που μέχρι τότε ήταν χωμάτινοι.

 

              - Διαρρύθμισε την Πλατεία Όλγας.

 

              -Έφερε το 1902 τον ηλεκτρισμό στην πόλη  κατασκευάζοντας το εργοστάσιο αεριόφωτος στην Κρύα των Ιτιών.

 

              -Τοποθέτησε τους πρώτους λαμπτήρες στην Πλατεία Γεωργίου Α΄ και στην οδό Μαιζώνος

.

              - Έφερε το Τραμ στην πόλη  το 1902 αντικαθιστώντας τους ιππήλατους σιδηρόδρομους που υπήρχαν με ηλεκτροκίνητους

,

              -Μείωσε την τιμή του νερού και καθιέρωσε μειωμένο τιμολόγιο κατά 50% για τους φτωχούς

 

            - Ίδρυσε  στις 14 Μαΐου του 1908την   αρχαιότερη στην Ελλάδα Δημοτική  Βιβλιοθήκη.

 

              Αυτόν τον πανάξιο Δήμαρχο της    τίμησε  η πόλη των Πατρέων δίδοντας το όνομα του σε μια οδό ενώ κατασκεύασε με λαϊκή εισφορά κι έστησε  το 1918 την προτομή του σε  περίοπτη θέση  στην Πλατεία Τριών Συμμάχων.

 

 Η προτομή του αυτή  παρέμεινε στην ίδια θέση μέχρι το Μάιο του 2.000 οπότε  και  απομακρύνθηκε  από την τότε Δημοτική Αρχή   και   μεταφέρθηκε σε  μια  ήσυχη, χωρίς επαρκή φωτισμό  και απόμερη γωνιά στη διασταύρωση των οδών   Βότση και  Όθωνος- Αμαλίας.  Είχε προηγηθεί    τον Ιούλιο του  1991 μια  σοβαρή  βεβήλωσή της προτομής  (απεκόπη τελείως η κεφαλή )  από νεαρό   συμπολίτη   και την παρέα του μετά από ένα  ολονύκτιο γλέντι.

 

         Αντί να τιμωρηθεί ο   νεαρός  για τη βεβήλωση,  τιμωρήσαμε και προσβάλαμε σαν πόλη  τον  αείμνηστο  Δήμαρχο Δημήτριο Βότση με την μεταφορά της προτομής του σε μια απρόσιτη  γωνιά, κατά παρόμοιο  τρόπο με εκείνον  που οι δάσκαλοι  στο παρελθόν    θέλοντας να  τιμωρήσουν  τους άτακτους  μαθητές  τους υποχρέωναν σε ορθοστασία   στη γωνία της αίθουσας .Θεωρώ  ανεπίτρεπτη  και προσβλητική τη  μεταφορά της προτομής του σημαντικού εκείνου Άρχοντα της πόλεως Δημητρίου  Βότση.

 

       Κάνω έκκληση στον νεοεκλεγέντα Δήμαρχο της πόλης Γιάννη Δημαρά να αναλογισθεί τη βαρύτητα της προσβολής και να επαναφέρει την προτομή του  πάλαι ποτέ Δημάρχου της πόλεως Δημητρίου Βότση στη θέση που τον έστησε το 1918 σύμπας ο λαός της πόλεως σε μια «σοβαρή, επιβλητική σε λαϊκότητα και μεγαλοπρεπή τελετή»(Νεολόγος 3-12-1918)

 

 (Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες της πόλης μας χωρις

Να υπαρξει καμιά αντιδραση εκ μέρους της Δημοτικής Αρχής μέχρι σήμερα και αντί για τον Ανδριάντα του Μέγιστου των Δημάρχων της Πάτρας φιγουράρει ένα ρολόι μοντέρνας τέχνης….

Οποία κατάπτωση στους καιρούς μας!....)

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΟΤΣΗΣ Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΤΩΝ ΔΗΜΑΡΧΩΝ

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΟΤΣΗΣ Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΤΩΝ ΔΗΜΑΡΧΩΝ


 

 

                              Βασίλη Λάζαρη Καθηγητή-Ιστορικού Συγγραφέα


 

                 Η εισήγησή μου αναφέρεται στον  Δημήτριο Βότση, ο οποίος δίκαια θεωρείται ως ο σημαντικότερος δημοτικός άρχοντας ,που γνώρισε ποτέ η Πάτρα. Στο Δημαρχιακό αξίωμα ανέβηκε για πρώτη φορά κερδίζοντας τις δημοτικές εκλογές της 5ης του Σεπτέμβρη του 1899 και αφήνοντας δεύτερον σε μια πεισματική αναμέτρηση τον Θάνο Κανακάρη  ,ο οποίος, όπως και ο Γεώργιος Ρούφος και ο Περικλής Καλαμογδάρτης και άλλοι προγενέστεροί του, εξέφραζε σε τοπικό επίπεδο τον χρεοκοπημένο φεουδαρχικό κόσμο και την ομάδα  εκείνη των μεγαλοαστών, που είχε συμβιβαστεί μαζί του.

Ο πατριάρχης της πατραϊκής δημοσιογραφίας  Κωνσταντίνος Φιλόπουλος είχε επανειλημμένα  ασχοληθεί στην εφημερίδα του «Φορολογούμενος» με την αναγκαιότητα της απαλλαγής  της τοπικής δημαρχίας από την κυριαρχία του φθαρμένου παλαιοκομματισμού,δε3δομένου ότι σύμφωνα με την άποψή του η δημοτική αρχή γενικά αποτελούσε βασική πηγή της λαϊκής εξουσίας και πρωτογενή εστία ελευθερίας. Τόνιζε μάλιστα ο Φιλόπουλος στη μαχητική αρθρογραφία του, ότι δυστυχώς η εν λόγω αρχή εκφραζόταν μέχρι τότε στην Ελλάδα ως συνεταιρισμός  ενός ανδρός με επιρροή ή με όνομα προς κάποιο όμιλο ανθρώπων, οι οποίοι θα βοηθούσαν να σκαλώσει στη δημαρχιακή πολυθρόνα με συγκεκριμένα ανταλλάγματα.

Ο όμιλος αυτός, σύμφωνα πάντα με τον Φιλόπουλο, θα απειλούσε, θα υποσχόταν, θα ραδιουργούσε, θα μιλούσε  για δημοτικές ελευθερίες, για την αναγκαιότητα της αυτοδιοίκησης και για τα απαράγραπτα δικαιώματα των ανθρώπων της εργασίας. Όταν όμως θα κέρδιζε την δημαρχία ο εκλεκτός του, τότε θα καρπωνόταν τα υλικότερα δημοτικά οφέλη και στους φίλους του θα πρόσφερε ύποπτες προμήθειες και διορισμούς.

Ο Βότσης απετέλεσε την άρνηση αυτής της απαράδεκτης κατάστασης των τοπικών δημοτικών πραγμάτων, παρά το γεγονός ότι οι πολιτικές του αντιλήψεις δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως διαπνεόμενες από ρηξικέλευθα οράματα.

Είχε γεννηθεί το 1847 στο Τσιβδί, υπήρξε δε γιος του Αθανασίου Βότση από τους πρώτους οικιστές της Πάτρας, με ρίζες από την Παραμυθιά της Ηπείρου. Σε ηλικία 22 ετών εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στις τάξεις των πατρινών δικηγόρων ως πρώτη του δε αξιόλογη πολιτική πράξη θεωρείται η συμμετοχή του σε ομάδα 52 συναδέλφων του, οι οποίοι είχαν καταδικάσει  τους περιβόητους «στηλίτες» του Βούλγαρη με κοινή δήλωση τους στον τοπικό τύπο.

Όταν ο Βότσης ανέλαβε τα δημαρχιακά του καθήκοντα, διαπίστωσε ότι οι προκάτοχοί του από το 1870 και δώθε είχαν αφήσει  στο Δήμο πολλά ανεξόφλητα χρέη. Το γεγονός τούτο του δημιούργησε πολλά προβλήματα, τελικά όμως  κατόρθωσε να εξοφλήσει όλα τα παλιά κινητά χρέη του Δημαρχείου πληρώνοντας συνολικά 1.350.000 δραχμές, ενώ ελάττωσε παράλληλα το πάγιο δημοτικό χρέος κατά ένα εκατομμύριο και πλέον.

Ο Βότσης παρέμεινε δήμαρχος 15 χρόνια, από το 1899 μέχρι το 1914,οπότε αντικαταστάθηκε στο αξίωμά του από τον Δημήτριο Ανδρικόπουλο - Μπουκαούρη. Οι συμπολίτες του έτρεφαν απέναντί του ιδιαίτερη εκτίμηση, τούτο όμως δεν υπήρξε αρκετό, για να αντισταθμίσει τον δυσμενή αντίκτυπο, που είχε προκαλέσει η καταφανής απροθυμία του να γίνει φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου, σε μια εποχή, κατά την οποία κυριαρχούσε απόλυτα στο ελληνικό πολιτικό στερέωμα ο μεγάλος εκείνος άνδρας. ΄Έτσι ,έχασε στις δημοτικές εκλογές του Φλεβάρη του 1914,παρά το ξεχωριστό έργο ,που είχε επιτελέσει.

