ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ναπολέων Σουκατζίδης -Ένας ήρωας

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: 

 


 

 

Ναπολέων Σουκατζίδης -Ένας ήρωας

                                                                      

                                                                 Αποτέλεσμα εικόνας για ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ

                                                                 

Τι είναι ήρωας; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα που καθιστούν κάποιον ήρωα;

Ως ήρωας στη μυθολογική παράδοση αλλά και ως το σύγχρονο κοινωνικό αρχέτυπο εννοείται κάποιος άνδρας ή γυναίκα, που μπορεί να εμφανίζεται ως πρωταγωνιστής ενός μύθου, ενός θρύλου ή  έπους και που κατέχει ικανότητες μεγαλύτερες από εκείνες που κατέχει ο μέσος άνθρωπος. Αυτές οι ικανότητες τον βοηθούν να εκτελέσει ασυνήθιστες και παράτολμες αγαθοεργείς πράξεις (ηρωϊκή πράξη).

Κατά τους αρχαίους ελληνικούς χρόνους η έννοια του ήρωα ήταν διαφορετική από τη σημερινή. Για τον αρχαίο Έλληνα ήρωας είναι εκείνος, που δείχνει ανδρεία στη μάχη και έχει ένδοξο θάνατο, που χαρίζει δόξα στον ίδιο και στην οικογένειά του. Τέτοιοι ήταν ο Αχιλλέας, ο Λεωνίδας, ο Ηρακλής κλπ. Με το πέρασμα του χρόνου η έννοια του ήρωα άλλαξε σημασία. Έτσι ήρωας θεωρούνταν όχι εκείνος που πέθανε στη μάχη, αλλά εκείνος που υπερασπιζόταν ανώτερα ιδανικά, όπως η πατρίδα και γενικότερα ηθικές και ανθρωπιστικές αξίες. Βασικό χαρακτηριστικό του ήρωα είναι η ελεύθερη βούληση. Οι πράξεις του είναι προϊόν ελεύθερης επιλογής και όχι προϊόν οπουδήποτε καταναγκασμού ή υποχρέωσης χωρίς οποιοδήποτε ίχνος ιδιοτέλειας. Το θάρρος, η γενναιότητα, η συμπόνοια, η ενσυναίσθηση και η προθυμία να βοηθούν αλλά πάνω απ’ όλα οι ήρωες είναι άνθρωποι που έχουν ηθικές αξίες και ζουν με βάση το αξιακό τους σύστημα και δεν φοβούνται να θυσιάσουν τον εαυτό τους για το καλό των άλλων. 

Σύμφωνα με τον Πάουλ Τίλλιχ στο βιβλίο του ‘’Το θάρρος της υπάρξεως’’ το θάρρος ως ανθρώπινο ενέργημα, από την άποψη της αξιολόγησης, αποτελεί ηθική έννοια. Το θάρρος ως καθολική και ουσιαστική αυτοβεβαίωση της υπάρξεώς μας αποτελεί έννοια οντολογική.  Είναι η κατάφαση της ουσιαστικής μας φυσης,  του εσωτερικού σκοπού μας ή της εντελέχειας.  Εμπεριέχει τη δυνατή και,  σε μερικές περιπτώσεις την αναπόφευκτη θυσία στοιχείων, που επίσης ανήκουν στην ύπαρξή μας, αλλά που αν δεν θυσιαστούν θα μας εμποδίσουν να φτάσουμε στην εμπραγμάτωση της πληρότητας μας. Η θυσία μπορεί να περιλαμβάνει την ευχαρίστηση, την ευτυχία ακόμη και την ίδια την ύπαρξή μας. Ο θαρραλέος άνθρωπος ενεργεί για χάρη του ευγενούς, διότι αυτός είναι ο σκοπός της αρετής, λέει ο Αριστοτέλης. Πράγματι ο ήρωας έχει βαθύ ηθικό υπόβαθρο. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Συκουτρή,στο βιβλίο του Φιλοσοφία της Ζωής, ο ηρωικός τρόπος ζωής, ο ηρωικός άνθρωπος αισθάνεται πως είναι διαλεγμένος από τη Μοίρα, ως αγωνιστής και μάρτυς - περισσότερο ως μάρτυς. Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώσει επάνω του (θα προσελκύσει μάλλον εθελουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ΄ αστροπελέκια, δια να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είναι ο καρπός, είναι ο σπόρος που θα ταφεί και θα σαπίσει δια ν΄ αναφανεί το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν’ εκείνος που θάπτεται δια να εορτασθεί η ανάστασις.  Ο ηρωικός άνθρωπος είναι υπερήφανος όχι εγωιστής. Η ευτυχία του είναι να δαπανά και ακριβέστερον να δαπανάται. Σκορπά την αγάπη του χωρίς ανταλλάγματα. Σκορπά τις συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς, τη φλόγα τα κάλλη  και τα ρίγη της ψυχής του. Σαν τον ήλιο που ακτινοβολεί παντού το φως του. Εις την εργασίαν καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προθυμίαν. Εργάζεται από την επιθυμία να χρησιμοποιήσει τας δυνάμεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα. Το ίδιον και εις την  πνευματική του εργασίαν. Δεν μελετά δια να γράψει ένα βιβλίο ή δια να επιτύχει εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίσει. Η ζωή του ηρωϊκού ανθρώπου δεν μπορεί παρά να είναι σύντομη, διότι πέρνα ολόκληρον την ζωή του εις το πολυκίνδυνον μέτωπο του πολέμου. Σύντομος διότι είναι από την μοίραν του ερασιθάνατος. Βαδίζει προς τον θάνατον όχι δια  ν’ αναπαυθεί, όχι διότι βαρέθη με την ζωή, όχι διότι εδείλιασε ενώπιον αυτής. Ο ηρωϊκός άνθρωπος δεν υφίσταται τον θάνατον. Δι’ αυτόν και ο θάνατος ακόμη δεν είναι πάσχειν αλλά πράττειν. Είναι η τελευταία πράξις με την οποία επισφραγίζει όλας τας άλλας πράξεις. Τους δίδει αυτή το νόημα· διότι και η ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή, και η αρχή το νόημα της αντλεί από το τέλος, του οποίου είν’ η αρχή. 

Και είναι το τέλος ο θάνατος αλλά και η τελείωσις. Ποιος ήταν ο Ναπολέων Σουκατζίδης; ‘Οπως γράφει ο διευθυντής του Athens Review of books Μανώλης Βασιλάκης, ο οποίος έχει το αρχείο επιστολών και πληροφορίες από την πεθερά του, η οποία ήταν αρραβωνιαστικιά του Σουκατζίδη ήταν ένας βαθιά μορφωμένος άνθρωπος με σπάνια ψυχική ευγένεια, με διαρκές ενδιαφέρον για τους άλλους, πολύγλωσσος, πολυτάλαντος και με μία λέξη: ανθρωπιστής.  Από την αλληλογραφία του με τη Μαρία Λιουδάκη δείχνει τις φιλολογικές ευαισθησίες του, τις κριτικές ικανότητες του, τις λαογραφικές επιδόσεις του. Όλα όσα συνέβησαν στη σύντομη ζωή του, που σφραγίστηκε από το τραγικό τέλος του, συνέβησαν γιατί ανήκε στην ελίτ των μορφωμένων, γιατί ήταν ουμανιστής της πράξης. 

