ΓΕΩΡΓΙΟΥ Λ.ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ: Επέτειος Διακοσίων χρόνων από την αυτοθυσία του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου στην Ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου"

 Επέτειος Διακοσίων χρόνων από την

αυτοθυσία του Ιωάννη

Παπαδιαμαντόπουλου στην Ηρωική

Έξοδο του Μεσολογγίου"

Του Γεωργίου Λ. Μαργαρίτη







(Oμιλία στον κύκλο των Φιλολογικών Βραδινών της Εταιρεία  Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος

στη ΣΤΕΓΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ   τη Δευτέρα 27/4/2026)


Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων

Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν

Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.


Έτσι απαθανάτισε γλαφυρά ο εθνικός μας

ποιητής Διονύσιος Σολωμός στα σχεδιάσματα του

ποιήματος Ελεύθεροι Πολιορκημένοι την Ηρωική

Έξοδο των επαναστατημένων Ελλήνων του

Μεσολογγίου.


200 χρόνια πέρασαν από το ηρωικό εκείνο

γεγονός ξημερώματα της Κυριακής των Βαΐων της 11 ης

Απριλίου 1826. Σήμερα, στον ιστορικό απόηχο


2


εκείνων των γεγονότων, είναι επιβεβλημένη η

παρουσίαση του βίου του διοικητή των Ελεύθερων

Πολιορκημένων Ελλήνων Μεσολογγιτών Ιωάννη

Παπαδιαμαντόπουλου που πρόσφερε την ζωή του για

την ελευθερία, τα ιδανικά και τις αξίες των

επαναστατημένων Ελλήνων. Ένα πρόσωπο που

διαδραμάτισε έναν από τους σπουδαιότερους ρόλους

στην Ελληνική Επανάσταση και που δυστυχώς δεν

έχει τύχει της ανάλογης τιμής και δόξας από τους

σύγχρονους Έλληνες.


Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος γεννήθηκε

στην Κόρινθο, τον Μάρτιο του 1766. Η καταγωγή του

όμως δεν ήταν από την Πελοπόννησο αλλά από την

Ήπειρο και πιο συγκεκριμένα από το χωριό Πλαίσια

των Κατσαναχωρίων. Παππούς του υπήρξε ο

Διαμαντής Μαργαρίτης. Ο αδερφός του Διαμαντή,

Γεώργιος Μαργαρίτης ήταν προύχοντας ιερέας του

χωριού Πλαίσια και κρεμάστηκε από τους Τούρκους

το 1742.


3


Για το ιστορικό αυτό περιστατικό γράφει ο

Ιωάννης Λαμπρίδης στα Ηπειρώτικα Μελετήματα

σχετικά με την ιστορία των Κατσαναχωρίων: «Κατά

διαταγή του διοικητού Ιωαννίνων Αχμέτ Πασά ο εκ

του χωριού Πλαίσια ιερεύς και Αγιάν   των

Κατσαναχωρίων βιλαέτης Γεώργιος Μαργαρίτης

απηγχονίσθη μετά την τέλεσιν της θείας λειτουργίας

και εν τω νάρθηκι της εκκλησίας του χωριού τούτου,

ένεκα ψευδεστάτων καταθέσεων αμείλικτων εχθρών

του» ( Να σημειωθεί εδώ ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο όρος

Ayan αναφερόταν σε τοπικούς προκρίτους ή προεστούς που

λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι μεταξύ της κεντρικής διοίκησης και

του λαού.)


Μετά από αυτό το φρικτό γεγονός, ο αδερφός

του Διαμαντής Μαργαρίτης ιερέας κι αυτός

αναγκάστηκε να φύγει με την οικογένεια του και να

εγκατασταθεί στο Αιτωλικό κυνηγημένος από τους

Τούρκους. Μάλιστα λέγεται ότι ο παπά-Διαμαντής

Μαργαρίτης αφού πλήρωσε πολλά φλουριά έφυγε


4


νύχτα με άλογα πεταλωμένα ανάποδα για να μην

ανακαλύψουν τα ίχνη του οι Τούρκοι.


Ο Ηπειρώτης ιερέας, πρόσφυγας πλέον στο

Αιτωλικό, έχτισε την εκκλησία των Ταξιαρχών κι έγινε

εφημέριος της μέχρι τον θάνατό του . Ο παπά-

Διαμαντής άφησε δύο γιούς τον Αναστάσιο και τον

Γεώργιο ο οποίος ήταν και ο πατέρας του Ιωάννη

Παπαδιαμαντόπουλου. Οι δυο γιοί αποφάσισαν να

φύγουν απ’ το Αιτωλικό και να κινήσουν για την

Πελοπόννησο. Ο Αναστάσιος εγκαταστάθηκε στη

Πάτρα και ο Γεώργιος στην Κόρινθο. Και οι δύο έγιναν

έμποροι κι όταν κάποια στιγμή έσμιξαν στην Πάτρα,

αποφάσισαν να αλλάξουν το επώνυμο τους πιθανόν

φοβούμενοι τους Τούρκους κι από Μαργαρίτης να

γίνουν Παπαδιαμαντόπουλοι δηλαδή παιδιά του

Παπαδιαμαντή.


Ο Γιώργος στην Κόρινθο παντρεύτηκε την κόρη

ενός ιερέα κι απόκτησε δύο παιδιά τον Ιωάννη και

την Ανθή . Τα δύο αδέλφια έχασαν τους γονείς τους


5


σε μικρή ηλικία και η Ανθή ανέλαβε να μεγαλώσει τον

αδελφό της. Ο Ιωάννης σπούδασε στα κοινά

γράμματα και στην αριθμητική κι όταν ενηλικιώθηκε

αποκατέστησε την αγαπημένη του αδελφή στην οποία

δώρισε ολόκληρη την πατρική περιουσία. 20 χρονών

πια κι αφού είχε παντρέψει την αδερφή του, το 1786

άφησε την Κόρινθο και ήρθε στην Πάτρα στο θείο του

Αναστάσιο.


Δουλεύοντας ως υπάλληλος κοντά στον θείο

του Αναστάσιο με την ευφυία του, την

επιδράστικότητα του, την επιμέλεια, την

εργατικότητα και το ζήλο του κατάφερε την μέτρια

εμπορική επιχείρηση του θείου του να την αναπτύξει

και να την διευρύνει έτσι ώστε 8 χρόνια μετά να

θελήσει να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, δηλαδή

στην δημιουργία μιας δικής του επιχείρησης.


Πράγματι το 1794 συνεταιρίζεται με τον

πλούσιο έμπορο και κτηματία Δημήτριο Ανάγνου με


6


την νέα επιχείρηση του να ξεπερνά ακόμη κι εκείνη

του θείου του.


Η εμπιστοσύνη που ενέπνεε η προσωπικότητα κι

ο χαρακτήρας του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου

έκανε πολλούς πλούσιους εμπόρους και κτηματίες της

εποχής, να του διαθέτουν κατά την κρίση του την

κτηματική παραγωγή των προϊόντων τους. Ονόματα

όπως ο Κιαμίλ Μπέης της Κορίνθου, Ο Βαλής της

Θεσσαλονίκης, έμποροι της Επτανήσου κι Έλληνες

έμποροι του εξωτερικού εμπιστεύονταν τον

Παπαδιαμαντόπουλο για την πώληση των προϊόντων

τους λαμβάνοντας ο ίδιος την αντίστοιχη προμήθεια.

Με τον καιρό καταφέρνει να πραγματοποιεί

απευθείας το ανταλλακτικό εμπόριο των Ελλήνων του

εξωτερικού, με όπλο το εμπόριο της σταφίδας, χωρίς

την μεσολάβηση των προξενείων Αγγλίας και

Ολλανδίας ή την εξάρτηση από τους ναυτικούς που

μετέφεραν τα ελληνικά προϊόντα στα ξένα λιμάνια.