Ο Βότσης διακρινόταν γενικά για τις συντηρητικές του αντιλήψεις γύρω από συγκεκριμένα πολιτική και κοινωνικά θέματα. Ήταν ,για παράδειγμα, αντίθετος στην καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας  για τους εργαζομένους-οι αντικειμενικές όμως συνθήκες τον είχαν τελικά υποχρεώσει να μην αντιδράσει  στην εφαρμογή των σχετικών κυβερνητικών αποφάσεων, αλλά αντίθετα, να ζητήσει την επέκταση της ισχύος τους και στην Πάτρα, «καίτοι» όπως αναφέρεται  στα πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου, «εφρόνει, ότι το ζήτημα της Κυριακής αργίας θα απέβαινεν επιβλαβές εις την εμπορικήν κίνησιν της πόλεως»(1)

Ο συντηρητισμός του Βότση καταφαίνεται σε ένα πλήθος καταγραφών των εν λόγω  πρακτικών ,όπου μεταξύ άλλων αναλώνεται σε αφειδώλευτους επαίνους για την Εθνική Τράπεζα, η οποία, όπως έγραφε παλιότερα η έγκυρη πατραϊκή εφημερίδα «Φορολογούμενος»,δεν  είχε ποτέ υψωθεί σε σφαίρα της μπακαλικής κερδοσκοπίας(2),αλλά όπως υποστήριζε ο Βότσης, αποτελούσε το ευεργετικώτερον εν Ελλάδι πιστωτικόν ίδρυμα».Στους σπίνους του πατρινού δημάρχου περιλαμβανόταν, όπως ήταν φυσικό και ο Στέφανος Στρέιτ, διοικητής της εν λόγω Τράπεζας και γνήσιος εκφραστής των απόψεων του ελληνικού τραπεζικού κεφαλαίου-εξ αιτίας όχι της ανάγκης κάποιας τυπικής προς αυτόν φιλοφρόνησης αλλά της απόλυτης σύμπτωσης των απόψεων  των δύο αυτών ανδρών σχετικά με τους τρόπους αντιμετώπισης των διαφόρων πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων(3).

Ο συντηρητισμός του Βότση υπήρξε περισσότερο φανερός στη στάση του απέναντι στα Ανάκτορα. Είχε προετοιμάσει μεγάλη υποδοχή στον Γεώργιο Α΄, όταν εκείνος το Μάη του 1907 είχε έλθει από την Κέρκυρα στην Πάτρα  προκειμένου να παραδώσει σε λαμπρή τελετή την πολεμική σημαία στο 12ο Σύνταγμα. Του είχε επίσης οργανώσει την ίδια υποδοχή, όταν εκείνος επισκέφθηκε και πάλι την αχαϊκή πρωτεύουσα τον επόμενο χρόνο, ενώ τον διάδοχο Κωνσταντίνο τον είχε παρουσιάσει ως τον κυριότερο συντελεστή των νικών του ελληνικού στρατού στους βαλκανικούς πολέμους και είχε προτείνει σε ειδική συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου να δοθεί το όνομα του στην πλατεία Τριών Συμμάχων.

Στην εν λόγω συνεδρίαση δεν είχε παραλείψει βέβαια, προφανώς για λόγους τακτικής, να επαινέσει και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, χαρακτηρίζοντάς τον «πρωτεργάτην                                        της αναστάσεως του Γένους, ελευθερωτήν του αλυτρώτου ελληνισμού και υπέροχον αληθώς διάνοιαν»  και ζητώντας παράλληλα να μετονομασθεί σε οδό Ελευθερίου Βενιζέλου η οδός Ερμού. Δεν αντέκρουσε όμως τον πολιτικό του φίλο και δημοτικό σύμβουλο Κανέλλο Κανελλόπουλο, πατέρα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ,όταν αυτός, διατυπώνοντας αντιρρήσεις σχετικά με την μετονομασία του κεντρικού εκείνου δρόμου της πόλης ,ανέφερε στην ίδια συνεδρίαση, ότι έπρεπε το  δημοτικό συμβούλιο να περιορισθεί «εις την αποστολήν προς τον κύριον πρωθυπουργόν ενός θερμού συγχαρητηρίου τηλεγραφήματος και να αναβάλη άλλην απόφασιν, αφού το πολιτικόν και διπλωματικόν μέρος του εθνικού ζητήματος δεν είχε τελειώσει ώστε ακόμη και δεν ηξεύρομεν, μη τυχόν ευρεθώμεν ,προτού φθάσωμεν εις το τέλος ενώπιον βαράθρου»(4)

Οι βαλκανικοί πόλεμοι ωστόσο, παρά τις επιφυλάξεις του δημοτικού συμβουλίου οδήγησαν σε ευτυχείς λύσεις για την ελληνική πλευρά, όχι μόνο στο στρατιωτικό αλλά και στο πολιτικός και διπλωματικό πεδίο. Είχαν  όμως παράλληλα δημιουργήσει και αρκετά οικονομικά προβλήματα σε πολλές  πατραϊκές οικογένειες, για  τις οποίες εν τούτοις μεριμνώντας ανυστερόβουλα ο Βότσης, είχε ζητήσει από το δημοτικό συμβούλιο την οικονομική ενίσχυση των εν λόγω οικογενειών, είχε εξασφαλίσει σχετική πίστωση  45.000 δραχμών και είχε εκφράσει την πεποίθηση, ότι «θα εισέφερον τον οβολόν των χάριν της ιερότητος του σκοπού και οι πλούσιοι πατρείς και τα εκκλησιαστικά συμβούλια  των πατραϊκών ναών, οι οποίοι οικονομικώς ευημέρουν»(5).

Ο συντηρητισμός της πολιτικής σκέψης του Βότση ίσως δεν του είχε επιτρέψει να συλλάβει σε όλη την έκταση της τη σημασία των συγκλονιστικών γεγονότων που διαδραματίσθηκαν στη διάρκεια της δημαρχίας του στην Ελλάδα και γενικότερα στη Βαλκανική. Φαίνεται ,ότι ο Βότσης δεν είχε ιδιαίτερα χαρίσματα πολιτικού, ενώ η εντιμότητά του δεν του επέτρεπε να απεμπολήσει της μέχρι τότε πολιτικές απόψεις του, όπως είχε συμβεί με αρκετά «λαμόγια» εκείνης της εποχής, που δεν είχαν δυσκολευτεί να εγκαταλείψουν τις παλιότερες πολιτικές θέσεις τους και να ασπασθούν τον βενιζελισμό, που τον αντιμετώπιζαν ως αναγκαία προϋπόθεση, για να διατηρηθούν ως σαπρόφυτα κάτω από τη σκιά του θριαμβεύοντος τότε κόμματος των Φιλελευθέρων.

Ο Βενιζέλος είχε επιχειρήσει απαρχής να πλήξει τον Βότση, όχι ασφαλώς για προσωπικούς λόγους. Επρόκειτο στην προκειμένη περίπτωση για καθαρά πολιτική ενέργειά του, ου προφανώς αποσκοπούσε στον παραμερισμό με την σπίλωση ενός τιμίου, δραστήριου και επομένως ισχυρού συντηρητικού πολιτικού αντιπάλου,  οποίος είχε κερδίσει με την ψήφο του λαού την ιδιότητα του πρώτου πολίτη σε ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα της χώρας.

Ο πατραϊκός τύπος, που ήταν ταγμένος σχεδόν ολοκληρωτικά στο πλευρό του Βενιζέλου, υπερασπίστηκε τότε τον Βότση-η τοπική εφημερίδα «Καυγή του Εκπνέοντος Ελληνισμού» είχε κατηγορήσει μάλιστα τον κρητικό πολιτικό ,ότι «προσεπάθει να δημιουργήσει  όχι μόνο εντός της Βουλής αλλά και δια των δημάρχων κόμμα(επιχειρών και δι’ αυτών) να χρίει και να μυρώνει βουλευτάς» (6) Η ίδια εφημερίδα σε προηγούμενο δημοσίευμα της είχε εξάλλου, τονίσει, ότι «ο κύριος Βενιζέλος, ωθών την πολιτικήν του εμπάθειαν μέχρις ακρότητος, είχε διατάξει τον γενικόν έλεγχον όλης της δωδεκαετούς διαχειρίσεως του κυρίου Βότση, διά να ανεύρη καταχρήσεις και σφετερισμούς»-και στη συνέχεια είχε σημειώσει ότι «εκ των πεντακοσίων δημάρχων του κράτους (ο κύριος πρωθυπουργός) μόνον τον δήμαρχον Πατρέων και τινας άλλους  του νομού  είχε θέσει υπό τα βέλη του»(7).