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε το έτος 1909 στα Μουδανιά της Μικράς Ασίας. Γονείς του ήταν οι δάσκαλοι της εποχής εκείνης Φώτιος και η Μαρία Σουκατζίδη. Αυτοί του εμφύσησαν την αγάπη για τη μάθηση, την καλλιέργεια του νου και την αγάπη για τον συνάνθρωπό. Όπως γράφει ο πατέρας του Φώτης Σουκατζίδης σ’ ένα αχρονολόγητο  τετράδιο, που αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν στο προαναφερόμενο Αthens Review, ο Ναπολέων στην ηλικία των τεσσάρων ετών και πριν ακόμα μάθει να γράφει ή να διαβάζει ήξερε απέξω όλες τις εικόνες ενός περιοδικού, που εξέδιδε ο πατέρας του στην Κωνσταντινούπολη. Στα πέντε χρόνια του ήξερε ήδη να γράφει. Το έτος 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένεια του ήρθε και εγκαταστάθηκε στο το Αρκαλοχώρι Κρήτης. Εκεί φοίτησε στην Εμπορική Σχολή Ηρακλείου, από την οποία αποφοίτησε με άριστα. Είχε ιδιαίτερη επίδοση στις ξένες γλώσσες. Εν τέλει μιλούσε και έγραφε 5 γλώσσες: γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και τούρκικα. 

Μετά την αποφοίτησή του από την Εμπορική Σχολή, στα 19 του χρόνια, σύμφωνα με τον Θέμο Κορνάρο, στο βιβλίο του ‘’Ναπολέων Σουκατζίδης, το μεγαλείο ενος αγωνιστή της Αντίστασης’’ προσλήφθηκε και άρχισε να εργάζεται στη μεγάλη βιομηχανική επιχείρηση της Κρήτης <<Λιοπυράκης και Σία>>. Κατά τον Μανώλη Βασιλάκη εργάστηκε ως λογιστής και αλληλογράφος στο εργοστάσιο της εταιρείας ‘’Μίνως’’ στην Ιεράπετρα. Δεν μπόρεσα να διασταυρώσω τις διαφορετικές πληροφορίες, δεδομένου ότι τα δημοσιευμένα  βιογραφικά στοιχεία του Σουκατζίδη είναι ιδιαίτερα φτωχά. Δεν έχει όμως ιδιαίτερη σημασία, αφού ενδιαφέρον έχει η εργασιακή του συμπεριφορά. Έτσι, σύμφωνα με το Θέμο Κορνάρο, αφοσιώθηκε ολόψυχα στην δουλειά του. Και μολονότι δεν είχε κλείσει ένα χρόνο στην επιχείρηση και λόγω των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων του, όλοι οι συναλλασσόμενοι ζητούσαν τον Ναπολέοντα. Όλη η τεράστια αλληλογραφία της εταιρείας έπεσε στους νεανικούς του ώμους. Αυτός ακούραστος, αισιόδοξος, πρόσχαρος, μέσα από την εργασία του έδειχνε την αγάπη του στο συνάνθρωπό του. Ποτέ δεν πρόσβαλε κάποιον και πάντα προσπαθούσε να εξυπηρετεί με καλοσύνη τους συναλλασσόμενους αγρότες. Πάντα γελούσε με τα μάτια, το κούτελο, τα αυτιά, το κεφάλι, <<Αυτό το παιδί γελάει με το κεφάλι του>> λέγανε. Και είναι αλήθεια ότι από παιδί, σχεδόν, ήταν φαλακρός. Ο Ναπολέων εισέπραττε από τους κρητικούς την αγάπη και την καλοσύνη που τους έδινε. Αυτό αντί να τον κάνει αλαζόνα, τον έκανε να εμβαθύνει περισσότερο στην ανθρώπινη φύση και ήθελε να φανεί ακόμα πιο χρήσιμος και να υπηρετεί τους συνανθρώπους του. Μέρα με τη μέρα πλούταινε σ’ αισθήματα, σε γνώση, σε δύναμη και ικανότητες. Με τέτοιο τρόπο μορφώθηκε στέρεα. Διάβασε το τεφτέρι της καθημερινής ζωής και συμβουλεύτηκε συμπληρωματικά τα γραφτά κείμενα για να βγάλει συμπεράσματα και να κάνει συγκρίσεις εποχών και λαών και φαινομένων. Όπως γράφει ο Κορνάρος <<είχες την εντύπωση αντικρίζοντάς τονε και μελετώντας τη ζωή και την προσπάθειά του, πως είχε κλείσει συμβόλαιο με την αιωνιότητα μόνο και μόνο για να κατακτήσει όλη τη γνώση και να προλάβει να αγαπήσει όλους τους ανθρώπους χώρια - χώρια τον καθένα και όλους μαζί>>. Έτσι κέρδισε τον πιο επίζηλο τίτλο: να τον θεωρούν οι Κρητικοί Κρητικό. Την περίοδο αυτή, εκτός από την εργασία του, ασχολήθηκε με πάθος με το κρητικό θέατρο και τις κρητικές μαντινάδες ενώ έγραφε άρθρα σε τοπικές εφημερίδες. Καθοριστική ήταν η συνάντηση και γνωριμία του με την  σπουδαία λαογράφο και παιδαγωγό Μαρία Λιουδάκη, την οποία θεωρούσε <<πνευματική του μητέρα>>. Θα αναφερθώ για λίγο στη Μαρία Λιουδάκη αφού, μέσω των επιστολών τους, μέρος των οποίων έχουν δημοσιευτεί στο Αthens Review of books, φαίνεται ο υπέροχος χαρακτήρας του Σουκατζίδη και ο πλούτος των φιλολογικών του γνώσεων αλλά και το κριτικό του πνεύμα. Σημειωτέον ότι ο Ναπολέων γνώρισε την κατά 22 χρόνια μικρότερή του , 16χρονη τότε Μαρία, αδελφή της Λιουδάκη,  Χαρά,  την οποία ερωτεύθηκε σφόδρα και με τη συνάντηση της Μαρίας αρραβωνιάστηκε την οποία θεωρούσε και αποκαλούσε γυναίκα του χωρίς όμως ποτέ να προλάβει να την παντρευτεί μέχρι το θάνατό του. Η Μαρία Λιουδάκη, με τις οδηγίες και την παρότρυνση του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, συνέλεξε υλικό για το βιβλίο της <<Κρητικής Μαντινάδας>>, έκδοση 1933. Σ’ αυτό τη βοήθησε ο Σουκατζίδης. Στον πρόλογο του βιβλίου μεταξύ άλλων γράφει: << Ιδιαίτερα ευχαριστώ το ευγενέστατο και φιλοπρόοδο παιδάκι κ. Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που δούλεψε ακούραστα στη συλλογή των μαντινάδων. Οι περισσότερες από τούτες είναι από τις χιλιάδες, που βρήκε εκείνος>>. Αλλά από την αλληλογραφία τους προκύπτουν οι οξυδερκείς παρατηρήσεις του στα διάφορα πονήματα της Μαρίας Λιουδάκη, τις οποίες η τελευταία λάβαινε σοβαρά υπόψη της. Σ’ ένα γράμμα μου, της 27/5/1939, κάνοντας κριτική σ’ ένα από έκδοση βιβλίο της Μαρίας Λιουδάκη γράφει: <<  απαραίτητη προϋπόθεση για τη βελτίωση της θέσης του αγροτόπαιδου και της μάννας του είναι η εξύψωση του οικοδομικού και εκπολιτιστικού επιπέδου του χωριού. Να το τονίσεις αυτό. Χρειάζεται το συνεχές ενδιαφέρον της κοινωνίας, του κράτους. Ας αγαπήσουμε το παιδί, αυτό το τρυφερό και πολύτιμο λουλούδι, τον αυριανό εαυτό μας, την αυριανή πατρίδα μας, την αυριανή ανθρωπότητα. Ας του δώσουμε όλα τα μέσα που μπορεί να του δώσει ο τόσο προηγμένος σήμερα τεχνικά πολιτισμός μας για την περίθαλψη και περιποίηση του, για τη μόρφωση και αγωγή, για την ανακούφιση και τη χαρά του,  για την ξεγνοιασιά του, το γέλιο, την ευτυχία του. Το ασφαλέστερο κριτήριο για τον πολιτισμό μιας χώρας είναι το ενδιαφέρον και η φροντίδα που δείχνει για το παιδί, για τα παιδιά της>>. Σε άλλο του γράμμα (17-12-1939) κάνοντας κριτική στο έργο της Μαρίας Λιουδάκη <<Ο γάμος στην Κρήτη τώρα και παλιά>>,  μεταξύ άλλων γράφει <<η απόφαση δύο ανθρώπων να ενώσουν τη ζωή τους, και η διαδικασία - η τελετή, που κάθε φορά χρειάζεται για την πραγματοποίηση αυτής της απόφασης θα αποτελεί πάντα ένα μεγάλο και εξαιρετικό γεγονός για τους ανθρώπους αυτούς. Δεν θα είναι ποτέ χωρίς ιδιαίτερη σημασία ο σταθμός -  η στιγμή, που από ‘κει και πέρα η ευτυχία και η δυστυχία ενός ανθρώπου θα εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό από το συνάνθρωπό που διάλεξε για σύντροφο της ζωής του. Με το πέρασμα των αιώνων και την πρόοδο του πολιτισμού έχασε βέβαια ο γάμος το μυστηριακό του χαρακτήρα. Έχασε και θα χάσει ακόμα και από τον ειδυλλιακό και διακοσμητικό του χαρακτήρα>>. Εδώ θα ήταν παράλειψη μου εάν δεν ανέφερα το τέλος της Μαρίας Λιουδάκη. Αυτή, μετά την εκτέλεση του Σουκατζίδη, σήκωσε το τεράστιο βάρος να στηρίξει την αδελφή της Χαρά, αρραβωνιαστικιά του και  τον πατέρα του. Η επικοινωνία και η σχέση της με τον Ναπολέοντα και ο φθόνος για τη σπουδαία λαογράφο και εκπαιδευτικό δημιούργησαν το κατάλληλο κλίμα στις ζοφερές μέρες του 1947, ώστε παρακρατικές ομάδες να τη συλλάβουν μαζί με την εκπαιδευτικό Μαρία Δρανδάκη και να δολοφονηθούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΒΗΜΑ της 20-1-1948 αναφέρεται στη σύλληψη των παραπάνω με την οργάνωση της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης και την εξαφάνισή τους και ζητεί επιτακτικά από τις Αρχές και τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης να ερευνήσουν την περίπτωση. Σε απάντηση του δημοσιεύματος αυτού ο Εμμανουήλ Μπουντουβάς, εκπρόσωπος της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης επιβεβαιώνει το δημοσίευμα της εφημερίδας και αφού αναφέρει ότι η Λιουδάκη ήταν λίαν επικίνδυνη κομμουνιστής με δράση ομολογεί ότι συνελήφθη υπό ομάδος του και αφού της έδωσαν <<πατριωτικές νουθεσίες και συστάσεις αλλά και μετά τις διαβεβαιώσεις των, αφήκεν αυτάς ελευθέρας>>. Τα πτώματά τους βρέθηκαν έξι μήνες αργότερα σε ερημική τοποθεσία της Κρήτης. 