7


Το εμπορικό του δαιμόνιο θριαμβεύει όταν

ευφυέστατα θεωρεί πώς με τα ιδιόκτητα πλοία, που θα

ταξιδεύουν ακόμα και στην Αμερική και με φθηνούς

ναύλους, θα κατάφερνε να βγάλει μεγαλύτερο κέρδος

και να μειώσει την προμήθεια των μεσαζόντων για

τους Έλληνες εμπόρους. Έτσι θα ήταν κερδισμένοι

όλοι. Πράγματι κινούμενος με απίστευτη ευφυία και με

μειωμένο κόστος κατασκευάζει στο Γαλαξίδι μεγάλα

πλοία χρησιμοποιώντας τους τεχνίτες από τους

ταρσανάδες, τα ναυπηγεία δηλαδή, του Μεσολογγίου

που εκείνη την εποχή το έργο τους άκμαζε

μεταφέροντας την τεχνογνωσία τους στο Γαλαξίδι.

Έτσι δημιουργεί έναν μεγάλο δικό του Γαλαξιδιώτικο

στόλο και κάνει το Γαλαξίδι ναυτική εμπορική δύναμη.

Μάλιστα είναι αυτός που ιδρύει τον πρώτο

Γαλαξιδιώτικο εμπορικό Σύνδεσμο κι ανοίγει μια νέα

εποχή για την πόλη.


Δεν του έφτανε όμως μόνο αυτό. Ιδρύει στην

Πάτρα Ιδιωτική τράπεζα έχοντας ανταποκριτές στα


8


εμπορικά κέντρα της ανατολής και της δύσης όπως

στην Κωνσταντινούπολη, στο Λονδίνο, στη

Μασσαλία, στη Τεργέστη, στην Ανκόνα, στο Λιβόρνο,

στη Σμύρνη στην Αλεξάνδρεια, στη Μάλτα στην

Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο. Δίκαιος και τίμιος σε όλες

του τις συναλλαγές ενέπνεε εμπιστοσύνη και αυτό του

απέφερε τεράστια οικονομικά κέρδη.


Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα ο

Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος έχει πλέον εδραιωθεί

ως ένας από τους πιο πλούσιους εμπόρους της

Πελοποννήσου. Τον Ιούνιο του 1800 παντρεύεται

στην Πάτρα την Ελένη Καλαμογδάρτη την κόρη του

σημαντικότερου προκρίτου της Αχαΐας Ιωάννη

Καλαμογδάρτη αποκτώντας μαζί της πολλά παιδιά από

τα οποία επέζησαν έξι.


Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες ο Ιωάννης

για τους πατρινούς υπήρξε εκείνος που με την

πατρική του φιγούρα προστάτευε τους Έλληνες

υπηκόους, αφού πάντα μεσολαβούσε πείθοντας την


9


οθωμανική διοίκηση, να μειώσει τους φόρους για

αυτούς, διπλασιάζοντάς τη δική του φορολογική

επιβάρυνση. Με το κύρος και τον ήπιο χαρακτήρα του

υπήρξε ο κυματοθραύστης των βίαιων αποφάσεων

των Τούρκων, καθώς ακόμα και αυτοί τον σέβονταν

και τον εκτιμούσαν. Και οι δύο πλευρές άκουγαν τη

γνώμη του, γνωρίζοντας τον δίκαιο και ηθικό

χαρακτήρα του. Κάθε αδικημένος έβρισκε άσυλο στην

οικία του. Οι υπάλληλοι του αμείβονταν

πλουσιοπάροχα ενώ τους παρείχε στέγη και τροφή.

Και αφού έχει φτάσει στο απόγειο της δόξας και

του πλούτου, έρχεται η ώρα να μυηθεί στη Φιλική

Εταιρεία το 1819 και να μπει μπροστά με όλα τα

εφόδια που διέθετε, στον αγώνα για την

απελευθέρωση. Και εκεί αποδεικνύεται το μεγαλείο

της προσωπικότητας και της δίψας του για ελευθερία

της πατρίδας. Τι κι αν έγινε ένας από τους πιο

πλούσιους Έλληνες εμπόρους στον Ελλαδικό χώρο,

τι κι αν ζούσε με όλες τις ανέσεις της εποχής


10


πλουσιοπάροχα έχοντας κυριολεκτικά στα πόδια του

Έλληνες και Οθωμανούς! Η ανήσυχη ψυχή του για

ελευθερία των Ελλήνων , η αγάπη του για την

πατρίδα , η ανάμνηση των δολοφονιών και των

κακουχιών των προγόνων του, από τους Οθωμανούς

κατακτητές, ζύγιζαν πολύ περισσότερο από το

χρυσάφι όλου του κόσμου. Λέγεται πως η περιουσία

του εκείνη την εποχή άγγιζε τα 3.000.000 γρόσια (

σημερινή αξία με βάση την τιμή του χρυσού

55.000.000 ευρώ ).


Είναι εκείνη η εποχή που ο ίδιος ο Αλέξανδρος

Υψηλάντης τον επιλέγει λόγω της μεγάλης εκτίμησης

που τρέφει στο πρόσωπο του, ως γενικό ταμία των

κοινών χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας γνωστής ως

της Κάσας της Εταιρείας του Γένους. Ο ίδιος γίνεται

ταυτόχρονα και μόνιμος χρηματοδότης της, ενώ

επιτυγχάνει να μαζέψει δωρεές κι από άλλους

πρόθυμους προκρίτους ήδη από την συνέλευση της

Βοστίτσας τέλη Γενάρη του 1821.


11


Μέσα σε λίγους μήνες όλα αλλάζουν στην ζωή

του. Είναι όμως αποφασισμένος να βοηθήσει πάση

θυσία τον αγώνα. Και το αποδεικνύει περίτρανα όταν

ηγείται του ξεσπάσματος της επανάστασης. Είναι το

μεσημέρι της 21 ης Μαρτίου 1821 όταν η μοίρα

επιλέγει την οικία του Παπαδιαμαντόπουλου στην

Πάτρα για να γίνει το σκηνικό που ανάβει τη φλόγα

της ελληνικής επανάστασης . Δεν είναι τυχαίο που ο

αυτόπτης μάρτυρας γραμματέας του Ολλανδικού

προξενείου στη Πάτρα, Jean Solair μας πληροφορεί

ότι αυτή είναι και η γενέθλια μέρα της Επανάστασης.

Ας δούμε όμως πως οι πηγές αναφέρονται σε

εκείνα τα δραματικά γεγονότα για την πόλη των

Πατρών.


Εἶτα τῇ 21 Μαρτίου ἐξῆλθον ἔνοπλοι εἰς τὴν

ἀγορὰν τῆς πόλεως, καὶ περιεκύκλωσαν πρῶτον τὸ

ὀσπήτιον τοῦ Ἰωάννου Παπαδιαμαντοπούλου, ὅπου

ὑπώπτευον ὅτι εὑρίσκονται ἐναποτεθειμένα ἅρματα.

Αλλὰ, μὲ τὸ νὰ εὗρον κεκλεισμένας τὰς πόρτας,


12


ἄρχησαν τὸν πόλεμον ἔξωθεν, καὶ τοῦ ἐφόνευσαν εἰς

τὸ παράθυρον ἕνα ἄνθρωπον· ἔπειτα ἔβαλον πυρκαϊὰν

εἰς τὰ πέριξ ὀσπήτια. Εἰς δὲ τὴν Μητρόπολιν͵ δὲν

ἐτόλμησαν νὰ πλησιάσουν, νομίζοντες, ὅτι εὑρίσκονται

μέσα Ἕλληνες κεκρυμμένοι· (από τα

Απομνημονεύματα Παλαιων Πατρών Γερμανού).