Ο Βότσης δεν ήξερε, αλλά και ούτε ήθελε να μάθει να ελίσσεται μέσα  στους σκοτεινούς δαιδάλους της αστικής πολιτικής πρακτικής εκείνης της εποχής—υπήρξε όμως πολύ καλός διαχειριστής αυστηρά προσδιοριζόμενων αντικειμένων, και στην προκειμένη περίπτωση των δημαρχιακών, και παράλληλα  έντιμος άνθρωπος και ειλικρινής φίλος των πατρινών.

Έτσι ο  δραστήριος αυτός δήμαρχος, επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για τη λειτουργία των 39 δημοτικών σχολείων της περιοχής, ξοδεύοντας γι’αυτό το σκοπό κατά μέσο όρο 170.000 δραχμές το χρόνο, ενώ το 1911 αγόρασε με 121.240 δραχμές  από το Ράλλη Μακρυγιάννη ,γόνο μεγαλεμπόρων, το σημερινό δημαρχιακό μέγαρο και ξόδεψε άλλες 13.497 δραχμές για τον εσωτερικό και εξωτερικό του διάκοσμο. Στις 18 του Σεπτέμβρη του 1910 εξ’ άλλου, άνοιξε την Δημοτική Βιβλιοθήκη που ιδρύθηκε με πυρήνα τους 5.000 τόμους της βιβλιοθήκης της Βιοτεχνικής Εταιρείας και απετέλεσε την πρώτη στην Ελλάδα Δημοτική Βιβλιοθήκη, όπως είχε αναφέρει μιλώντας στα εγκαίνιά της ,ο Σπυρίδων Λάμπρος.

Ο Βότσης κατέστησε με 48.858 δραχμές τον δήμο ιδιοκτήτη μεγάλων οικοπέδων κοντά στα Καντριάνικα, όπου το 1912 κτίσθηκαν οι στρατώνες που θεωρούνταν εντελώς απαραίτητοι για την πόλη. Με 74.000 δραχμές ,εξάλλου, ανακαίνισε το Δημοτικό Νοσοκομείο και ταυτόχρονα έκτισε και εξόπλισε το θεραπευτήριο μεταδοτικών νοσημάτων, ξοδεύοντας 29.000 δραχμές. Εγκατέστησε επίσης  το       Πτωχοκομείο σε νέο οικοδόμημα, κατασκευασμένο με έκτακτη συνδρομή 15.000 δραχμών, ενώ το 1903,αποκοπώντας,στην προστασία της δημοσίας  υγείας, ανήγειρε  σφαγεία με δαπάνη 212.000 δραχμών. Ένα χρόνο ενωρίτερα εγκαινίασε  τον τροχιόδρομο και την ίδια περίπου εποχή με το ποσό των 400.000 δραχμών διοχέτευσε το νερό των πηγών του Βελβιτσίου στην πόλη από απόσταση δέκα χιλιομέτρων. Με 72.000 δραχμές εξάλλου έκτισε νέα δεξαμενή, διπλασίας από την παλιά χωρητικότητας, με 82.000 δραχμές ανακαίνισε το εσωτερικό δίκτυο ύδρευσης, τοποθετώντας σωλήνες μεγάλου διαμετρήματος και με 7.000 δραχμές κατασκεύασε μικρά υδραγωγεία στα γύρω από την Πάτρα χωριά.

Ο Βότσης ενδιαφέρθηκε παράλληλα για την ανάπτυξη του εγχωρίου εμπορίου, φροντίζοντας για την κατάργηση του νόμου που επέβαλλε δημοτικό φόρο στα εισαγόμενα στο δήμο ώνια και εμπορεύματα, τα προοριζόμενα για τοπική κατανάλωση η τα προσωρινά αποθηκευμένα-ενός νόμου, που, όπως λέγονταν τότε είχε διώξει από την πόλη το εμπόριο. Κατόρθωσε επίσης αναφορικά με τα λιμενικά έργα ,να λύσει συμβιβαστικά τη διαφορά της λιμενικής επιτροπής με τον περιλάλητο Μανιάκ, που πήρε τελικά για την εξόφληση των αξιώσεών του μόλις ένα εκατομμύριο δραχμών αντί των δέκα εκατομμυρίων ,που ζητούσε.

Ο Βότσης είχε φιλοδοξήσει να φωταγωγήσει με ηλεκτρικό ρεύμα ολόκληρη την Πάτρα, ανυπέρβλητες όμως αντικειμενικές δυσκολίες δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει το συγκεκριμένο αυτό σχέδιό του. Κατόρθωσε ωστόσο την ηλεκτρική φωταγώγηση της πλατείας Γεωργίου και ενός μέρους της οδού Μαιζώνος το Πάσχα του 1907-γεγονός ,που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στους πατρινούς και ειδικά στους επιχειρηματικούς κύκλους της περιοχής.

Ο Βότσης εργάσθηκε επίσης για την ενίσχυση της τοπικής βιοτεχνίας και βιομηχανίας και ανέπτυξε δραστηριότητες  για τη λειτουργία μιας μόνιμης έκθεσης βιοτεχνικών και βιομηχανικών προϊόντων στην Πάτρα. Έτσι μαζί με τον ιστορικό εμπορικό σύλλογο «Ερμής» και την ιδρυμένη από το 1895 τοπική «Βιοτεχνική Εταιρεία» ενίσχυσε οικονομικά από τα αποθεματικά του πατραϊκού δήμου το θεμελίωμα αυτής της ιδιαίτερα σημαντικής για την εγχώρια αστική τάξη έκθεσης που άνοιξε τις πύλες της  την 1η του Μάη του 1900,χωρίς ωστόσο να προκαλέσει ιδιαίτερη συγκίνηση στην πλειοψηφία των πατρινών εμπόρων.

Ο Βότσης αντέδρασε έντονα, όταν τον Οκτώβρη του 1909 υποβλήθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο, με το οποίο καταργούνταν ουσιαστικά το λιμάνι της Πάτρας ως μεταναστευτικό και οριζόταν ως μοναδικό στην προκειμένη περίπτωση εκείνο του Πειραιά.

Στην Αχαϊκή πρωτεύουσα είχαν πραγματοποιηθεί ογκώδεις και θορυβώδεις διαδηλώσεις, που σε μια περίπτωση κορυφώθηκαν με καταστροφές και λεηλασίες-ενώ ο ίδιος ο Βότσης(αντίθετος από ιδιοσυγκρασία αλλά και επηρεασμένος από την μεγαλοαστική πολιτική του θέση απέναντι στις αχειραγώγητες λαϊκές εξάρσεις, που αρεσκόταν να τις χαρακτηρίζει «οχλοκρατικές» περιορίσθηκε ,με τη σύμφωνη γνώμη του Δημοτικού συμβουλίου ,να στείλει στον πρωθυπουργό και στον πρόεδρο της Βουλής τηλεγράφημα, στο οποίο διατυπωνόταν  «η εντονότατη διαμαρτυρία του Σώματος κατά του εν λόγω μέτρου, ολεθριωτάτου δια την πρόοδον των Πατρών»(8).

Το νομοσχέδιο για την μετανάστευση, παρά τις διαμαρτυρίες του Βότση και τα συλλαλητήρια, έγινε τελικά νόμος(προς επιβεβαίωση του φιλισταϊσμού, που κρύβεται πίσω από τις αστικοδημοκρατικές διακηρύξεις για τον  σεβασμό της λαϊκής θέλησης) το λιμάνι ωστόσο της Πάτρας, λόγω της διατήρησης των σχετικών αντικειμενικών και ακαταπολέμητων συνεπώς συνθηκών παρέμεινε τελικά μεταναστευτικό. Μέσα στην πόλη μάλιστα το 1910 λειτουργούσαν και πρόκοβαν πέντε πρακτορεία μεταναστεύσεων, κυρίως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες τους δυστυχείς μετανάστες του ευρύτερου πελοποννησιακού χώρου, πιεσμένους από την ανεπάρκεια του αγροτικού κλήρου αλλά κυρίως από την ανεργία η οποία αποτελούσε συνέπεια κατά βάση της σταφιδικής κρίσης που καταβασάνιζε εκείνη την εποχή τη χώρα.