Ας γυρίσουμε πάλι στον Ναπολέοντα. Αυτός συνέχισε να εργάζεται με ζήλο στην ίδια εταιρεία ενώ με κάθε τρόπο προσπαθούσε να βοηθήσει τους συνανθρώπους του. Η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929-1931 τον πόνεσε πολύ. Όχι σε προσωπικό επίπεδο, αφού συνέχισε την εργασία του στην εταιρεία, αλλά βλέποντας τους ανθρώπους να χάνουν τις δουλειές τους και να αντιμετωπίζουν την επιβίωσή τους. Προσπαθούσε με όλους τους τρόπους να βοηθήσει, ακόμα και με μέρος του δικού του μισθού γιατί ντρεπότανε αυτός να περνάει καλά και συνάνθρωποι του να μην έχουν να φάνε. Πολύ σύντομα ο Ναπολέων ξεκίνησε και τη συνδικαλιστική δράση. Η αγάπη και η εκτίμηση του κόσμου και των συναδέλφων τον ανέδειξαν Πρόεδρο του Σωματείου Εμποροϋπαλλήλων Ηρακλείου. Από τη θέση αυτή προσπάθησε με πάθος και αγωνιστικότητα, αλλά με την έμφυτη ευγένεια που τον χαρακτήριζε, να βελτιώσει τις εργασιακές σχέσεις των συναδέλφων του. Τον Ιούνιο του 1936, λίγους μήνες μετά την εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, συνελήφθη από την Ασφάλεια Ηρακλείου, ως κομμουνιστής και μαζί με άλλους εκτοπίστηκε στον Άγιο Ευστράτιο. Ήταν μόλις 27 ετών. Τον Απρίλιο του 1937 μεταφέρθηκε στις φυλακές Ακροναυπλίας, όπου παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου τέσσερα χρόνια. 