Τὴν αὐτὴν ἡμέραν 21 Μαρτίου ἀνέβησαν ἔνοπλοι ἕως

100 Τοῦρκοι ἐκ τοῦ Ῥίου εἰς τὴν πόλιν τουφεκίζοντες.

τινὲς δὲ αὐτῶν ἐμβάντες εἴς τι ῥακοπωλεῖον κατὰ τὴν

ἐνορίαν τῆς ἁγίας Τριάδος, ἀφ᾽ οὗ ἐμέθυσαν, ἔχυσαν

ῥακὴν ἔν τινι λεκάνῃ, καὶ ἐμβάψαντες τὰ

παρευρεθέντα παλαιόπανα, τὰ ἄναψαν, καὶ δι' αὐτῶν

ἔκαψαν τὸ ῥακοπωλεῖον· ἐφόνευσαν δὲ καὶ τὸν

ῥακοπώλην·ἐκεῖθεν ὑπῆγαν νὰ πατήσωσι τὴν οἰκίαν

τοῦ Παπαδιαμαντοπούλου. ἀλλ᾽ εὑρόντες ἀντίστασιν

αὐτοὶ μὲν, τὴν ἐπολέμουν κάτωθεν, οἱ δὲ ἐν τῇ

ἀκροπόλει τὴν ἐκανονοβόλουν ἄνωθεν. Ἐν τοσούτῳ,

αἱ φλόγες τοῦ ῥακοπολείου διεδόθησαν καὶ πολλαὶ

οἰκίαι ἐκάησαν. Ἦσαν παμπολλοὶ Ἑπταννήσιοι ἐν τῇ


13


πόλει, ἐξ ὧν πολλοὶ Φιλικοί. Οὗτοι ἀκούσαντες τὸν

τουφεκισμὸν καὶ βλέποντες τὰς φλόγας, ὡπλίσθησαν

καὶ ἔτρεξαν εἰς διάφορα μέρη (Τρικούπης , Ιστορία της

Ελληνικής Επανάστασης. )

Σύμφωνα και με άλλες μαρτυρίες μετά το μεσημέρι

της 21 ης Μαρτίου οι τούρκοι επιτίθενται όπως

αναφέρεται και παραπάνω στο σπίτι του

Παπαδιαμαντόπουλου. Στην ανταλλαγή πυροβολισμών

σκοτώνεται ο θείος του Ιωάννη, Διαμαντής

Παπαδιαμαντόπουλος.

Τότε βλέποντας τον θείο του να σκοτώνεται δίνει

αμέσως τὸ σύνθημα τής Επαναστάσης. Ανεβαίνει στο

υπερώο της οικίας και πυροβολεί τρεις φορές στον

αέρα καθώς αυτό ήταν το σύνθημα για να σπεύσει σε

βοήθεια το έμμισθο σώμα πολεμιστών που διέθετε με

αρχηγούς τον Καρατζά και τον Ανδριτσόπουλο. Αυτοί

σπέρνουν τον πανικό στους Τούρκους και με την

βοήθεια του σώματος των Επτανησίων που κατοικούν

στη Πάτρα τους αναγκάζουν να οχυρωθούν στο


14


Κάστρο. Η Πάτρα γίνεται η πρώτη πόλη που

ελευθερώνεται προσωρινά . Ο Παπαδιαμαντόπουλος

πηγαίνει μαζί με τον Λόντο στο μοναστήρι του Ομπλού

συγκεντρώνοντας όλες τις πολεμικές δυνάμεις των

Ελλήνων κι από εκεί ειδοποιεί όσους βρίσκονταν στα

Νεζερά και στα Καλάβρυτα να σπεύσουν για βοήθεια.

Έχει επίσης προνοήσει να φυγαδεύσει την οικογένεια

του στην Ζάκυνθο που άνηκε τότε στους Άγγλους.

Την 25 η Μαρτίου φτάνουν στην Πάτρα από τις γύρω

περιοχές ο Παπαδιαμαντόπουλος με τον Λόντο και

400 περίπου στρατιώτες κρατώντας την επαναστατική

κόκκινη σημαία και τον μαύρο σταυρό πάνω της.

Έπειτα καταφθάνουν οι Κουμανιώτες, ο Ζαίμης, ο

Ρούφος κι ο π.π Γερμανός. Την ίδια ημέρα στην

πλατεία Αγίου Γεωργίου μπροστά στην

προαναφερθείσα σημαία και σε ένα μεγάλο ξύλινο

σταυρό ο π.π Γερμανός ορκίζει τους αγωνιστές και

ξεκινάει τυπικά την Επανάσταση.


15


Από εκείνες τις ημέρες και μετά η ζωή του

Παπαδιαμαντόπουλου αλλάζει. Βγάζει τα πολυτελή

ρούχα και κοιμάται στην ύπαιθρο. Μοιράζει τα

υπάρχοντά του στους αγωνιστές και αγοράζει

πολεμοφόδια από το εξωτερικό για τον αγώνα.

Οποιαδήποτε στιγμή η Διοίκηση των

Επαναστατημένων Ελλήνων τον διατάζει να πάει είτε

να διαπραγματευτεί είτε να μεσολαβήσει για να λύσει

προβλήματα, ο Παπαδιαμαντόπουλος υπακούοντας

πάντα βρίσκεται εκεί. Στην παραλαβή του φρουρίου

του Ναυπλίου, στη διαχείριση των πλοίων Ύδρας και

Σπετσών, στο να δώσει στους Υδραίους 6000 γρόσια,

στις διαπραγματεύσεις ξένων δανείων και στην

εξομάλυνση παθών του εμφυλίου πάντα δίνει το

παρών. Δεν ασχολείται πλέον με τίποτε άλλο παρά

μονάχα με τις υποθέσεις τις πατρίδας.


Έτσι έρχεται και η ώρα που η κυβέρνηση στις

12/03/1825 διορίζει τριμελή προσωρινή επιτροπή για

τη διεύθυνση των πολεμικών και πολιτικών


16


πραγμάτων της Δυτικής Ελλάδας. Η επιτροπή

απαρτίζεται από τον πρόεδρο Ιωάννη

Παπαδιαμαντόπουλο και τους Γεώργιο Καναβό και

Δημήτριο Θέμελη. Στις 12 Απριλίου 1825 μεταβαίνει

στο Μεσολόγγι κι αναλαμβάνει πολιτικός διοικητής

του. Τρεις μέρες μετά φτάνουν τα στρατεύματα του

Κιουταχή έξω από την πόλη και ξεκινάει η πολιορκία

του από τους Τούρκους. Οι δυνάμεις των Οθωμανών

που άγγιζαν τις 30.000 περίπου στρατιώτες

περικυκλώνουν την πόλη που αρχίζει σιγά σιγά να

ασφυκτιά έχοντας να αντιμετωπίσει επισιτιστικό

ζήτημα.