Με το όνομα του Βότση είναι δεμένη και η υπόθεση του κτισίματος του νέου ναού του Αγίου Ανδρέα, για την ανέγερση του οποίου είχε εισηγηθεί στην Εθνοσυνέλευση όταν ήταν βουλευτής Αχαΐας, ειδικό νομοσχέδιο το οποίο αργότερα έγινε νόμος του κράτους. Ο δραστήριος αυτός δήμαρχος είχε προκαλέσει διαγωνισμό για την εκπόνηση σχεδιαγράμματος του ναού και είχε στη συνέχεια κατορθώσει για την εξοικονόμηση των  απαραιτήτων πόρων, την επιβολή ελαχίστου φόρου 30 λεπτών κατά χιλιόλιτρο πάνω στο εξαγόμενο από το λιμάνι της Πάτρας σταφιδόκαρπο.

Τα κεφάλαια του ναού στην Εθνική Τράπεζα; Έφτασαν τότε τις 488.000 δραχμές ενώ το 1918 είχαν αγγίξει με τους τόκους το ένα εκατομμύριο, εκτός των 250.000 οι οποίες είχαν ήδη δαπανηθεί για την οικοδόμηση της εν λόγω εκκλησίας.

Το πλήθος των φροντίδων του Βότση  για το κτίσιμο του νέου ναού του Αγίου Ανδρέου δεν πρόδιδε ωστόσο την ύπαρξη άριστων σχέσεων ανάμεσα στον πρώτο πολίτη της Πάτρας και στην τοπική επίσημη εκκλησία, της οποίας προκαθήμενος ήταν τότε ο Ιερόθεος Μητρόπουλος, παλιός καλόγηρος της μονής Ταξιαρχών της Αιγιαλείας και κατόπιν μαθητής του «αιρετικού» Αποστόλου Μακράκη. Το 1884 ωστόσο ο Ιερόθεος επανήλθε πλησίστιος στην ορθοδοξία και «απετάξατο» τον δασκαλό του, κληρονόμησε όμως από την έξαλλη διδαχή του το μένος κατά των μασόνων, τους οποίους, όπως είχε δηλώσει σε σχετική συνέντευξη του θεωρούσε τόσο ισχυρούς «ώστε να δύνανται ούτοι και τον λαόν να προκαλέσωσι και την ιεραρχίαν να εκμηδενησωσι».» Όπως τόνιζε μάλιστα στην  ιδία συνέντευξη του, «η έλλειψης στοιχειώδους από μέρους των μασόνων   ευπρεπείας και η συναδελφότης των μετ’ ανδρών μετεχόντων εις την διοίκησιν του κράτους τους έκαναν να μη λογαριάζουν ένα ιεράρχη, εκπληρούντα το καθήκον του, και να σπεύδουν, όπως προκαλέσωσιν εις τα φανερά πάλην μαζί του».(9).

 

MNHMH ΦΩΤΟΥ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΥ

 

 

MNHMH  ΦΩΤΟΥ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΥ

(1913- 1943-2013)


 

Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη Επιτ. Δικηγόρου

Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών

Τρεις ημερομηνίες καταλυτικές.

Η πρώτη (1913) χρόνος γέννησης του ποιητή Φώτου Πασχαλινού.

Η δεύτερη  (1943)  χρόνος που χαράχθηκε   το όνομά του στο    Πάνθεο των μαρτύρων του Ελληνισμού και

 η  τρίτη  (2013)  χρόνος  εκπλήρωσης οφειλόμενης  τιμής  στα εβδομηντάχρονα της δολοφονίας του από τους  Γερμανούς    στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας.

Ο Φώτος Πασχαλινός ( Θεοδώρος Ιωάν. Ζώρας) γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας  το έτος 1913. Στον Πύργο τελείωσε το Γυμνάσιο. Μετά  γράφτηκε στη Νομική Σχολή .Φοίτησε για τρία χρόνια.  Ο πόλεμος του 1940-1941 και οι μεταπολεμικές συνθήκες   δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Με την ποίηση ασχολήθηκε  από το Γυμνάσιο. Συνεργάστηκε με διάφορα περιοδικά της εποχής όπως τη «Νέα Εστία», ‘ «Πνευματική Ζωή» , «Νεοελληνικά Γράμματα» « Ηλειακά Χρονικά»  και εφημερίδες όπως τη «Νέα  Ημέρα» Πύργου, «Χαραυγή»  Αμαλιάδος κ.α. Έγραφε επίσης  ηθογραφικά διηγήματα και βιβλιοκρισίες  στον τοπικό τύπο και φιλολογικά άρθρα και επιφυλλίδες στον Αθηναϊκό.

Κατά τη δεκαετία 1930-1940 υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της πνευματικής ζωής που ανθούσε τότε στον Πύργο.

           Η μοίρα όμως  επεφύλασσε στον ποιητή Φώτο Πασχαλινό  έναν πολύ σκληρό θάνατο. Συνελήφθη από τους Γερμανούς την περίοδο της μαύρης κατοχής στην Αμαλιάδα και μετά από απάνθρωπα βασανιστήρια ,  το  Δεκέμβρη του 1943 εκτελέσθηκε στα Ψηλά Αλώνια της Πάτρας.

Οι Γερμανοί δεν του επέτρεψαν   να ολοκληρώσει  τον επιστημονικό και  τον πνευματικό του δρόμο.

Άφησε σε ξένα μα αγαπημένα χέρια αρκετά ποιήματά του, όπως ασφαλώς και τα  «Τριάντα ποιήματα»  μιας δεύτερης συλλογής που είχε αναγγείλει ο ίδιος την έκδοσή της.

Η πρώτη  είχε κυκλοφορήσει  το 1937.με τίτλο  «Επαρχιακά».

Το 1988   επανεκδόθηκε   από την  ΝΕΛΕ Ηλείας και το περιοδικό «Εκ Παραδρομής». Στην επανέκδοση   περιλαμβάνονται όλα τα ποιήματα της συλλογής του 1937 με  την  προσθήκη   πέντε ποιημάτων δημοσιευμένων    σε περιοδικά των Αθηνών,  ένα    κείμενο του  Ανδρέα Φουσκαρίνη για τη ζωή και το έργο του, και μια εργογραφία  του   Γιώργου  Γώτη.

          Κρίνω αναγκαίο   να  παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα κριτικής για τα  «ΕΠΑΡΧΙΑΚΑ» του   Τάσου Μαγδαληνού που δημοσιεύθηκε στο  περιοδικό  «ΑΧΑΪΚΑ».(σελ. 94-95   Β΄ τεύχος Ιούνιος 1937) 

Ο  Μαγδαληνός σημειώνει μεταξύ των άλλων και τα εξής: «…Σε  όλο το έργο του κυριαρχεί ένας τόνος σεμνός που μας μεταδίδει μια ειλικρινή συγκίνηση-τη συγκίνηση του ιδίου του ποιητή μπροστά στη ζωή και τις εκδηλώσεις της. Ο ορίζοντας  του βέβαια είναι περιορισμένος .Οι εμπνεύσεις του αντλούνται αποκλειστικά από τοπία, τα κάστρα, τις βρύσες, τα δειλινά, τα πρωινά, τις νύχτες, τις γιορτές, τις γειτονιές τις νέες και τους νέους της πατρίδας του, σε τρόπο που η ποιητική του συλλογή μπορούσε να γραφεί και προ πολλών ετών…… τα «Επαρχιακά» είναι μια ποιητική συλλογή με πηγαία και ειλικρινή διάθεση και ταυτόχρονα αποτελεί  μια συμπαθητική προσφορά στην προσπάθεια να δημιουργηθεί επαρχιακή πνευματική κίνηση..»

Θα αποτελούσε παράληψη αν     στη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννησή  και εβδομήντα  από την άγρια δολοφονία του  Φώτου Πασχαλινού    δεν παρέθετα  τα όσα είχε γράψει ο αδελφικός του φίλος  Γρηγόρης Πλιάκας στην εφημερίδα  «ΗΛΙΔΑ»  των Πατρών και αναδημοσίευσε η  «ΑΥΓΗ» Πύργου (17-7-1978) με τίτλο: Eνας λησμονημένος  ποιητής.

Γράφει λοιπόν ο φίλος του  Γρηγόρης  τα εξής :

«Ήσουν ένα λεβεντόκορμο παλικάρι, ψύχραιμο, δυνατό. Μοσχοβολούσες αρετή, ευγένεια, καλοσύνη. Στο σπιτάκι της Γαστούνης ερχόσουνα συχνά. Η κυρ-Ασπασία η μάνα του φίλου σου σ’ αγάπησε  ίδια με το γιό της. Όταν αργούσες ναρθείς όλο ρωτούσε . Τι έγινε το παιδί μας; Έχει μέρες να φανεί .Την κατείχε ο φόβος για σένα όπως και για μένα, γιατί υπήρξαμε και οι δυο ανήσυχοι στην κατοχή. Η σκλαβωμένη πατρίδα δεν μας άφηνε να χαρούμε κι όλο μας έτρωγε το σαράκι της έγνοιας. Τι θα γίνει;  Έτσι θα ζούμε;  Πότε θα δούμε τον ήλιο της Λευτεριάς; Κοντά-κοντά τα κρεβάτια μας στο μικρό δωμάτιο. Ο ύπνος αργούσε νάρθει. Ξαφνικά άρχισες ν’ απαγγέλεις  τον «Παναγή» σου, ποίημα που είχε δημοσιευθεί στην «Εστία».Θυμάμαι τους τελευταίους στίχους:

«…Κατακαημένε Παναγή/ κάτι στραβό είναι εδώ στη γη.». Το ξημέρωμα έφυγες!