Στη συνέχεια μετήχθη στις φυλακές Τρικάλων, της Λάρισας και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου, για το οποίο θα μιλήσουμε αργότερα. Καθόλη τη διάρκεια της πολύχρονης φυλάκισης, του με τη συμπεριφορά του στους συγκρατουμένους του και στους δεσμοφύλακες του κέρδισε το σεβασμό τους. Συνέχισε με πάθος να διαβάζει προς ατομική του καλλιέργεια. Από τα δημοσιευμένα γράμματά του προς τη Μαρία Λιουδάκη την αρραβωνιαστικιά του Χαρά και τον πατέρα του φαίνεται συνεχώς να ζητάει βιβλία. Ο Θέμος Κορνάρος, ο οποίος ήταν συγκρατούμενός του τουλάχιστον στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου και τον είχε γνωρίσει προσωπικά γράφει <<σε αυτούς τους χώρους της βίας δεν χάνει καιρό. Υποτάσσει το χρόνο του. Ώρες μελέτης, ώρες δουλειάς, ώρες ψυχαγωγίας. Δεν αφήνει βιβλίο που να μη σκύψει στις σελίδες του. Και όταν τα βιβλία τελειώνουνε ή απαγορεύονται, ζητάει πληροφορίες από άλλους, παίρνει σημειώσεις, ξαναρωτάει, συζητάει,προβληματίζεται . Ανυστερόβουλος,  σεμνός,  χαρούμενος πάντα. Σοβαρότερη δουλειά θεωρεί το να αγαπά τους συντρόφους του. Όμως δεν παραμελεί τα πράγματα του. Η γωνιά του στη φυλακή αστράφτει από καθαριότητα. Στον τοίχο, πάνω από το προσκέφαλο του οι φωτογραφίες του πατέρα, της αγαπημένης του και των φίλων του. Καταλύει τις τραχύτητες με την εμφάνισή του. Καταργεί τις οξύτητες, όπου βρίσκεται, σβήνει την τεμπελιά, όπου πέσει το μάτι του. Μικρότητες και αδιαφορία δε στεριώνουνε γύρω του. Παρασέρνει τους πάντες τον πυρετικό δρόμο της δράσης. Δεν θα υπάρχει  κανένας, μήτε και από τους παιδικούς φίλους ακόμη που να μπορεί να πει πως μάλωσε μαζί του ή πως τον άκουσε να μιλάει με φωνή κάπως υψωμένη>>. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης τη μέρα δίδασκε τους συγκρατούμενούς του Ελληνικά,  ιστορία και ξένες γλώσσες και το βράδυ σε μία γωνιά του μεγάλου θαλάμου άκουγε με ευλάβεια το μάθημα του σπουδαίου Δημήτρη Γληνού. Η προπεριγραφόμενη άποψη του Θέμου Κορνάρου για τον Σουκατζίδη στη φυλακή, που θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι εξωραϊσμένη λόγω και της ίδιας πολιτικής τοποθέτησης, επιβεβαιώνεται από τον Λεών Κοέν. Aυτός στο βιβλίο του ‘’Από την Ελλάδα στο Μπίρκενάου’’ γράφει για τον Σουκατζίδη <<Μέσα στην κόλαση του Χαϊδαρίου όπου όλοι σκέφτονταν μόνο τον εαυτούλη τους, υπήρχε μία ψυχή που νοιαζόταν για όλους, ένας άνθρωπος που το μαρτύριο του δεν είχε αναπαμό. Η ευγενική αυτή η ψυχή υπέφερε περισσότερο για τους Εβραίους, διότι ήξερε τι τους περίμενε>>. Η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου βρίσκει τον Ναπολέοντα στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Το καθεστώς του Μεταξά δεν του επιτρέπει να πάει να πολεμήσει. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 γράφει στην αρραβωνιαστικιά του Χαρά Λιουδάκη <<...Με αίτησή μας που την υπογράψανε δύο εκπρόσωποι μας, ζητήσαμε σήμερα από το Μεταξά να πάρουμε τη θέση μας κάτω από τις διαταγές του στην πρώτη γραμμή της φωτιάς για την υπεράσπιση της πατρίδας… όλοι, μα όλοι μας, ψυχούλα, είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για την τιμή και την ελευθερία της γλυκιάς πατρίδας>>.

 Ο Σουκατζίδης και οι άλλοι κρατούμενοι, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, ζήτησαν επανειλημμένα από την κυβέρνηση του καθεστώτος να του στείλει στο μέτωπο. Δυστυχώς το μεταξικό καθεστώς όχι μόνο δεν τους έστειλε να πολεμήσουν τους εισβολείς αλλά διέπραξε ένα ακόμα έγκλημα, το άγος του οποίου θα συνεχίσει να βαρύνει: τους παρέδωσε τους κατακτητές. Τον Σεπτέμβριο του 1943 ο Ναπολέων Σουκατζίδης μετήχθη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου. Το στρατόπεδο αυτό, που άρχισε να λειτουργεί από τον ίδιο μήνα, ήταν ένα από τα πιο σκληρά στρατόπεδα συγκέντρωσης που λειτουργούσαν στην Ελλάδα. Ήταν κάτω από την άμεση εποπτεία της σκληρότερης ομάδας του ναζισμού των Ες Ες. Διοικητής του ορίστηκε το ανθρώπινο κτήνος, συγχωρέστε μου την έκφραση, Πάουλ Ραντόμσκυ, ταγματάρχη των Ες Ες. Οι Γερμανοί ζήτησαν κάποιον που ήξερε καλά γερμανικά. Πολλοί ξέραν γερμανικά αλλά μάλλον απέφυγαν. Τελικά ο Ναπολέων έγινε στρατοπεδάρχης. Κατά τον Κορνάρο, δουλειά του ήταν να κάνει προσκλητήριο, να οργανώνει το συσσίτιο για χιλιάδες κρατούμενους, να οργανώνει τα συνεργεία, την καθαριότητα, τις γενικές υπηρεσίες και να είναι υπόλογος των Γερμανών για όποιο λάθος η παράλειψη. Ήταν ο μόνος που ερχόταν σε επαφή με τον διοικητή. Όπως γράφει ο Κορνάρος  κρατούμενος και αυτός στο Χαϊδάρι <<το στρατόπεδο παρουσίαζε μία εσωτερική πειθαρχία που θα τη ζήλευε και το καλύτερα οργανωμένο έθνος. Ο κατάδικος είχε την εντύπωση πως την ώρα που κοιμότανε, κάποιος σκεφτότανε για αυτόν, κάποιος που προγραμμάτιζε την ερχόμενη μέρα για να αντέξουν. Κι αν έκανες την ερώτηση ‘’ποιος φαντάζεσαι να προνοεί για όλα αυτά’’ θα χαμογελούσε και θα σου έδειχνε μία κίνηση του κεφαλιού του Ναπολέοντα. Οι κρατούμενοι τον είχανε για παντοδύναμο σε εφευρετικότητα, προκειμένου να σώσει μία κατάσταση, να προλάβει κάποιο παιδεμό σε βάρος των ομήρων>>. Ο ίδιος αναφέρει και το παρακάτω περιστατικό. Κάποια μέρα ένας κρατούμενος ήταν άρρωστος με πολύ υψηλό πυρετό και δεν πήγε το προσκλητήριο. Ο Ναπολέων ανέφερε στο διοικητή το γεγονός και αυτός βλοσυρά ρώτησε ποιος για διέταξε αυτό και να εμφανιστεί ο γιατρός. Ο γιατρός προσπάθησε να εξηγήσει την κατάσταση του ασθενούς. Ο διοικητής άρχισε τον βούρδουλα και τότε ο Ναπολέων του είπε, ότι αυτός, σαν στρατοπεδάρχης διέταξε το γιατρό να τον πάρει. Ο διοικητής άρχισε με το βούρδουλα να δέρνει τον Ναπολέοντα με τέτοια μανία που <<τα ρούχα του κόλλησαν με τα αίματα, το πρόσωπο είχε γίνει μία ανοιχτή πληγή και τα μάτια  δεν ξεχώριζαν. Σ’ αυτή την κατάσταση του δίνει διαταγή να σημάνει γενικό προσκλητήριο και να φέρει τον άρρωστο στη γραμμή. Πράγματι η παράταξη ήταν έτοιμη και φέρανε από το αναρρωτήριο τον άρρωστο σε φορείο. Ο διοικητής σκύλιασε και ζήτησε να τον πάνε πίσω και να έρθει μόνος του. Οι κρατούμενοι, μπροστά σ’ αυτή την σκληρότητα και αναλγησία άρχισαν να σφίγγουν τα δόντια τους και τις γροθιές τους, ενώ κάποιες βρισιές ξεστομίζονταν σιγανά. Ο Σουκατζίδης παρά την ελεεινή κατάσταση του, συνέπεια του ξύλου, διέγνωσε τον κίνδυνο μιας αντίστασης και τις θανατηφόρες συνέπειες της. Αμέσως με το πρόσχημα μιας κανονικής στοίχισης των κρατουμένων, μπήκε ανάμεσά τους και με τρόπο τους παρακάλεσε να μείνουν φρόνιμοι. Τον άκουσαν, υπάκουσαν. Έτσι αποφεύχθηκε μία ακόμα τραγωδία. 