Είμαστε τυχεροί γιατί έχει σωθεί η

αλληλογραφία του Παπαδιαμαντόπουλου κι έτσι

μπορούμε να μάθουμε από τον ίδιο τις συνθήκες και

τα προβλήματα αλλά και την ευθύνη που είχε για το

Μεσολόγγι αλλά και για την οικογένεια του που

βρισκόταν στη Ζάκυνθο. Σε επιστολή του προς την

γυναίκα του δυο βδομάδες μετά αφού έχει αναλάβει


17


την διοίκηση των πολιορκημένων του Μεσολογγίου

γράφει:


« Μην στεναχωρείσθε όταν εγώ δια την τιμή

μας, δια την ζωή σας και ησυχίαν σας, απεφάσισα να

βασανίζωμαι και κινδυνέυω το ατομόν μου και δι’

αγάπην της πίστεως και πατρίδος αγωνίζομαι, όσον

δύναμαι, όταν ακούω ότι η φαμίλια μου είναι εις

ασφαλειαν και εν υγεια, αυτό με ευχαριστεί και με

εμψυχωνει δια να αγωνιζομαι με γενναιότητα. Δια την

οικονομία των εξόδων σας ελπίζω να σας εμβασεν ο

Γεώργιος Κάκος από Γαστούνη τα όσα του άφησα…»

(Να σημειωθεί εδώ ότι ο Κάκος Γεώργιος υπήρξε

υπάλληλος του Παπαδιαμαντόπουλου κι ο άνθρωπος -

σύνδεσμος του με την οικογένεια του Σισίνη στη

Γαστούνη) .


Σε άλλη επιστολή τον Ιούλιο του 1825 γράφει


πάλι στην γυναίκα του:


18


«… ημεις ημεθα Πολιορκημένοι ξηρας και

θαλασσης μολονότι τους εχθρούς δεν τους φοβομεθα

αν ητον κι άλλοι τόσοι. Εφθασαμεν εις την εσχατην

απελπισία δια την ελλειψην της μπαρουτης. Φωναζουν

, γραφουν , παρακαλουν με πεζους με εσπρεσα

παρασταινοντας τους την αναγκη μας δεν ηθελησε

κανενας να μας προφθάσει κ’ αν με μπαρουτι. Διο κι

αυθις απεφασισθη πεντε ανδρειοι πατριωτες να

περνουν αναμεσα απ τα καραβια του εχθρου κι ο θεος

να τους βοηθησει να περασουν εις Γλαρεντζα , να

διευθύνουν τα γραμματα μας προς την Διοίκησην και

δι αυτού. Και με την ελπίδα ίσως εύρουν ετοιμασμένη

μπαρούτι εις Γλαρέντζαν δια να μας φέρουν…»


Δυστυχώς η κυβέρνηση κωφεύει, οι Έλληνες

βρίσκονται σε εμφύλιο πόλεμο και οι βοήθειες που

φτάνουν στο Μεσολόγγι είναι μικρές. Δεν φτάνει

όμως μόνο αυτό. Η διχόνοια άρχισε να φωλιάζει και

μέσα στους πολιορκημένους του Μεσολογγίου με

έριδες ανταρσίες και ατασθαλίες κάποιων


19


οπλαρχηγών. Έτσι ο ελβετός φιλέλλην Μάγερ, που

έμενε μόνιμα από το 1821 στο Μεσολόγγι, μετά από

απόφαση της Επιτροπής και του Παπαδιαμαντόπουλου

αναγκάζεται να περάσει με καράβι στη Ζάκυνθο για

να διευθετήσει το ζήτημα. Εκεί μαζί με τον Ρώμα

αποφασίζουν να ιδρυθεί στο Μεσολόγγι με την

επιστροφή του, μυστική πατριωτική Εταιρεία με την

επωνυμία Αδελφότης των Φιλοδικαίων. Σκοπός ήταν η

ένωση και η ομόνοια των πολεμιστών και η μεταξύ

τους εξουδετέρωση των κομματικών αντιθέσεων. Από

τους πρώτους που απάρτιζαν τον πυρήνα της

Εταιρείας υπήρξε και ο Παπαδιαμαντόπουλος. Το

πρόβλημα πληροφορήθηκε και η κύβερνηση καθώς

στάλθηκε από την επιτροπή και ο Κανναβός ο οποίος

αφού ενημέρωσε από κοντά τον Κουντουριώτη δεν

ξαναγύρισε ποτέ στο Μεσολόγγι με αποτέλεσμα η

πολιτική διοίκηση των πολιορκουμένων να μείνει στα

χέρια του Παπαδιαμαντόπουλου και του Θέμελη. Λίγο

καιρό πριν την Έξοδο πεθαίνει κι ο Θέμελης κι ο


20


Ιωάννης μένει ο μοναδικός διοικητής του

Μεσολογγίου.


Σε άλλη επιστολή του προς την Κυβέρνηση και

τον Κουντουριώτη τον Αύγουστο του 1825 ο

Διοικητής του Μεσολογγίου γράφει με αγωνία: « … το

Μεσολόγγι πέντε μήνους σχεδόν πολεμείται

ακατάπαυστως, ημέρα και νύκτα και με μηχανάς

φέρνοντας μας τα χώματα ως βουνόπουλα μας

εγέμισε τα χαντάκια, έφθασε εις τα τείχη, επροχώρησε

και εις μια τάπια λεγομένην Τερίμπιλε με την μηχανή

του, έφθασαν τις προάλλες εις τον έσχατον κίνδυνον,

εσώθη από αυτόν κι ελπίζομεν να σωθεί και εις το

εξής… το Μεσολόγγι κάστρο πλέον δεν υπάρχει, το

καταχάλασεν πλέον ο εχθρός με τον υπερβολικό

κανονισμό, με την μηχανή, μας έφερε τα χώματα εις

τα τείχη… ημείς από μέσα δεν κάνομεν άλλο , ειμή

κόπτομεν χαντάκι και κάμομεν άλλο φρούριο καθώς

θέλει, πληροφορηθείτε τα πάντα παρά του κύριου

Κανναβού. Οι Έλληνες τώρα κάστρο έχουν το στήθος


21


τους. Άλλοι μεν πολεμούν τον εχθρόν κι άλλοι

σκάπτουν ημέρα και νύχτα αδιακόπως . ευρέθη και

τρόπος όσον χώμα σκάβει ο εχθρός το μερόνυχτο του

το κλέπτουν οι Έλληνες εις τέσσερας ώρας…

λαβωμένους έχομεν περίπου διακοσίους.

Εσκοτώθηκαν και σκοτώνονται καθημερινώς οι πλέον

ανδρειότεροι Έλληνες. Ανάγκη πάσα να

ευεργετηθούν με μισθούς όσα περισσότερα μηνιάτικα

ημπορέση η Διοίκησις να ευχαριστηθούν . Να μας

προφθάση με τα αναγκαία , τροφάς και πολεμοφόδια

και χρήματα ικανά…τα αλεύρια που μας έστειλε τας

προάλλες η σεβάσμια Διοίκηση ούτε είκοσι μέρες δεν

μας έφτασε…


Τα παραπάνω περιστατικά αναφέρει παρομοίως

στα απομνημονεύματα του για την πολιορκία του

Μεσολογγίου κι ο αγωνιστής Μίχος Αρτέμης.

Αναφέρει ότι οι Τούρκοι γέμιζαν με χώμα την τάφρο

που βρισκόταν ο προμαχώνας με τα κανόνια και με το

όνομα Τερίμπιλε (στα Ιταλικά σημαίνει τρομερός και


22


ήταν ένας από τους 18 προμαχώνες της οχύρωσης

του Μεσολογγίου.). Έτσι οι Τούρκοι μπόρεσαν να

φτάσουν μέχρι την τάφρο και να καταλάβουν τον

αντιπρομαχώνα. Τότε οι Έλληνες σκέφτηκαν να

κλέβουν υπόγεια το χώμα έτσι ώστε να μην

καταφέρουν οι Τούρκοι να καταλάβουν τον

προμαχώνα . Τέτοια γεγονότα υπήρξαν σχεδόν σε

καθημερινή βάση με εκατέρωθεν νεκρούς και

τραυματίες.