Ήταν  ο αποχωρισμός, ο τελευταίος αδελφικός ασπασμός. Το τελευταίο αγκάλιασμα της Μάνας. Λίγο πιο πέρα, στην Αμαλιάδα ,σε περίμεναν τα δεσμά και σε λίγες μέρες στην Πάτρα, ο θάνατος! »

Ο  ποιητής Φώτος Πασχαλινός δεν ξεχάσθηκε,  ίσως επειδή στις μέρες μας ζούμε, μια νέα  ιδιόμορφη Γερμανική Κατοχή και νοιώθουμε έκθετοι  στην ίδια την ιστορία  γιατί δεν διδαχθήκαμε τίποτε από τις θυσίες των παλικαριών μας …

ΟΜΙΛΙΑ- ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΝΙΚΟΛΟΥΛΗ «ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟ ΣΟΥ»

ΟΜΙΛΙΑ- ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ  ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΝΙΚΟΛΟΥΛΗ


 

«ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟ ΣΟΥ»

ΣΤΟ «ΛΑΤΣΕΙΟ ΜΕΓΑΡΟ» ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ

 

 

 Το μυθιστόρημα μαζί με το διήγημα και τη νουβέλα είναι τα τρία βασικά είδη του πεζού έντεχνου λόγου.  Και τα τρία αυτά είδη ανήκουν στο ευρύτερο γένος της αφηγηματικής πεζογραφίας. Το κοινό δηλαδή γνώρισμα που τα κάνει να συγγενεύουν είναι ότι και τα τρία αυτά είδη περιέχουν το στοιχείο της αφήγησης.

Το μυθιστόρημα κανονικά είναι µια εκτεταμένη αφήγηση. Αντίθετα, το διήγημα, από την άποψη της  έκτασης του , είναι µια σύντομη αφήγηση. Η νουβέλα, που είναι πάντοτε εκτενέστερη από το διήγηµα αλλά συντομότερη από ένα μυθιστόρημα, τοποθετείται ανάµεσα σ' αυτά τα δύο  είδη.

Περισσότερο δυσδιάκριτα είναι τα όρια ανάμεσα στο μυθιστόρημα και στη νουβέλα. Γι' αυτό και υπήρξαν συγγραφείς (Παπαδια­μάντης, Θεοτόκης κ.ά.) που σε κάποια εκτεταμένα αφηγήματά τους έδωσαν μάλλον άστοχους χαρακτηρισμούς. Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, για παράδειγμα, στο αφήγημά του «Ο κα­τάδικος» το χαρακτηρίζει ως διήγημα, ενώ μάλλον πρόκειται για νουβέλα. Επίσης, «Τα ρόδιν' ακρογιάλια» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη αρχικά χαρακτηρίσθηκαν ως μυθιστόρημα, ενώ πρόκειται και πάλι για νουβέλα.

Παλαιότερα, οι ίδιοι οι μυθιστοριογράφο  συνήθιζαν να χαρακτηρίζουν το είδος του μυθιστορήματος τους (π.χ. κοινωνικό μυθιστόρημα). Η συνήθεια αυτή σήμερα έχει εκλείψει. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι τα μυθιστορήματα

δεν μπορούν να διακριθούν σε κάποια είδη. Έτσι, ανάλογα με το θέμα και κυρίως με τις καταστάσεις που προβάλλουν και περιγράφουν, τα μυθιστορήματα συνήθως διακρίνονται σε ιστορικά, κοινωνικά, ηθογραφικά, ψυχολογικά, αστυνομικά κτλ. Ειδικά στη χώρα μας, τρεις θεωρούνται οι μεγάλοι σταθμοί του μυθιστορήματος: το ιστορικό, το ηθογραφικό και, το αστικό μυθιστόρημα. Το πρώτο συνδέεται με τους ρομαντικούς του 19ου αιώνα, το δεύτερο με τη γενιά του 1880 και το τρίτο με τη γενιά του 1930.

Το 1935, ο Γιώργος Σεφέρης δημοσίευσε την τρίτη του ποιητική συλλογή, η οποία αποτελείται από 24 ολιγόστιχα ποιήματα. Παραβιάζοντας τους καθιερωμένους γραμματολογικούς όρους, την τιτλοφόρησε «Μυθιστόρημα». Θέλησε, βέβαια, με αυτόν τον τίτλο να υποδηλώσει ότι στο ποιητικό του κείμενο διαπλέκονται στοιχεία μύθου με στοιχεία ιστορικά. Αυτή ακριβώς η αιρετική χρήση του όρου «μυθιστόρημα» από το Σεφέρη, μας διευκολύνει να κατανοήσουμε πληρέστερα την έννοια του μυθιστορήματος. Συγκεκριμένα, ο μυθιστοριογράφος παίρνει   στοιχεία της ιστορικής ή της τρέ­χουσας πραγματικότητας, από τα βιώματά του και τις προσωπικές του εμπειρίες αλλά, τελικά, όλα αυτά τα στοιχεία τα μεταπλάθει με τη δύναμη της μυθοπλαστικής του φαντασίας. Έτσι, ένα μυθιστόρημα θεωρείται το κατεξοχήν είδος στο οποίο λειτουργεί η τέχνη και η ικανότητα της μυθοπλασίας, της δημιουργίας δηλαδή ενός μύθου που απηχεί όμως το σφυγμό της πραγματικότητας.

Όσοι εξετάζουν ιστορικά-γενετικά τις απαρχές του μυθιστορήματος, πιστεύουν ότι τα ομηρικά έπη, και ιδίως η Οδύσσεια, είναι οι «πρόγονοι» των σύγχρονων μυθιστορημάτων. Ίσως θα είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια, αν λέγαμε ότι το νεότερο μυθιστόρημα αποτελεί μια μετεξέλιξη του επικού είδους. Πάντως, από την εποχή των ομηρικών επών, το αφηγηματικό είδος του λόγου, είναι  διαρκώς εξελισσόμενο.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα ξεχωριστό είδος λογοτεχνικής αφήγησης με κάποιους σταθερούς κανόνες γραφής που το διακρίνουν από τα άλλα λογοτεχνικά είδη. Πάντα ασχολείται με κάποιο μυστήριο ή γρίφο σχετικό με την παραβίαση και την εφαρμογή των νόμων και την ανάλογη έρευνα για τη λύση του. Η εμφάνισή του σαν  ένα ιδιαίτερο αφηγηματικό είδος είναι ιστορικά καθορισμένη και έχει ως αφετηρία τις αρχές του 19ου αιώνα στη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία, οπότε και θεσμοθετείται κρατικά η αστυνομία ως μηχανισμός ελέγχου  και πάταξης της εγκληματικότητας.

Η εμφάνισή του είναι επίσης καθορισμένη από τα κυρίαρχα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής και ειδικά από τον ρομαντισμό, όπου το αφηγηματικό παιχνίδι γύρω από μια μορφή ανώτερης ευφυΐας, θα αποτελέσει και την κινητήρια δύναμη της πλοκής του.

Το πρώτο γενικώς  παραδεκτό αστυνομικό αφήγημα θεωρείται το διήγημα του Εντγκαρντ. Αλαν. Πόε με τίτλο: «Οι φόνοι της Οδού Μοργκ» (1841) με ήρωα τον ερασιτέχνη ντετέκτιβ Ωγκύστ Ντυπέν. Όμως θα περάσουν  εξήντα περίπου  χρόνια μέχρι να αρχίσει το κοινό και οι κριτικοί να διακρίνουν την ύπαρξη ενός ξεχωριστού αφηγηματικού είδους που θα ονομαστεί στα αγγλικά (detective story)Ντεντεκτιβ στορυ και στα ελληνικά   αστυνομική ιστορία. Ένα από τα χαρακτηριστικά των αστυνομικών μυθιστορημάτων  είναι πως σε κάθε φάση τους, ξεκινάνε συνήθως σαν  ένα παραλογοτεχνικό ρεύμα μέσα από ευτελή περιοδικά και έντυπα μέχρι να αποκρυσταλλωθούν σε μια διακριτή αφηγηματική φόρμα.