Τον Απρίλιο του 1944 ο διοικητής του στρατοπέδου Χαϊδαρίου Ραντόμσκυ αντικαταστάθηκε από τον υπολοχαγό των Ες Ες Κάρλ Φίσερ. Αυτός συνέχισε την ίδια απάνθρωπη συμπεριφορά με τον προκάτοχό του. Όπως αναφέρει στην από 5 Σεπτεμβρίου 1952 έγκλησή του το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου προς τον εισαγγελέα της Βόννης, ο Καρλ Φίσερ << Είναι υπεύθυνος για τα κάτωθι εγκλήματα: υπέβαλε τους κρατούμενους εις διαρκή τρομοκρατίαν, βασανισμούς και κοπιώδεις και εξευτελιστικάς εργασίας. Η τροφή των κρατουμένων ήταν ελεεινή και ολίγη. Υπέβαλε σε μαστιγώσεις και άλλους βασανισμούς, απομόνωση σε εξαιρετικά μικρά κελιά και τους απαγόρευσε να κάθονται ή να στηρίζονται στους τοίχους. Κατά τον χρόνο που ήταν διοικητής εξετελέσθηκαν με ανοχή του, αν όχι τη υποδείξη του, εκατοντάδες ομήρων κρατουμένων>>. Τον Απρίλιο του 1944 ανταρτικές ομάδες σκότωσαν σε ενέδρα στους Μολάους Λακωνίας έναν Γερμανό Στρατηγό. Οι Γερμανοί, εκτός των άλλων εκτελέσεων διέταξαν την σε αντίποινα την εκτέλεση 200 κρατουμένων από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Την 1η Μαΐου 1944, στο πρωινό προσκλητήριο, ο διοικητής Κάρλ Φίσερ, άρχισε να διαβάζει τον κατάλογο των κρατουμένων που θα εκτελούνταν. Να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρει ο Θέμος Κορνάρος, η είδηση για την εκτέλεση των 200 κρατουμένων είχε διαρρεύσει το προηγούμενο βράδυ και οι κρατούμενοι, τουλάχιστον του θαλάμου Νο1,  ο οποίος περιελάμβανε 260 άτομα, το γνώριζαν.

 Τα ονόματα των κρατουμένων προς εκτέλεση διάβαζε ο ίδιος ο Κάρλ Φίσερ. Όποιος άκουγε το όνομα του έβγαινε από τη σειρά του και πήγαινε  σε ξεχωριστή σειρά. Όλοι οι κρατούμενοι που άκουγαν το όνομα τους φώναζαν υπερήφανα και δυνατά παρών, αποχαιρετούσαν τους συντρόφους τους, δίνοντας ο ένας στον άλλον δύναμη και στέκονταν στη γραμμή των μελλοθανάτων. Ο διοικητής συνεχίζει γρήγορα την ανάγνωση των ονομάτων. Κάποια στιγμή διαβάζει το όνομα Ναπολέων Σουκατζίδης. Ο Θέμος Κορνάρος, παρών τότε περιγράφει << στη βιάση απάνω φώναξε το επίθετο του Ναπολέοντα. Κι ύστερα είπε και το όνομα. Ετοιμαζότανε να πει συνέχεια, όπου ξαφνικά νιώθει το τσούξιμο. Πλάι του ακούει δύο τακούνια να χτυπάνε με προσοχή και μία φωνή του θριάμβου να αντηλαλείται σαν  καμπάνα ανάστασης, στο άγριο τοπίο του Χαϊδαρίου. Γυρίζει και θωρεί τον Ναπολέοντα μπροστά του, ακίνητο, έτοιμο, με το γέλιο του νικητή στο ελληνικό του πρόσωπο και με την Ελλάδα ολόκληρη στα αστραφτερά μάτια του ήρωα. Ο διοικητής τινάζεται, κάνει δύο βήματα πίσω, σηκώνει τ’ αριστερό χέρι 

·         όχι, όχι εσύ Ναπολέων, όχι εσύ…

 Το στρατόπεδο αναταράσσεται. Αιτία ήταν η αγωνία και τη ζωή του ‘’παιδιού’’. Ο Ναπολέων απαντά στο διοικητή και όλα τα αυτιά είναι τεντωμένα κι αφουγκράζονται. Όσοι ξέρουνε όσοι ξέρουνε γερμανικά, μεταφράζουν την ίδια στιγμή τα λόγια του: Δέχομαι κύριε διοικητά, τη ζωή αλλά μόνο με τον όρο, πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλο κρατούμενο. Μόνο αν η θέση μου μείνει κενή. Ο διοικητής σάστισε. Ο Ναπολέων γυρίζει στο βοηθό του, του παραδίδει τα κλειδιά των θαλάμων, τη σφυρίχτρα και το σημειωματάριο με τους καταλόγους των ομήρων. Θανάση του λέει, να μην ξεχάσεις ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και υπηρετείς Έλληνες αγωνιστές, αιχμαλώτους. Να είσαι πάντα καλός και υπομονετικός μαζί τους. Τον αγκαλιάζει και τον φιλάει. Με στέρεο βήμα, το κεφάλι ψηλά αλλά και σεμνότητα παίρνει τη θέση του ανάμεσα στους μελλοθάνατους. Ο Διοικητής χειρονομεί και κάνει μία ακόμη προσπάθεια να τον μεταπείσει.

- Γιατί εσύ είσαι χρήσιμος και για σήμερα και για αύριο.

Ο Ναπολέων απαντά:

- Η ζωή του κάθε Έλληνα, κύριε διοικητά, αξίζει όσο και η δική μου, μία μάνα τον περιμένει και αυτόν όπως εμένα. Αλλά μόλις δεχτώ την πρότασή σας, αυτόματα παύω να είμαι εγώ, γίνομαι δολοφόνος και προδότης. 