Η κατάσταση στο πολιορκημένο Μεσολόγγι

δυσκόλευε καθώς άρχιζε να έρχεται ο χειμώνας στο

τέλος του 1825. Και σαν να μην έφτανε αυτό στα τέλη

Νοεμβρίου με αρχές Δεκεμβρίου καταφθάνουν στο

Μεσολόγγι οι δυνάμεις του Ιμπραήμ καθώς ο

Σουλτάνος ζήτησε την βοήθειά του καθώς ο

Κιουταχής δεν είχε καταφέρει να καταλάβει την

ηρωική πόλη. Με την έλευση του Ιμπραήμ σφίγγει

περαιτέρω ο κλοιός γύρω από την πόλη και η

κατάσταση των Πολιορκημένων επιδεινώνεται. Η


23


πείνα και οι στερήσεις μεγαλώνει , οι βροχές και το

κρύο επιδεινώνουν την κατάσταση και όλα φαίνονται

να οδηγούνται στην άλωση .


Στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο

Παπαδιαμαντόπουλος αποφασίζει να μεταβεί ο ίδιος με

καΐκι στην Ζάκυνθο με κίνδυνο της ζωής του καθώς

θα έπρεπε να περάσει κρυφά από τον ναυτικό

αποκλεισμό του Ιμπραήμ. Τον συνοδεύουν ο καπετάν

Ζώης Πάνου κι ο στρατηγός Γεώργιος Βαλτινός.


Μέσα στην καρδιά του χειμώνα , την

φουρτουνιασμένη θάλασσα και τα σκοτάδια της

νύχτας περνά από τον άγρυπνο αποκλεισμό των

εχθρικών πλοίων και φτάνει στην Ζάκυνθο. Δεν θέλει

να παραδώσει το Μεσολόγγι και γι’ αυτό είναι έτοιμος

να θυσιάσει και την ζωή του.


Στις 9 Ιανουαρίου 1826 ο

Παπαδιαμαντόπουλος συναντά τους προύχοντες της

Ζακύνθου για να διαθέσουν τροφή στους αγωνιστές .


24


Μάλιστα επειδή οι Πολιορκημένοι δεν είχαν κάτι άλλο

να δώσουν σε αντάλλαγμα η ηρωική φρουρά έδωσε

τα χρυσά κι αργυρά άρματα της ως ενέχυρο . Οι

Ζακυνθινοί όμως δεν το δέχτηκαν, επέστρεψαν τ’

άρματα και έστειλαν χωρίς αντάλλαγμα καράβι για

ανεφοδιασμό της πόλης.


Στη Ζάκυνθο ο Ιωάννης συνάντησε φίλους και

συγγενείς και είδε για τελευταία φορά την γυναίκα

του και τα παιδιά του. Χρέος του να επιστρέψει στην

θέση του και να βοηθήσει το Μεσολόγγι να σωθεί.

Μάταια η γυναίκα του και τα παιδιά του με δάκρυα στα

μάτια τον θερμοπαρακαλούσαν να μην επιστρέψει και

να μείνει μαζί τους. Ούτε οι παρακλήσεις των φίλων

του , του άλλαζαν γνώμη . Είχε λάβει την απόφαση

του. Είχε άλλωστε ορκιστεί Ελευθερία ή Θάνατος

μπροστά στην κόκκινη σημαία με τον μέλανα σταυρό

στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου στη Πάτρα 5 χρόνια

πριν ! Το χρωστούσε στους προγόνους του . Το

χρωστούσε στα παιδιά του που ήθελε να γυρίσουν


25


στην Πάτρα και να ζήσουν ελεύθερα. Το χρωστούσε

στους Μεσολογγίτες που ίσως τους ένιωθε πια κι

αυτούς σαν παιδιά του και δεν ήθελε να τα

εγκαταλείψει μόνα στην δύσκολη εκείνη ώρα. Κι έτσι

χωρίς δισταγμό επιστρέφει μετά από μια εβδομάδα

πίσω στο ηρωικό Μεσολόγγι έτοιμος ακόμη κι αν

χρειαστεί να θυσιάσει και την ζωή του.


11 Φεβρουαρίου 1826 και περίπου ένα μήνα

μετά από μια επιστολή του Παπαδιαμαντόπουλου

προς την κυβέρνηση μαθαίνουμε ότι τα τρόφιμα που

είχαν εφοδιαστεί από την Ζάκυνθο τελείωσαν.

Επανειλημμένως ζητούσε βοήθεια από την κυβέρνηση

Κουντουριώτη αλλά δυστυχώς εκείνο το καιρό ήταν

απασχολημένη με έριδες κι εμφύλιες διαμάχες καθώς

και με τις προσωπικές φιλοδοξίες του προέδρου της.

Στις 25 Φεβρουάριου 1826 πέφτει στα χέρια

των Τούρκων το στρατηγικής σημασίας νησάκι

Βασιλάδι που βρίσκεται μέσα στη λιμνοθάλασσα και το

οποίο λειτουργούσε ως "τείχος" προστασίας για το


26


Μεσολόγγι. Η πτώση του Βασιλαδίου, σε συνδυασμό

με την κατάληψη του Ντολμά άλλης νήσου που

βρισκόταν κοντά στο Αιτωλικό , απέκλεισε πλήρως το

Μεσολόγγι από τη θάλασσα. Ο ανεφοδιασμός πλέον

της πόλης ήταν αδύνατος.


Στις 13 Μαρτίου 1826 κι αφού έχει σφίξει ο

κλοιός και η πείνα έχει αρχίσει να θερίζει τους

αγωνιστές του Μεσολογγίου ένας τούρκος αξιωματικός

βγαίνει από τα χαρακώματα και ζητάει συνεννόηση για

να παραδοθούν οι Πολιορκημένοι. Η ηρωική γραπτή

απάντηση των Πολιορκημένων : ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΟΥ

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΙΣ ΜΠΟΥΚΕΣ ΤΩΝ

ΚΑΝΟΝΙΩΝ ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΑ.


Ο Παπαδιαμαντόπουλος αρνείται να υποταχθεί

κι ακόμη ελπίζει σε βοήθεια από την κυβέρνηση. Δεν

σταματά να στέλνει επιστολές. Η υγεία του είναι

κλονισμένη. Υποφέρει από ποδαλγίες κι οξείς

ρευματισμούς. Δυσκολεύεται να περπατήσει. Ξέρει

πως ο μόνος τρόπος να γλιτώσει σε περίπτωση εξόδου


27


είναι το άλογο του. Κι όμως βλέποντας τους γενναίους

στρατιώτες της φρουράς να λιμοκτονούν αποφασίζει

να τους διαθέσει το άλογο του για τροφή.


Κι έφτασε η Άνοιξη στο Μεσολόγγι. Αυτή η

μαρτυρική Άνοιξη του 1826.Η βοήθεια που περίμεναν

οι Πολιορκημένοι δεν ήρθε ποτέ. Ο

Παπαδιαμαντόπουλος βρίσκεται πλέον κλινήρης από

τους ρευματισμούς που τον ταλαιπωρούν. Αδύναμος

από την ασιτία δεν μπορεί ούτε να σηκωθεί. Ο πιστός

του υπηρέτης, βλέποντας τον κύριο του να

αργοπεθαίνει από την ασιτία, παίρνει τη σκληρή

απόφαση να σφάξει κρυφά το αγαπημένο σκυλάκι του

Παπαδιαμαντόπουλου, το οποίο ήταν η αχώριστη

συντροφιά του. Αφού το μαγειρεύει, του το σερβίρει

για να φάει λέγοντας του ότι στάθηκαν τυχεροί καθώς

είχε πιάσει έναν τυφλοπόντικα. Ο Ιωάννης τρώει,

ανακτά δυνάμεις και σηκώνεται σιγά σιγά για να δώσει

στο αγαπημένο του σκύλο τα κόκκαλα. Μάταια το

καλεί και το προσμένει . Αμέσως καταλαβαίνοντας τι


28


έχει συμβεί ξεσπά σε κλάματα λέγοντας «Καλύτερα να

πέθαινα της πείνας, παρά να μου σφάξεις το σκυλί».