Το είδος της αστυνομικής  περιπέτειας και του  μυστηρίου θα καθιερωθεί στη Γαλλία με τον Εμιλ Γκαμποριώ και τον Μωρίς Λεμπλάν και κυρίως στην Αγγλία, όταν ο Άρθουρ Κόναν Ντόυλ δημιούργησε τον Σέρλοκ Χολμς (1886), συνεχιστή του ήρωα του Πόε, τον δημοφιλέστερο χαρακτήρα της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Ο μεσοπόλεμος του 20ου αιώνα στην Ευρώπη θα ονομαστεί η Χρυσή Εποχή του αστυνομικού αφηγήματος, διότι στην Αγγλία η αστυνομική ιστορία υπερβαίνει το χώρο του διηγήματος ή της νουβέλας, όπως συνέβαινε έως τότε, και ανοίγεται στο μυθιστόρημα με διάσημη εκπρόσωπό της την Αγκάθα Κρίστυ.

Το κλειδί στην αφήγηση της Κρίστι βρισκόταν στην περιγραφή μιας κλειστής ομάδας -μια οικογένεια με κληρονομικά και νομικά προβλήματα, ένα χωριό, ένα ξενοδοχείο, μια παρέα σε ποταμόπλοιο, όπου όλοι έχουν ενοχική συμπεριφορά ύστερα από ένα έγκλημα και ο κύκλος των υπόπτων μεγαλώνει συναρπαστικά: υπάρχει πλέον θέση για μια εκτενή εξιστόρηση.

Στον Μεσοπόλεμο και λίγο μετά, ο Ζωρζ Σιμενόν με τον επιθεωρητή Μαιγκρέ, παρουσιάζει μια πλοκή ανάλογη με εκείνη της Αγκάθα Κρίστι, αλλά με δυο σημαντικές καινοτομίες . Ο ντετέκτιβ για πρώτη φορά είναι ένας επαγγελματίας της ίδιας της επίσημης αστυνομίας και δεύτερον αναγνωρίζεται έντεχνα στην πλοκή η ύπαρξη των ανεξιχνίαστων εγκλημάτων ή του τυχαίου παράγοντα στη λύση των υποθέσεων, ένα καθοριστικό σημείο ρεαλισμού στη σχέση αστυνομικού μυθιστορήματος και πραγματικότητας.

Το αστυνομικό αφήγημα θα περάσει οριστικά με τον Ντάσσιελ Χάμμετ στη σφαίρα του ρεαλισμού. Ήρωάς του ο επαγγελματίας ιδιωτικός ντετέκτιβ. Η οπτική γωνία που επέλεξε ο Χάμμετ να διηγηθεί τις ιστορίες του  τον οδήγησε αμέσως να αφήσει στην άκρη τη βικτωριανή σκηνογραφία και την εκλογίκευση του μυστηρίου τύπου Σέρλοκ Χολμς, δίνοντας στο αστυνομικό μυθιστόρημα τη σύγχρονη μορφή του. Οι ήρωες του κινούνται στους σκοτεινούς δρόμους των μεγαλουπόλεων και επιβιώνουν τραυματικά ύστερα από την αμφίβολης σημασίας εξιχνίαση κάποιου εγκλήματος.

Το είδος αυτό θα ονομαστεί  thriller και στα ελληνικά θα αποδοθεί σαν «σκληρό» αστυνομικό μυθιστόρημα ή θρίλερ. Η αφηγηματική δομή διαφέρει από τις ιστορίες μυστηρίου (detective stοries) στο γεγονός πως το ενδιαφέρον της αφήγησης μοιράζεται εξίσου μεταξύ της απάντησης στο ρώτημα ποιος το έκανε και του ενεστώτα χρόνου της έρευνας. Ο Ρέημοντ Τσάντλερ και ο Ρος Μακντόναλντ είναι οι δύο από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του είδους και θα συνεχίσουν να γράφουν σε αυτό το στυλ μέχρι τις αρχές του 1960.

Μια ιδιαίτερα επιτυχής εξέλιξη του αστυνομικού μυθιστορήματος ήρθε με τον συνδυασμό υποθέσεων οργανωμένου εγκλήματος, κρατικής κατασκοπίας και πολιτικής σκοπιμότητας με κλασικό έργο την Μάσκα του Δημήτριου, του Έρικ Άμπλερ, (1939) και σκηνικό τα Βαλκάνια παραμονές του πολέμου.

Μετά τον πόλεμο πήρε πιο καθαρά τη μορφή του κατασκοπευτικού μυθιστορήματος με αντιπροσωπευτικό έργο τον «Κατάσκοπο που γύρισε από το κρύο» του Τζων Λε Καρέ, (1961).

Σπουδαία έργα σε αυτό τον τομέα έδωσαν ο Γκράχαμ Γκρην και ο Φρίντριχ Ντύρενματ που μαζί με τον παιγνιώδη Χόρχε Λουίς Μπόρχες αποτελούν τους τρεις μεγάλους λογοτέχνες του 20ου αιώνα, οι οποίοι ασχολήθηκαν με την αφήγηση αστυνομικών ιστοριών.

Μετά τον πόλεμο στην Αμερική εμφανίζεται ένα τρίτο είδος αστυνομικού μυθιστορήματος, που συνδυάζει την στραμμένη στο παρελθόν αφήγηση με την έρευνα σε ενεστώτα χρόνο. Το ψυχολογικό αστυνομικό μυθιστόρημα που έγινε γνωστό στην Γαλλία  και μετά στην Ευρώπη ως μαύρο μυθιστόρημα από έξι μυθιστορήματα του Κόρνελ Γούλριτζ που είχαν τη λέξη μαύρο στον τίτλο τους. Η νύφη φορούσε μαύρα (1941), Η μαύρη κουρτίνα (1941), Το μαύρο άλλοθι (1942), Ο μαύρος άγγελος (1943), Το μαύρο μονοπάτι του φόβου (1944), Συνάντηση στα μαύρα (1948). Σε αυτά ο ήρωας έχει να λύσει μαζί με το “αστυνομικό” μυστήριο ένα προσωπικό του τραύμα, που εκδηλώνεται με τη μορφή αμνησίας, ψυχώσεων ή παραισθήσεων. Σήμερα με μαύρο μυθιστόρημα τείνουμε να εννοούμε όλη την αμερικανική παραγωγή μετά τον Χάμμετ, όπου ως ατμόσφαιρα το όνειρο της ευημερούσας κοινωνίας καταρρίπτεται.

Στη δεκαετία του ’50 έκανε αισθητή την παρουσία της η Πατρίτσια Χάισμιθ κυρίως με τα μυθιστορήματά της με ήρωα τον Τομ Ρίπλευ, έναν εγκληματία που κινείται στις παρυφές της σχιζοφρένειας. Με την Χάισμιθ έχουμε μια πλήρη αντιστροφή από τα καθιερωμένα του αισθήματος της ενοχής. Ο αναγνώστης ζει την εφιαλτική περιπέτεια του γοητευτικού εγκληματία να ξεφύγει από το νόμο και ανακουφίζεται όχι από τη σύλληψή του, αλλά από την ατιμωρησία του. «Έχουν πιο ενδιαφέρον αυτοί που παραβιάζουν τον νόμο από αυτούς που τον τηρούν και φυλάσσουν», έλεγε η Χάισμιθ. Έκτοτε η μεγάλη στροφή στο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι η ύπαρξη και η γενεαλογία των «αρνητικών» ηρώων.

Στα σημαντικότερα έργα αστυνομικής λογοτεχνίας από το 1960 έως σήμερα, δεν πρωταγωνιστεί ο ευφυής ερασιτέχνης ή επαγγελματίας ντετέκτιβ, αλλά ένας δολοφόνος, ένας γκάνγκστερ , ένας διεφθαρμένος αστυνομικός.

Μετά τη δεκαετία του ’60 σημαντική ανάπτυξη γνωρίζει το αστυνομικό μυθιστόρημα στις Σκανδιναβικές χώρες και από τη δεκαετία του ’80 στις Μεσογειακές, για να το εμπλουτίσει ως προς τα θέματα και την σκηνογραφίας του, ακολουθώντας όμως λίγο ως πολύ τις πεπατημένες φόρμες αφήγησης με ήρωα έναν ευφυή μικροαστό κατά βάση ντετέκτιβ.