Οι μελλοθάνατοι οδηγήθηκαν γρήγορα στα αυτοκίνητα που θα τους μετέφεραν στην Καισαριανή για την εκτέλεσή τους. Όποιοι μπορούσαν έγραφαν γρήγορα αποχαιρετιστήρια σημειώματα στους αγαπημένους τους. Ο Ναπολέων έγραφε στο τελευταίο του σημείωμα προς τον πατέρα του <<Πατερούλη, πάω για την εκτέλεση. Να ‘σαι περήφανος για το μονάκριβο γιο σου. Ν’ αγαπάς και να λατρεύεις την κορούλα σου (αρραβωνιαστικιά του) και την αδελφούλα μου. Γειά,  γειά πατερούλη.  Ναπολέων>>. Το σημείωμα αυτό έγινε τίτλος της ταινίας του σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη το έτος 2017. Ο Νάσος Βαγενάς, ομότιμος καθηγητής του Παν/μίου Αθηνών σε άρθρο του στο Βήμα της 14 Απριλίου 2018 με τίτλο ‘’Ρέκβιεμ για έναν ήρωα’’ γράφει: <<Σε μιαν εποχή αντιηρωική, όπως η δική μας, έχουν θέση οι ήρωες; Η περίπτωση Σουκατζίδη προσφέρεται για να μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε τη βαθύτερη έννοια του ηρωισμού. Διότι η απόφασή που σφράγισε το πεπρωμένο αυτού του ανθρώπου οδήγησε αυτή την έννοια στον υψηλότερο βαθμό της, αν σκεφτούμε ότι αποτελεί το αποκορύφωμα μιας αλυσίδας αποφάσεων που θα καθιστούσαν  οποιονδήποτε άλλον έρμαιο της μοίρας. Ο Σουκατζίδης είναι μία ιδιάζουσα μορφή τραγικού ήρωα. Δεν υπήρξε άθυρμα  ανώτερων δυνάμεων, όπως οι τυπικοί τραγικοί ήρωες, γιατί, διαφορετικά από τους άλλους 199 μπορούσε να σώσει τη ζωή του. Με την απόφαση του να τη θυσιάσει στο βωμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποδείχτηκε νικητής στον αγώνα του με τη μοίρα. Με το θάνατο του οδήγησε την έννοια του σιλερικού ύψους (του μεγαλόπνοου αισθήματος που γεννά η νίκη του ηθικού νόμου επί του φυσικού) στην υψηλότερη μορφή του. Ναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης ήταν ένας ήρωας και  όπως λέει ο Μπρεχτ ‘’αλίμονο στη χώρα που δεν έχει ήρωες’’. Έστω κι αν ο ίδιος ο αντιηρωικός Μπρεχτ, δέχεται ότι ‘’Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες’’.

Όμως Θα μου επιτρέψετε να πω ότι αλίμονο στη χώρα που ξεχνά και δεν τιμά τους ήρωες της.

 

ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΡΟΥΧΑ: "Κι η πόλη νεκρή"

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΡΟΥΧΑ

 


«Κι η πόλη νεκρή»

             

Με αφορμή την ομιλία του Σωτήρη Νικολακόπουλου για τον ποιητή Περικλή Γιαννόπουλο, που έγινε την Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023 στη ‘’Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς‘’, στα πλαίσια των καθιερωμένων φιλολογικών βραδινών, θα ήθελα να εκφράσω μια διαπίστωση σχετικά με την συγγένεια μεταξύ του ποιήματός

«Τραγουδιστής»– απόσπασμα- του Περικλή Γιαννοπούλου (Π.Γ.) Και του

ποιήματός   «Δρόμοι Παλιοί»  του Μανώλη Αναγνωστάκη (Μ.Α.).

       Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Ο τραγουδιστής (απόσπασμα)

Η πόλις είνε λευκή

Η πόλις είνε ωραία

Η πόλις είνε γεμάτη παλάτια

Παραδίσεια στολισμένα κάθονται γύρω της όλα τα βουνά,

νυμφικά λάμπουν τα μαρμαρένια της παλάτια.

Και ο ήλιος κατάχρυσος περιπατεί μόνος

εις τους έρημους της δρόμους και κλαίει.

Κατάκλεισται είνε όλαι αι θύραι,

κατάκλειστα είνε όλα τα παράθυρα,

η πόλις είνε νεκρά.

Η πόλις άλλοτε ήτο όλο ζωή και εώρταζε λαμπράς εορτάς

και ένα Κακόν Πνεύμα επέρασε και εμαρμάρωσε την χαράν.

Οι άνθρωποι είνε κλεισμένοι εις το σκότος,

αι ψυχαί δεμέναι εις σώματα νεκρά…….

 

Περικλής Γιαννόπουλος

 Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

 

 

 

Δρόμοι παλιοί

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα

ατελείωτα

Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να

περπατώ

Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η

πόλη

νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε

κάθε γωνιά

Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα

χαμένο του

πόθου μου

Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να

περπατώ κρατώντας

Ακόμη μια σπίθα τρεμόσβηστη στις

υγρές μου

παλάμες.

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς

Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε

κανένας με γνώριζε.

 

Μανώλης Αναγνωστάκης

 

Παρότι πολλές δεκαετίες μεσολαβούν ανάμεσα στη συγγραφή των δύο ποιημάτων,

είναι εμφανείς κάποιοι κοινοί τόποι, κάποιες στιχουργικές εμπνεύσεις μεταξύ των δύο

ποιημάτων και κατεπέκταση και των δύο ποιητών. Κλειδί της δικής μου έμπνευσης

για την ανάδειξη και αξιοποίηση της διαφαινόμενης συγγένειας, αποτέλεσε η κοινή,

και στους δύο φράση: ‘’Κι η πόλη είναι νεκρή‘’. Γύρω λοιπόν, απ’ αυτόν τον σημασιολογικό πυρήνα, ανοίγονται σαν ομόκεντροι κύκλοι οι σκέψεις των δύο

συγγραφέων. Και οι δύο μιλούν για μια πόλη η οποία κάποτε ήταν ‘‘λαμπερή και στολισμένη’’ (στον Π.Γ) ‘’αγαπημένη και νοσταλγική‘’ (στον Μ.Α, αντίστοιχα) που

όμως τώρα είναι νεκρή και για τους δύο. Βέβαια και οι δύο αναφέρονται με τη λέξη ‘’πόλη ‘’σε δύο χώρους ταυτόχρονα, στους οποίους η εσωτερικότητα του ανθρώπου το περίγραμμα των προβολών του εαυτού στο ΕΓΩ του, (πρώτος χώρος) βρίσκεται σε

μια ιδιότυπη αλληλοπεριχώρηση με την εξωτερικότητά του με τη φαντασιακή θέσμιση της κοινωνικής σφαίρας που συνέχει την πόλη (δεύτερος χώρος). Έτσι στον

Π.Γ. αρχικά η πόλη φαίνεται να ήταν μια καθαρή εξωτερικότητα, ένα αστικό περιβάλλον (στ. 1-5) που σιγά σιγά εξαϋλώνεται και μετατρέπεται σε περρίρεουσα

ατμόσφαιρα κι ύστερα σε ‘’πνεύμα ‘’ (στ. 12) που αφομοιώνεται από τις ψυχές των ανθρώπων. Όμως αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό δε γίνεται σε μια χρονική ακολουθία (γραμμική), αλλά αφήνει ο ποιητής να εννοηθεί ότι ταυτόχρονα ακολουθείται και η αντίστροφη πορεία, σ’ έναν χρόνο βιωματικό ή καλύτερα «αβίωτο», όπου το πνεύμα (κακό πνεύμα) μεταμορφώνει-νεκρώνει τα ανθρώπινα σώματα κι αυτά με τη σειρά τους στερούν από την πόλη την γιορτινή και λαμπερή της φορεσιά. Έτσι δηλαδή ο εσωτερικός ψυχικός χώρος του ανθρώπου αναπνέει ήδη στον πνεύμονα της πόλης με το οξυγόνο που αφήνει να εισέρχεται και να εξέρχεται από τις ανοικτές θύρες της και τα ανοιχτά παράθυρά της (στ. 8-9).