Απρίλιος 1826 . Η πείνα και οι ασθένειες

μαστίζουν την πόλη κι αποδεκατίζουν τους ήρωες.

Τώρα πια μονάχα ένας δρόμος υπάρχει. Η ηρωική

έξοδος. Ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος , ο μεγάλος

αγωνιστής κι αρχηγός της Φρουράς Αθανάσιος

Ρατζηκώτσικας κι ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ

αποφασίζουν από κοινού την σύγκλιση συμβουλίου

των στρατηγών και προκρίτων. Πράγματι

συγκεντρώνονται στο ναΐσκο της Αγίας Παρασκευής

για να αποφασίσουν τι θα κάνουν.


Σε εκείνο το συμβούλιο Ελευθερίας ή Θανάτου

κρίθηκε η τύχη και η δόξα του Μεσολογγίου. Στα

απομνημονεύματα ο αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης

μας μεταφέρει την ιστορική στιχομυθία των

οπλαρχηγών με τον Παπαδιαμαντόπουλο:


29


—Κύριε Παπαδιαμαντόπουλε, άποφασίσαμεν

τήν Εξοδόν μας (καί έγκατάλειψιν τής πόλεως) μέ

λύπην μας. Μάς φαίνεται, ώς πολεμικοί (άνδρες, ότι)

έκτελέσαμεν περισσότερων άπ τό χρέος μας καί πρός

τό Εθνος καί πρός τήν Διοίκησίν καί πρός έσέ τον

'Αντιπρόσωπόν της, μέ τήν υπακοήν μας (πρός όλους

σας). Είστε μαρτυς όλων τούτων;—καί ειθε νά

σωθούμεν (ώστε) νά γινης έσύ (καί) ο διερμηνεύς

(τών ύπηρεσιών μας) ες τό Εθνος μας.


—Καί ώς Παπαδιαμαντόπουλος, άποκρίνεται

(αυτός), καί ώς μέλος Διοικητικόν του τόπου τούτου,

εις κάθε μέρος θά φωνάζω τήν άλήθειαν. ότι έκαμετε

περισσότερον άπό τό στρατιωτικον χρέος σας καί εiς

τήν Πατρίδα καί εiς τόν θεόν ακόμα.


—Εiπε μας λοιπόν, Κύριε Παπαδιαμαντόπουλε,

έάν είσαι σύμφωνος εiς τήν σχεδιασθεισαν) πράξιν

μας (τού) νά εβγωμεν μέ έφοδο, ζητούμεν έως

(αυτήν) τήν Υστερην ώρα καί τήν συγκατάθεσίν σας,


30


διότι χρεωστούμε σέβας εiς τόν αντιπρόσωπων τής

Διοικήσεώς μας.


—Αφού ούτως (ώς είπα) έβεβαίωσα, Στρατηγοί

μου, (τάς υπηρεσίας σας), σάς λέγω άκόμη ότι, καί

όπως Θέλετε,(εiμαι πρόθυμος) νά σας δώσω (καί)

γραμμένην (τήν βεβαίωσιν) ότι ή (άποφασισθεισα)

πραξης σας είναι άρεστή και εiς τόν θεόν καί εlς τούς

άνθρώπους.


Η έξοδος αποφασίστηκε τη νύχτα της 10 ης

Απριλίου Σαββάτου του Λαζάρου προς ξημερώματα

11 ης Απριλίου Κυριακή των Βαΐων στις 2.00 μετά τα

μεσάνυχτα. Λέγεται πως οι Τούρκοι είχαν ειδοποιηθεί

και περίμεναν . Οι γενναίοι ελεύθεροι πολιορκημένοι

βγήκαν σε 3 φάλαγγες . Στη 3 η φάλαγγα στο κέντρο

βρίσκονταν τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι

προστατευόμενοι από τους ένοπλους ντόπιους

Μεσολογγίτες άνδρες του Αθανάσιου Ρατζηκώτσικα.

Εκεί κι ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος βάδισε προς

το θάνατο. Καθώς προχωρούσαν προς τα έξω,


31


ακούστηκε μία κραυγή να οπισθοχωρήσουν, που

παρέσυρε τους περισσότερους να γυρίσουν πίσω .Η

Τρίτη φάλαγγα ήταν πιο βραδυκίνητη καθώς κάποια

παιδιά τα κουβαλούσαν αναγκαστικά οι πατεράδες

τους και οι γυναίκες κουβαλούσαν τα άκρως

απαραίτητα προσωπικά αντικείμενα. Η διάβαση της

τάφρου αποτέλεσε για τους περισσότερους

ανυπέρβλητο εμπόδιο καθώς με τη βροχή που είχε

προηγηθεί, βούλιαζαν στη λάσπη. Έχοντας το

μειονέκτημα της βραδύτητας, κάθε ολιγωρία

ισοδυναμούσε με καταστροφή. Πάνω στη σύγχυση, οι

άμαχοι και οι ένοπλοι συνοδοί τους δέχτηκαν την

επίθεση των Τουρκοαιγυπτίων κι άλλοι εγκλωβίστηκαν

στην τάφρο, οπότε είτε σκοτώθηκαν είτε

αιχμαλωτίστηκαν, ενώ άλλοι υποχώρησαν στην πόλη.

Με την ποιητική του ρομφαία ο Διονύσιος

Σολωμός απαθανατίζει τις τραγικές εκείνες στιγμές :


32


Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες


αντρογυναίκες


γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά


τη θρέψαν


μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά


κρεβάτια,


ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν


δάκρυ·


και γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα


ρούχα·


γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να


γιομίσουν .


Στην Έξοδο σκοτώθηκαν οι περισσότεροι

Πολιορκημένοι. Από τους 11.000 περίπου μονάχα

1.500 σώθηκαν κι έφτασαν στο Ζυγό. Η τάφρος και οι

γέφυρες βάφτηκαν με το αίμα τους. Η Θυσία τους

συγκίνησε την Ευρώπη ενώ συντάραξε τους

επαναστατημένους Έλληνες που ως εκείνη τη στιγμή

ασχολούνταν με τις προσωπικές φιλοδοξίες κι


33


εμφύλιες διενέξεις τους. Ο Ιωάννης

Παπαδιαμαντόπουλος κατά την έξοδο σύμφωνα με τις

μαρτυρίες αιχμαλωτίστηκε από τους Τουρκοαιγύπτιους

και με διαταγή του Ιμπραήμ αποκεφαλίστηκε.


Μαζί με τους ηρωικούς Μεσολογγίτες έδωσε την

ζωή του για την ελευθερία μας. Πιστός στις αρχές των

προγόνων του, η θυσία του έγινε φάρος για εμάς τους

απόγονούς του. Και είναι τιμή μου που σήμερα μετά

από 200 χρόνια κλήθηκα να εξιστορήσω και να

θυμίσω την θυσία του. Αιωνία του η μνήμη. Σας

ευχαριστώ!