Επίσης, το αστυνομικό μυθιστόρημα στρέφεται πλέον συχνά προς το παρελθόν και το σχολιάζει με κριτική ματιά φωτίζοντας αθέατες πλευρές του. Όπως η Τριλογία του Βερολίνου του Φίλιπ Κερ (1991) , με σκηνικό τη ναζιστική Γερμανία ή η Τετραλογία του Λος Άντζελες του Τζέημς Ελλρόυ (1990), όπου παρουσιάζεται η Πόλη των Αγγέλων της δεκαετίας του ’50 πνιγμένη στη διαστροφή. Στη Σοβιετική Ένωση του προηγούμενου αιώνα και μέχρι το 1960 το αστυνομικό μυθιστόρημα θεωρείτο «αντιδραστικό» είδος αφήγησης και η παραγωγή του ήταν ελάχιστη. Για την ευρωπαϊκή αριστερά ο πάγος με το αστυνομικό μυθιστόρημα άρχισε να σπάει μετά το Μάιο του ’68 στη Γαλλία με τον Ζαν Πατρίκ Μανσέτ και λίγο αργότερα στην Ισπανία με το «Φόνο στην Κεντρική Επιτροπή» του Μανουέλ Β.Μονταλμπάν (1984), όπου έβαλε ένας μέρος της αριστεράς στο παιχνίδι της αστυνομικής αφήγησης.

Το αστυνομικό αφήγημα στην Ελλάδα γνώρισε τη χρυσή εποχή του στα χρόνια μεταξύ 1950 –1967 και ήρθε μέσα από τα περιοδικά Μάσκα και Μυστήριο που ξεπέρασαν μαζί τα 700 τεύχη, μέσα από τα διηγήματα και τις νουβέλες που δημοσιεύονταν σε γυναικεία περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας, όπως το Ρομάντζο, ο Θησαυρός, το Πάνθεον, η Γυναίκα κ.α., μέσα από τις νουβέλες ή τα μυθιστορήματα που δημοσιεύονταν σε συνέχειες από τις εφημερίδες και τέλος μέσα από τα βιβλία τσέπης που έβγαζαν κυρίως οι εκδόσεις Πεχλιβανίδη.

Ένα μέρος του αποτελεί συνέχεια των λαϊκών αναγνωσμάτων του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα και μια μεταφορά της αμερικανικής κυρίως μαζικής κουλτούρας και παραφιλολογίας που δημιούργησε το “σκληρό” αστυνομικό μυθιστόρημα τη δεκαετία του 20 και έκτοτε συνέχισε να το συνοδεύει. Η ελληνική εκδοχή περιείχε επίσης και όλη την γκάμα των ηρώων της αγγλικής και γαλλικής παραφιλολογίας.

Το 1938 η Ελένη Βλάχου αρχίζει να δημοσιεύει στην Καθημερινή ένα αστυνομικό μυθιστόρημα σε συνέχειες «Το μυστήριο της ζωής του Πέτρου Βερίνη», ενώ ο Παύλος Νιρβάνας είχε δημοσιεύσει το 1928 «Το έγκλημα στο Ψυχικό», που αποτελεί μια παρωδία του είδους.

Η διάδοση του αστυνομικού αφηγήματος είχε αρχίσει από το Μεσοπόλεμο, αλλά την ανέστειλε η γερμανική Κατοχή και τα Δεκεμβριανά. Από το 1946 όμως και μετά, καθώς οι εμφύλιες συγκρούσεις περιορίστηκαν στον ορεινό όγκο της Μακεδονίας, η ζωή στις πόλεις τράβηξε το δρόμο της. Η Μάσκα επανεκδόθηκε το 1946.

Το αστυνομικό αφήγημα ήταν από τα ελάχιστα είδη που σημάδεψαν τον πεζό λόγο της εποχής ως προς την θεματολογία και τη γραφή του έστω και με παράδοξο ή ανορθόδοξο τρόπο.

Ταυτόχρονα ήταν ένα είδος υπό διωγμό: η χωροφυλακή εξέδιδε εγκυκλίους που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου στους νέους για τη βλαβερή επιρροή των αστυνομικών αναγνωσμάτων, διότι τους έθιζαν στο έγκλημα, η κομμουνιστική αριστερά, διότι αποτελούσε αντανάκλαση της αστικής ιδεολογικής παρακμής και εργαλείο αποπροσανατολισμού από την ταξική πάλη, ενώ και οι δύο συμφωνούσαν πως λογοτεχνικά δεν ήταν παρά ένα θλιβερό παραφιλολογικό φαινόμενο.

Όμως στον κυκεώνα εκείνων των χρόνων, η ανάγνωση της Μάσκας και του Μυστήριου (έτος ίδρυσης 1952) αποτελούσε και μια πράξη απόδρασης από τα ψυχροπολεμικά διλήμματα της μετεμφυλιακής περιόδου κι επανόδου σε πιο πεζά, καθημερινά θέματα που παρουσιάζονταν και με μια δόση ειρωνείας ή και χιούμορ.

Τα διηγήματα με εγχώρια πλοκή στη Μάσκα και το Μυστήριο είχαν μια μυρουδιά από “σκληρό” αμερικανικό αφήγημα όταν περιέγραφαν ουδέτερες πολιτικά ζώνες και περιοχές –μπαρ, πόρνες, ιππόδρομο, κλοπές κοσμημάτων, μοιραίες γυναίκες, πλούσιους καψούρηδες.

Στην ίδια γενική τυπολογία ανήκουν και τα αστυνομικά μυθιστορήματα της εποχής. «Το Έγκλημα στο Κολωνάκι» του Γιάννη Μαρή (1953) έπαιξε το ρόλο του μοντέλου προς μίμηση και πολλοί άρχισαν να το αντιγράφουν ως προς το κλίμα, το είδος του μυστηρίου, τους χαρακτήρες και τις κοινωνικές αναφορές του. Ο Χρήστος Χαιρόπουλος γράφει τα «Καλλιστεία θανάτου», ο Τάκης Παπαγεωργίου «το Τέλειο άλλοθι», και ο Ανδρόνικος Μαρκάκης (1924-2007) -η πιο τυπική περίπτωση όλων καθώς είναι ο δημιουργός των ραδιοφωνικών σειρών Τζων Γκρηκ, Μισέλ Μαρσέφ, «το Σπίτι των ανέμων» με τον δικηγόρο Λαμπίρη και σωρείας αστυνομικών γρίφων στα γυναικεία περιοδικά- γράφει το «Ο σκοτωμένος γυρεύει άλλοθι» και το «Ένα πτώμα στο Ψυχικό». Η Αθηνά Κακούρη τέλος θα ακολουθήσει με διηγήματα στο ίδιος ύφος.

Ο Γιάννης Μαρής (1916-1979) αποτελεί εκπρόσωπο μιας ολόκληρης σχολής εγχώριου «ελαφρού» αστυνομικού μυθιστορήματος, σε αντιδιαστολή με το «σκληρό» αφήγημα της Μάσκας και του Μυστήριου. Ο Μαρής με τα πενήντα σχεδόν μυθιστορήματα που έγραψε ήταν ο πιο δημοφιλής συγγραφέας της εποχής του. Χωρίζονται στα αθηναϊκά, σε αυτά που διαδραματίζονται στο Θεσσαλικό κάμπο και σε αυτά της Μυκόνου, της Ύδρας και του Αγίου Όρους, ενώ ένα αναφέρεται στη Δικτατορία της 4ης Αυγούστου και τρία κάνουν αναδρομή στην Κατοχή.

Στην πλοκή χρησιμοποιεί συχνά το τέχνασμα της πλαστοπροσωπίας, κάποιος που παίρνει τα χαρακτηριστικά και την ταυτότητα άλλου ή έρχεται από το σκοτεινό παρελθόν. Μερικές φορές ο φονιάς είναι γυναίκα Επίσης έχει χρησιμοποιήσει κι αυτός το μυστήριο του κλειστού δωματίου.

Το «ελαφρύ» ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’50 και του ’60 έχει σχεδόν πάντα στο επίκεντρό του την έρευνα σε έναν κλειστό κύκλο ανθρώπων.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα περνάει κρίση συγγραφική αλλά ακόμα μεγαλύτερη εκδοτική, όπου αντιμετωπίζεται ως είδος ταυτισμένο με την κακογραφία, τον φτηνό εντυπωσιασμό ή την πορνογραφία.

Άρχισε να εμφανίζεται ξανά από τα μέσα της δεκαετίας του 80. Ορόσημο υπήρξε η αστυνομική σειρά των εκδόσεων Άγρα που μετέφρασε και επιμελήθηκε ξανά κλασικούς της αστυνομικής φιλολογίας αντιμετωπίζοντας το αστυνομικό μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος. Η επαναεισαγωγή του είδους άλλαξε και το κοινό του, που αυτή τη φορά αποτελείτο από ένα πιστό, αλλά σχετικά περιορισμένο πυρήνα βιβλιόφιλων, καλλιτεχνών ή διανοουμένων.