Μια παρόμοια σύζευξη του εσωτερικού στο εξωτερικό και αντίστροφα,

παρατηρούμε και στον Μ.Α. Έτσι λοιπόν, μέσα στους δρόμους τους παλιούς της πόλης (εξωτερικότητα), σιγά-σιγά ο ποιητής ανταμώνει τους ίσκιους των σπιτιών,

κάτι δηλαδή σαν το αντίστοιχο ‘πνεύμα’ στον Π.Γ., και καταλήγει σε μια βιοψία της εσωτερικής αυτής κατάστασης (στ. 10-12). Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ‘’οι ίσκιοι των σπιτιών‘’ κάτω από τους οποίους περπατάει ο Μ.Α., είναι οι αντίστοιχες ‘’κατάκλειστες θύρες και κατάκλειστα παράθυρα‘’ που στοιχειώνουν τις δυο πόλεις.

Προφανώς και οι δύο εκφράζουν το μη ον της ύπαρξης, την παραφυάδα του μηδενός που ταλανίζει τη σκέψη όταν συνειδητοποιεί τη συμμόρφωσή της με την κοινωνική

αδράνεια και το πολιτειακό εξοβελισμό. Και στον Μ.Α. βέβαια η χρονική πορεία είναι αμφίδρομη, εφόσον ο ποιητής στους τελευταίους στίχους ξαναρχίζει την

αντίστροφη πορεία, όπου η μοναξιά του (εσωτερ.) με τα εξωστρεφή χαρακτηριστικά της απομυζά τους δρόμους από τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά και τους

μετατρέπει σε αδιέξοδους εσωτερικούς ‘’διεξόδους,‘’ που οδηγούν στο αναπότρεπτο όχι όμως και στο 0 (μηδέν)-κάτι που τον διαφοροποιεί από τον Καρυωτάκη-γιατί

αφήνει μια σπίθα τρεμόσβηστη στις παλάμες του (ελπίδα για επιστροφή στη ζωντανή πόλη).

 

Όσον αφορά το μορφολογικό επίπεδο, και τα δύο ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο και κινούνται στα όρια του ρεαλισμού με το συμβολισμό. Επίσης και οι δύο

χρησιμοποιούν την τεχνική της αντίθεσης, καθώς και του παράδοξου και του οξύμωρου σχήματος. Ο Π.Γ. στους πρώτους (στ. 1-5) παρουσιάζει την πόλη λαμπερή

κ.τ.λ. ενώ αμέσως μετά στον 6 ο στίχο ‘’ο ήλιος μόνος, κλαίει στους έρημους δρόμους‘’. Αντίστοιχα, το ίδιο κάνει ο Μ.Α. στον πρώτο στίχο (αγάπησα / μίσησα).

Ακόμα και οι δύο χρησιμοποιούν τον δυϊσμό (πνεύμα-σώμα) σε μια κατάσταση προσωρινής διακριτότητας μεταξύ τους, γιατί και οι δύο αποσκοπούν στη συνένωση

αυτών των δύο, σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου η βραχύβια αυτή αντίθεση, θα αρθεί και θα μπολιαστεί με μετωνυμική αναβάθμιση. Για παράδειγμα ο Π.Γ. επιστρατεύει

τον δυϊσμό (άνθρωποι-ψυχές) για να του χρησιμεύσει ως όχημα πάνω στο οποίο θα συρθεί η πλοκή της σκέψης του για να σχηματίσει τη μετωνυμική τροποποίηση των

δυο όρων (ψυχής) σκότος και (άνθρωπος) σώμα νεκρό.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται ένα νοηματικό σύστιχο στον νου του αναγνώστη που παίρνει το προτασιακό του ανάφορο στη φράση / διαπίστωση ‘‘το σκότος στην

ψυχή μετατρέπει τον άνθρωπο σε νεκρό σώμα‘’. Και όλα αυτά βέβαια σημαίνονται στη σημειολογική περιφέρεια της ‘’ΠΟΛΗΣ ‘’, η οποία μετατρέπεται στο σημαινόμενο μέσα στο οποίο ο ποιητής αφενός επιτρέπει την συνήχηση της εν λόγω αντίφασης στο εσωτερικό της, αφετέρου τη μετατρέπει στο σημαίνον, του προτάγματος για πολιτική κατακραυγή, που δεν μηδενίζει αλλά προτρέπει για

κινητοποίηση (εσωτερικής και εξωτερικής) τους πολίτες της πόλης αλλά και την πόλη των πολιτών.

 Άρα παρατηρούμε ότι ο Π.Γ. όπως και ο Μ.Α. αντιδρούν έντονα για την κατάσταση της εποχής τους και εκφράζουν με ρητό τρόπο την απογοήτευσή τους.

Μάλιστα πολλές φορές το ύφος και των δύο είναι ειρωνικό. Επιπλέον, και οι δύο μιλούν σε μια γλώσσα άμεση η οποία διακρίνεται από μια γνησιότητα των λέξεων χωρίς να ενδίδει σε φιλολογική επίδειξη. Αντ’ αυτού και οι δύο έχουν το δικό τους προσωπικό ύφος, το οποίο όμως επιστρατεύει με αποδεικτική ισχύ τη σκέψη τους

όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. ‘’Οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι εις το σκότος και γι’ αυτό οι ψυχές τους δένονται σε νεκρά σώματα’’ γράφει εν προκειμένω ο Π.Γ.

Έτσι λοιπόν και οι δύο κατακρίνουν την μικροαστική ψυχολογία που κάνει την πόλη νεκρή, τα σώματα νεκρά με δεμένες τις ψυχές πάνω τους.

Στον Π.Γ. Οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι στο σκότος, χαμένοι, ενώ στον Μ.Α. ο μικροαστισμός της πόλης δημιουργεί ένα ον ξεχασμένο και μοναχικό, κάθε γωνιά

της παρουσιάζεται αφιλόξενη και ανοίκεια κι εγκλωβίζει το άτομο σ’ ένα ημίφως το οποίο επιτρέπει μόλις να διαφαίνεται μια αχτίδα ελπίδας, η οποία όμως σε υγρές

παλάμες εξατμίζεται στον αιθέρα της πόλης-χωρίς να εξαλείφεται πλήρως – ίσα για να φωταγωγήσει αδρά τον εσωτερικό χώρο της ύπαρξης, εκεί που η πόλη χαρτογραφεί με ευκρίνεια την απουσία της.