34

ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΟΥΛΙΑ : ΡΟΔΗ ΡΟΥΦΟΥ-ΚΑΝΑΚΑΡΗ Η ΧΑΛΚΙΝΗ ΕΠΟΧΗ

 

ΡΟΔΗ ΡΟΥΦΟΥ : Η Χάλκινη Εποχή

Ομιλία του Δικηγόρου και συγγραφέως Χρήστου Μούλια στον κύκλο των Φιλολογικών Βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών

στη Στέγη Γραμμάτων "Κωστής Παλαμάς

Τη Δευτέρα 8η Δεκεμβρίου 2025 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΟΥΛΙΑΣ από www.thebest.gr 

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΟΥΛΙΑΣ από www.thebest.gr

 

          «Η Χάλκινη Εποχή» είναι ένα μυθιστόρημα για τον Αγώνα ανεξαρτησίας της Κύπρου, που ο Ρόδης Ρούφος έγραψε στα αγγλικά, για να παρουσιάσει στο αγγλικό κοινό την ελληνική άποψη για το Κυπριακό, ως απάντηση στα «Πικρολέμονα» που είχε γράψει ο Λώρενς Ντάρελ.

          Κάποιοι πιστεύουν ότι το βιβλίο του Ντάρελ είναι φιλελληνικό και παραβλέπουν την αποικιοκρατική νοοτροπία που διαπερνά τις σελίδες του. Κατ’ ουσία πρόκειται για μία στρατευμένη προσπάθεια να δικαιολογηθεί η αγγλική στάση και πολιτική στο Κυπριακό και να δοθεί η παραπλανητική εικόνα ότι οι Κύπριοι δεν ήθελαν την Ένωση με την Ελλάδα και συμπαθούσαν τους Άγγλους.

          Αρχικά ο Ρούφος είχε φιλική σχέση με τον Ντάρελ, αλλά άλλαξε γνώμη όταν ο τελυταίος ανέλαβε θέση στην αγγλική διοίκηση στην Κύπρο, οπότε μεταμορφώθηκε σε απολογητή της αποικιοκρατίας, έγινε εκφραστής μιας ρατσιστικής αντίληψης για τους αμόρφωτους και καθυστερημένους ιθαγενείς, όπως θεωρούσε τους κυπρίους και συμπεριφέρθηκε βάναυσα και βίαια,  ως ανακριτής κυπρίων αγωνιστών.

          Η απάντηση του Ρούφου στα «Πικρολέμονα», για κάποιους Έλληνες υπερπατριώτες δεν ξεχείλιζε όσο έπρεπε από πάθος κατά της αγγλικής φυλής και την χαρακτήρισαν άτονη, χλιαρή και αγγλόφιλη, κάτι που, όπως έγραψε ο ίδιος, τον παρηγόρησε, διότι σήμαινε ότι δεν είχε ξεφύγει από τη γραμμή της πνευματικής τιμιότητας.

          Τα αισθήματα του Ντάρελ για την Ελλάδα και τον κυπριακό λαό ήσαν αμφίσημα. Κάποτε στάθηκε χρήσιμος για την Ελλάδα, όχι όμως πάντοτε ωφέλιμος. «Και σε μιαν αστραπή, βλέπω ξανά την Ελλάδα που αγαπώ: τη γυμνή φτώχεια που φέρνει χαρά δίχως ταπείνωση, την αγνότητα και τους έξοχους τρόπους των νησιωτών… Την όρθια, αρσενική συνείδηση της περιπέτειας στ’ αρχιπέλαγο», έγραψε το 1953 στο δοκίμιό του «Στοχασμοί πάνω σε μια θαλάσσια Αφροδίτη». Τέσσερα χρόνια αργότερα, στα «Πικρολέμονα» διερωτάται, «Πως είναι δυνατόν να θέλει ο Κύπριος την Ένωση; απορούσαν όσοι Άγγλοι κάτοικοι της Κύπρου ήξεραν καλά την Ελλάδα. Εύλογη η απορία τους. Στρατιωτική θητεία στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις; Εξοντωτική φορολογία; Κακοδιοίκηση;».

          Στο πρώτο μέρος της «Χάλκινης Εποχής» ο Ρούφος διατυπώνει τις αντιρρήσεις του για τα «Πικρολέμονα», στο κεφάλαιο «Sour Grapes» (Αγουρίδες). ΄Ομως ο άγγλος εκδότης δέχτηκε να εκδώσει την «Χάλκινη Εποχή» υπό τον όρο ότι οι σελίδες για τα «Πικρολέμονα» θα αφαιρούνταν, όπως και έγινε.

          Η εμπειρία του Ρούφου στην Κύπρο, όπου υπηρέτησε ως διπλωματικός υπάλληλος, είναι το υπόβαθρο τριών έργων του. Του θεατρικού «Η Μέρα της Κρίσης», που κυκλοφόρησε το 1957, του διηγήματος «Το τυχαίο γεγονός», που κυκλοφόρησε το 1963 και του μυθιστορήματος «Η Χάλκινη Εποχή».

          Παρόλο που η επίσημη θέση της ελληνικής Κυβέρνησης δεν ήταν υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, για να μην αντιταχθεί στην Αγγλία, έλληνες αξιωματούχοι, με πρώτον και καλύτερο τον Ρόδη Ρούφο, ανεπίσημα και κρυφά, ενθάρρυναν τις δραστηριότητες των κυπρίων.

          Συναντήθηκε με τον Ντάρελ το 1954 στην Κύπρο και τον βοήθησε να μπει στους κυπριακούς λογοτεχνικούς κύκλους. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν οι κύπριοι ομότεχνοι του ήταν θερμότερη από οποιουδήποτε άλλου Άγγλου συγγραφέα. Είχε την ευκαιρία να συναναστραφεί τους πιο αξιόλογους, αλλά η σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ τους διεκόπη όταν ανέλαβε τη θέση του υπεύθυνου δημόσιας πληροφόρησης.

          Στην «Χάλκινη Εποχή» ο Ντάρελ αναφέρεται ως Μόνταγκιου και ο αφηγητής επισκέπτεται το χωριό του και μιλάει γι’ αυτόν με τους χωρικούς. Όταν τους λέει ότι καταφέρεται κατά της Ένωσης, επειδή «είναι Εγγλέζος και υπηρετεί τη χώρα του», οι χωρικοί εξανίστανται. «Όχι, ο κ. Μόνταγκιου δεν ήταν συνηθισμένος Εγγλέζος. Έλεγε ότι ήταν φίλος μας, φίλος της Ελλάδας. Και τώρα μας πρόδωσε και πήγε με την άλλη πλευρά». Προφανώς ο Ντάρελ παρουσιαζόταν ως διαφορετικός Άγγλος και όταν οι κύπριοι ανακάλυψαν ότι ήταν όπως όλοι οι Άγγλοι, απογοητεύθηκαν.

          Την ίδια απογοήτευση ένοιωσε και ο Ρούφος και την εξέφρασε στο ποίημά του «Ίωνες Αιχμάλωτοι στην Κύπρο, 498 π.Χ.», με ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1955, το οποίο αφιέρωσε στον Ντάρελ, όχι εις ένδειξη θαυμασμού, αλλά με κριτική διάθεση. Είναι εμφανής η επίδραση της καβαφικής ποίησης και εκπέμπει την αίσθηση απόηχου των ποιημάτων του Σεφέρη για την Κύπρο.

          Επίσης, στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Κυπριακά Γράμματα», που κυκλοφόρησε το 1956, δημοσίευσε μαζί με τον Νίκο Κρανιδιώτη ένα άρθρο για τον φιλελληνισμό και τους λεγόμενους φιλέλληνες, υπονοώντας τον Ντάρελ.

          Τα «Πικρολέμονα» ξεχείλισαν το ποτήρι και ο Ρούφος μας χάρισε την «Χάλκινη Εποχή». Ευτυχώς που ο Ντάρελ έγραψε τα «Πικρολέμονα», διότι μπορεί να μην είχε γραφτεί η «Χάλκινη Εποχή», αν και ο Ρούφος οπωσδήποτε θα ήθελε να δικαιώσει τον κυπριακό Αγώνα και να υπερασπιστεί τις θέσεις του, γράφοντας ένα μυθιστόρημα.