Παράλληλα είχαν ξεκινήσει και κάποιες πρώτες προσπάθειες παραγωγής εγχώριου συγγραφικού έργου. Τη δεκαετία του ’90 η συγγραφική παραγωγή στην Ελλάδα αστυνομικών μυθιστορημάτων και διηγημάτων γίνεται ορατή για να αποκτήσει μια σταθερή παρουσία την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα με 120 έργα αστυνομικής υφής, δεκαοκτώ συγγραφείς που να εκδίδουν από δύο και πλέον αστυνομικά αφηγήματα, δέκα συγγραφείς με ένα έργο αστυνομικής πλοκής , με πέντε συλλογικούς τόμους διηγημάτων και ορισμένες επανεκδόσεις της προδικτατορικής περιόδου. Και ερχόμαστε σήμερα στην παρουσίαση του πρώτου έργου της σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων της εκλεκτής φίλης Αγγελικής Νικολούλη.

 Επιτυχής μπορεί να χαρακτηρισθεί η επιλογή της Αγγελικής Νικολούλη να επιλέξει τις εκδόσεις Καστανιώτης για την έκδοση της σειράς των Αστυνομικών της Μυθιστορημάτων όπως και  των εκδόσεων Καστανιώτη να αξιολογήσει την προσφορά και τις ικανότητες της αστυνομικής ρεπόρτερ Νικολούλη για συνεργασία εκδοτική. Έτσι προϊόν αυτής της συνεργασίας  είναι το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας με τον  ευρηματικό   τίτλο: «ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΤΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟ ΣΟΥ» 

 Έτσι  λοιπόν σήμερα βρίσκεται στα χέρια μας  το πρώτο μυθιστόρημα της δημοσιογράφου του αστυνομικού ρεπορτάζ και επιμελήτριας της γνωστής ανά το πανελλήνιο εκπομπής: «ΦΩΣ ΣΤΟ ΤΟΥΝΕΛ».

 Η Αγγελική Νικολούλη μετά την επί σειρά ετών επιτυχημένη δημοσιογραφική κοινωνική προσφορά της, σε μια ανάπαυλα αναστολής της εκπομπής της  για τους γνωστούς λόγους, δεν έμεινε άπραγη. Αντίθετα έχοντας συσσωρευμένο υλικό από τις εκπομπές της που είχαν σπάσει  ρεκόρ θεαματικότητας και  είχαν αποσπάσει το θαυμασμό ελλήνων και ξένων ειδικών, θέλησε να δοκιμάσει  τις ικανότητές της στην πεζογραφία και ειδικότερα στο Αστυνομικό μυθιστόρημα τόσο οικείο άλλωστε από την πολυετή ενασχόλησή της.

            Έχοντας  ένα πλούσιο αρχείο αστυνομικών υποθέσεων εξιχνίασης εγκληματικών πράξεων, εξαφανίσεων κ.λ.π. ανέσυρε μια από τις υποθέσεις αυτές και μας έδωσε το πρώτο της, από μια σειρά που θα ακολουθήσουν, μυθιστόρημα. To εγχείρημα δεν μπορούσε να μην ήταν επιτυχημένο μια και υπάρχει ένα αξίωμα που μας λέει πως ότι είναι αληθινό είναι και ωραίο. Δεν μπορούσε παρά να είναι  ωραίο και επιτυχημένα δοσμένο το μυθιστόρημα αυτό της Αγγελικής Νικολούλη από τη στιγμή που μεταφέρει στο χαρτί του τυπογραφείου τα όσα έζησε η ίδια και φυσικά οι τηλεθεατές  του σταθμού κατά την διάρκεια προβολής τριών και πλέον επεισοδίων της  εκπομπής  όσες  διάρκεσε η προβολή  της υποθέσεως της  εξαφάνισης μιας νεαρής  γοητευτικής ξανθιάς  της   Πηγής Αστερίου που όπως στη συνέχεια απέδειξε   το δαιμόνιο μυαλό και οι ικανότητες της αστυνομικής ρεπόρτερ Αγγελικής Νικολούλη δεν επρόκειτο για μια συνήθη εξαφάνιση αλλά για  μια καλά μελετημένη και εκτελεσμένη  δολοφονία από το  φίλο της .Η Αγγελική Νικολούλη με γλαφυρό και κατανοητό τρόπο, με γλώσσα ρέουσα και χωρίς περιττά στολίσματα και καρικατούρες δίνει τους  αναγκαίους διαλόγους της με τους πιθανούς υπόπτους αλλά και με τους λογής-λογής πολίτες πληροφοριοδότες της. Όπου είναι ανάγκη περιγράφει τόπους και καταστάσεις που υποβάλλουν τον αναγνώστη για να βρεθεί στο κατάλληλο κλίμα που κι εκείνη βρέθηκε σε ανάλογες περιπτώσεις. Βγάζει και εκθέτει τον ψυχικό της κόσμο, τις ψυχικές της μεταπτώσεις και τις  αγωνίες της όταν βλέπει πως οι άνθρωποι που είναι ταγμένοι για την  πάταξη της εγκληματικότητας και  την διαλεύκανση διαφόρων εγκληματικών πράξεων ή αδρανούν ή λόγω υπηρεσιακής νωθρότητας και   ανικανότητας, σκόπιμα κωλυσιεργούν  και στοπάρουν τη διαλεύκανση  υποθέσεων  με αποτέλεσμα  να επιτυγχάνεται η  ατιμωρησία των ενόχων,  το απυρόβλητο των δραστών και ηθικών αυτουργών ενώ  όταν  υποχρεωθούν μετά  την κατακραυγή της κοινής γνώμης να οδηγήσουν κάποιους στη  Δικαιοσύνη και τότε  οι δράστες  πετυχαίνουν την απαλλαγή τους  λόγω ελλιπών ή αδύναμων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία δεν μπόρεσαν έγκαιρα να εξασφαλίσουν με τους επιστημονικούς τρόπους που διαθέτουν και με τους χειρισμούς που θα έπρεπε να  κάνουν. Οι περιγραφές των  χαρακτήρων των ηρώων που εμπλέκονται στην υπόθεση της εξαφάνισης  είναι ακριβείς και αποδίδουν την πραγματικότητα της ιδιοσυγκρασίας και της ψυχοσύνθεσής τους. Η υπόθεση στο έργο εξελίσσεται σπονδυλωτά και αποκαλύπτεται όλο το φάσμα της υποθέσεως  όπως μια κινηματογραφική ταινία που έχει τα στοιχεία του θρίλερ. Η Αγγελική Νικολούλη έχει αποκτήσει τεράστια πείρα και διαθέτει αποθέματα γνώσης της δικαστικής ψυχολογίας πράγμα που την βοηθά στην ανίχνευση της αληθείας με τον τρόπο που εκείνη γνωρίζει εκμαιεύοντας τα ψήγματα  της αληθείας που είναι διασκορπισμένα  στην  άμμο της ταραγμένης ψυχής των δραστών και  ηθικών αυτουργών. Το Μυθιστόρημα εκτείνεται σε  205 σελίδες και ο αναγνώστης δεν το εγκαταλείπει εάν δεν ολοκληρώσει την ανάγνωση και  φθάσει στο τέλος του. Προσωπικά δεν δηλώνω θιασώτης των αστυνομικών μυθιστορημάτων όμως στην περίπτωση του βιβλίου της Αγγελικής Νικολούλη τόσο λόγω της συγγραφέως όσο και λόγω των πραγματικών περιστατικών τα οποία πραγματεύεται ενέδωσα και αποζημιώθηκα πλήρως. Άλλωστε υπήρξα τακτικός σχεδόν τηλεθεατής των εκπομπών της κι όταν άρχισα να διαβάζω το μυθιστόρημα αν και είχε παρέλθει αρκετός χρόνος από την προβολή της υπόθεσης της εξαφάνισης και τελικά της   δολοφονίας της Πηγής Αστερίου,  μου δόθηκε η δυνατότητα και η ευκαιρία να ζήσω στιγμή προς στιγμή όλα τα στάδια  της  υπόθεσης και να απολαύσω το μυθιστόρημα που  με τόσο άλλωστε υπέροχο τρόπο  παραθέτει τα συμβάντα η συγγραφέας. Με το πρώτο της έργο η Αγγελική Νικολούλη δικαιωματικά εισέρχεται στο χώρο της λογοτεχνίας και ειδικότερα στο χώρο του Αστυνομικού μυθιστορήματος που πολλοί   μπορεί να έχουν θητεύσει αλλά ελάχιστοι  έχουν περιορισθεί σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε απλές  μυθοπλασίες. Καλωσορίζω συνεπώς ως εκπρόσωπος των λογοτεχνών της Νοτιοδυτικής Ελλάδος τη νέα μας συγγραφέα Αστυνομικών Μυθιστορημάτων  και της εύχομαι να δει τυπωμένα όσα έργα την έχουν συγκινήσει ιδιαιτέρως ,έτσι που τη συγκίνηση αυτή να την μεταδώσει  και σε μας ,το αναγνωστικό της κοινό. Της το ευχόμαστε ολοψύχως.