Άλλο ένα κοινό χαρακτηριστικό στη στιχοποιία των δύο ποιητών, όπως αυτή διαφαίνεται στα εν λόγω ποιήματα, είναι και η χρήση της τεχνικής τις επανάληψης

λέξεων ή ακόμα και αποσπασμάτων.  Για παράδειγμα παρατηρούμε στον Π.Γ.,

Υ Ρ

Η πόλη είναι λευκή

Η πόλη είναι ωραία

Η πόλη είναι γεμάτη παλάτια

επαναλαμβάνεται ‘’Η πόλη είναι…‘’ τρεις φορές, προφανώς για να επιτονιστεί η ταυτοποίηση της πόλης με την πρότερη (ή ακόμα και με την εξειδανικευμένη μορφή

της). Ταυτόχρονα, όμως, λίγο πιο κάτω παρατηρούμε άλλη μια επανάληψη,

Κ Ρ

Κατάκλειστες είναι όλες οι θύρες

Κατάκλειστα είναι όλα τα παράθυρα

Εδώ επαναλαμβάνεται το Κ και το Ρ, ενώ προηγουμένως το Υ και το Ρ. Αυτές όμως οι δύο επαναλήψεις συνδέονται σημασιολογικά και συντακτικά με το ρήμα (είναι).

Μ’ αυτόν τον τρόπο ο ποιητής καταφέρνει με έξοχο τρόπο να σχηματίσει μια φράση ως αποτέλεσμα της σύζευξης των παραπάνω συντακτικών μερών της κάθε

επανάληψης. Η φράση λοιπόν που προκύπτει είναι η εξής:

Υ Ρ Κ

‘’Η πόλις είναι κατάκλειστη ‘’

Παίρνοντας δηλαδή το Υ της πρώτης επανάληψης (Η πόλις) και το Κ της δεύτερης

(κατάκλειστη) και διατηρώντας παράλληλα το ίδιο συνδετικό ρήμα (είναι) καταφέρνει να προπαρασκευάσει τον νοητικό χώρο, που θα καλύψει ο επόμενος στίχος με την τελεσίδικη έκφραση του:

‘’Η πόλις είναι νεκρή‘’

Ο λόγος, βέβαια, που δεν εκφράζει απευθείας αυτήν την απαισιόδοξη κρίση, είναι ακριβώς επειδή κατά βάθος θεωρεί ότι υπάρχει ελπίδα. Γι’ αυτό και τα

κατηγορούμενα των πρώτων στίχων (λευκή, ωραία, γεμάτη, παλάτια), μ’ αυτόν τον τρόπο υπάρχουν σε μια δυνητική κατάσταση, λάμπουν σαν μαργαριτάρια μες στο

σκοτάδι, και φυσικά καθιστούν την ‘’κλειστότητα ‘’ ένα ένδυμα, ένα πρόσκαιρο και ανάλαφρο πέπλο, πάνω στην πόλη που χρειάζεται μόνο τα ανοιχτά παράθυρα και τις

ανοιχτές πόρτες για να το ξεφορτωθεί.

 

Στον Μ.Α. αντίστοιχα παρατηρούμε μια επανάληψη στους τρεις τελευταίους

στίχους του ποιήματος.

 

‘’Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς

Να γνωρίζω κανένανε

Κι ούτε κανένας με γνώριζε‘’

 

Σ’ αυτή βέβαια την περίπτωση, το κέντρο βάρους της αποβλεπτικότητας της τεχνικής της επανάληψης, βρίσκεται στην εσωτερική οπτική του ποιητή.

Χρησιμοποιώντας την προσωπική αντωνυμία (εγώ) σε δύο πτώσεις, (πρώτα στην Ονομαστική εγώ δε γνώριζα κανένανε, και ύστερα στην Αιτιατική ούτε

κανένας με γνώριζε) ουσιαστικά εκφράζει αυτή την σύζευξη της εσωτερικής εποπτείας της μοναξιάς του ποιητή και της αντίστοιχης επιβεβαίωσης της απ’ έξω

δηλαδή από το περιβάλλον της πόλης. Με λίγα λόγια, στην πρώτη περίπτωση (με τη χρήση του «εγώ»), ο ποιητής προβάλλει στον εαυτό του το αποτύπωμα της

«εσωτερικής» του ευθύνης για την «εξωτερική» του απομόνωση, ενώ στην δεύτερη (με τη χρήση του «εμένα»), μεταφέρεται από τη θέση του ‘’πράττοντος

Υποκειμένου‘’ στη θέση του ‘’πάσχοντος Αντικειμένου‘’, δηλαδή του αξιοπαθούντος μοναχικού όντος. Παράλληλα έχουμε και μια διαστολή του αισθήματος ανοικειότητας (το οποίο τρέφεται από τη δική του ενεργό εσωστρέφεια), η οποία έχει ως αποτέλεσμα την συστολή της εξωστρέφειας της ύπαρξης του, προσδίδοντας μια

κινητικότητα στο ζεύγος (συσταλμένης ύπαρξης - διασταλμένης μοναξιάς) χρησιμοποιώντας το ρήμα ‘’και προχωρούσα…‘’. Με την επιλογή συγκεκριμένου

ρήματος, γίνεται διαυγής και η μη αναστρεψιμότητα αυτής της καταστάσης καθώς ο δρόμος, στον οποίο περπατάει ο ποιητής, σου δίνει την εντύπωση ότι είναι ένας

χαώδης μονόδρομος μέσα στο σκοτάδι όπου η αίσθηση του μηδενός όλο και πλησιάζει εγγύτερα. Έτσι λοιπόν, ο ποιητής άλλοτε μεταφερόμενος στο παρελθόν της

πεζοπορίας του (με μνημονικές πτυχώσεις) κι άλλοτε οραματιζόμενος το μέλλον (με επιθυμητικές –αν και δυσοίωνες- προβολές), μένει μετέωρος πάνω στο 0 (μηδέν) της ύπαρξης και στο άπειρο της μοναξιάς. Αυτό το ιδιοστατικό καθεστώς της κινούμενης ακινησίας, είναι ενδεικτικό της υφής της απογοήτευσης του ποιητή, η οποία αφανίζει λίγο λίγο την υπαρξιακή αγωνία, της οποίας η ελπιδοφόρα δεξαμενή, δείχνει να εξαντλείται από το αδηφάγο μηδέν.

Στην πόλη του Μ.Α. λοιπόν, το μηδέν αυτό παίρνει τη μορφή της απουσίας:

Ούτε ένα πρόσωπο, ούτε μια φωνή δεν ακούγεται, παρά μόνο η νύχτα, η οποία άλλες

φορές μεταμορφώνεται σε ‘’ίσκιο σπιτιού‘’, άλλες πάλι σε ‘’ασημαντότητα της παρουσίας‘’ και άλλες σε πλεονασμό σημειωτικό, μέσω της απομόνωσης από την αίσθηση της ‘’μη αναγνωρισιμότητας‘’ η οποία δηλώνεται με πολλά σημεία ποικιλοτρόπως.

Έτσι και στα δύο ποιήματα παρατηρούμε μια απεδαφικοποίηση της αίσθησης

του εαυτού ως ‘’πολιτικώς ανήκειν σε μια περιοχή σε μια πόλη‘’ και τη μετέπειτα επανεδαφικοποίηση σε μια απουσία ύπαρξης, σ’ ένα μη ον, που φωλιάζει στην

αναγνώριση και στην παραδοχή της απελπισίας του, στο πλεόνασμα του κενού, που όμως είναι καταδικασμένο να υποφέρει απ’ την οντολογική του απουσία, όντας

ακόμη ενσώματο, έστω και αν πρόκειται για ‘’νεκρό σώμα‘’ στον Π.Γ. ή ‘’ασήμαντη

παρουσία‘’ στον Μ.Α..