          Στη «Χάλκινη Εποχή» ο Ρούφος είναι περίπου ο Δίων, ο οποίος υπηρετεί στην Κύπρο ως έλληνας διπλωμάτης και λαμβάνει ένα αυτοβιογραφικό χειρόγραφο από έναν Κύπριο φίλο του, καταδικασμένον σε θάνατο για την συμμετοχή του στον ένοπλο αγώνα κατά των βρετανών. Το χειρόγραφο το διάβασε μαζί με την φίλη του, την Νταίζη και διανθίζουν την ανάγνωση με δικές τους αναμνήσεις. Ο συντάκτης του χειρογράφου, ο Αλέξης, είναι καθηγητής στο Γυμνάσιο της Λευκωσίας και στην επιστολή του εξιστορεί πως από αδιάφορος για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, άλλαξε και συμμετείχε ενεργά στον Αγώνα. Στο ίδιο σχολείο δίδαξε και ο Ντάρελ και η συσχέτιση είναι υπαινικτική.

          Ο Ρούφος δίνει μία εντελώς διαφορετική εικόνα των μαθητών και του ρόλου τους στον Αγώνα απ’ ότι ο Ντάρελ. Ο τελευταίος υπονοεί ότι οι ενθουσιώδεις νέοι ξεσηκώθηκαν και ξέφυγαν από τον έλεγχο των καθηγητών τους, που αρχικά τους είχαν υποκινήσει, ενώ ο Ρούφος τους παρουσιάζει ήσυχους, σοβαρούς και υπάκουους. Οι Ελληνοκύπριοι συμπεριφέρονταν διαφορετικά μεταξύ τους, απ’ ότι προς τους Άγγλους και ο Ρούφος, περιγράφοντας τη διαφορετική συμπεριφορά τους και τις πραγματικές πεποιθήσεις τους, υπονοεί επιδέξια ότι ο Ντάρελ δεν γνώριζε την πραγματικότητα.

          Ο Ντάρελ παρουσιάζεται ως ένας κυνικός που δεν πιστεύει σε τίποτα. Αυτό είναι για τον Ρούφο ένα αποτελεσματικό όπλο για να αντιμετωπίσει τα «Πικρολέμονα». Τον παρουσιάζει ως «Μακιαβέλι της τσέπης», που συνειδητά αλλοιώνει την αλήθεια για δικό του όφελος και του αποδίδει ότι εμφανίζει φανταστικά γεγονότα ως αληθινά, γεγονός που τον έσπρωξε να απαντήσει. Δεν δέχτηκε, όπως έκανε ο Ντάρελ, να επιτρέψει στη μυθοπλασία να παρουσιαστεί μεταμφιεσμένη σε αλήθεια. Με τη δημοσίευση της «Χάλκινης Εποχής» η εικόνα για τα «Πικρολέμονα» άλλαξε. Δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται «μία προσωπική τεκμηριωμένη αφήγηση», αλλά ένα μυθιστόρημα όπου τα γεγονότα είναι δημιουργήματα της φαντασίας του συγγραφέα, όχι ανεπηρέαστα από σκοπιμότητες, δηλαδή δεν είναι αληθινά.

          Το 1954 ο Ρόδης Ρούφος μετατέθηκε στο ελληνικό προξενείο στη Λευκωσία, ως Υποπρόξενος, διότι η Κύπρος ήταν αγγλική αποικία και δεν μπορούσε να έχει ελληνική Πρεσβεία. Ο έμφυτος πατριωτισμός του δεν του επέτρεπε να αδιαφορήσει στο δίκαιο των ελληνοκυπρίων και συγκρότησε μία ομάδα μαζί με τον προϊστάμενό του Πρόξενο Ανδρέα Παππά, η οποία ανέλαβε την πολιτική καθοδήγηση του Γρίβα και κάθε είδους διευκόλυνση για τον πολεμικό αγώνα του. Επίσης συνέδραμε τον Μακάριο στην αντιμετώπιση της αγγλικής πολιτικής και διπλωματίας, με τον οποίο γνωριζόταν από την περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα.

          Οι δραστηριότητές του αυτές καλύπτουν την περίοδο από το 1954 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας 1960 και είχαν ως αντικείμενο την ουσιαστική και πολύπλευρη υποστήριξη της ΕΟΚΑ και συγκεκριμένα του Γρίβα, στήνοντας ένα μόνιμο και κατά το δυνατόν ασφαλές δίκτυο επικοινωνίας μαζί του, μέσω των συνδέσμων του στη Λευκωσία και αλλού. Συμμετείχε ενεργά στον εξοπλισμό της ΕΟΚΑ, βοηθώντας με πολλούς τρόπους τον δίαυλο επικοινωνίας της με την Αθήνα, που ήταν ο Ανδρέας Αζίνας, έμπιστο πρόσωπο και του Μακαρίου και του Γρίβα, να μεταφέρει στην Κύπρο παράνομα, οπλισμό. Χρησιμοποίησε ακόμα και τον διπλωματικό του σάκο, για να διευκολύνει την αλληλογραφία Γρίβα-Αθήνας. Ήταν ο εμπνευστής της χρήσης ψευδωνύμων στην  αλληλογραφία τους, όπως είχε μάθει από την εποχή της αντιστασιακής δράσης του την περίοδο της Κατοχής. 

          Λόγω της θέσης τους και ο Ρούφος και ο Παππάς προσπάθησαν να επηρεάσουν προς την κατεύθυνση που θεωρούσαν σωστή, παρότι η κατεύθυνση αυτή δεν συνέπλεε με την επίσημη γραμμή της ελληνικής Κυβέρνησης. Ο ρόλος του Ρούφου ήταν καθοριστικός στις διαπραγματεύσεις Χάρντιγκ – Μακαρίου, την περίοδο Οκτωβρίου 1955 – Φεβρουαρίου 1956 και συνέβαλε στη διαμόρφωση της διαπραγματευτικής τακτικής του Μακαρίου και του γραμματέα της Εθναρχίας Κρανιδιώτη, απέναντι στους βρετανούς και την ελληνική Κυβέρνηση. Συνέβαλε στη σύνταξη των Ελληνοκυπριακών απαντητικών επιστολών στις βρετανικές προτάσεις και επηρέασε και τον Μακάριο. Δεν δίστασε να κινηθεί μακριά από την επίσημη ελληνική εξωτερική πολιτική, με κάποια κάλυψη βέβαια και συμμετείχε στη σύνταξη της απαντητικής επιστολής του Μακαρίου προς τον Καραμανλή, τον Μάιο 1956, με την οποία ο Μακάριος ζητούσε την παραίτηση του Υπουργού Εξωτερικών Σπύρου Θεοτόκη. Γι’ αυτόν τον λόγο ο διάδοχός του Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας αποφάσισε την απομάκρυνσή του από την Λευκωσία. Θεωρούσε, ότι μαζί με τον Παππά, «είχαν πολύ ευθυγραμμιστεί με την αδιάλλακτη γραμμή, θεωρούνταν αναμεμιγμένοι στις επιθέσεις κατά του προκατόχου μου, ήταν ψυχικά περισσότερο αντιπρόσωποι αγωνιζόμενων πονεμένων Κυπρίων παρά του αγωνιζόμενου Εθνικού Κέντρου», έγραψε ο Αβέρωφ στο βιβλίο του για το Κυπριακό «Ιστορία Χαμένων ευκαιριών».

          Ακόμα πιο οξύς ήταν ο διάδοχος του Παππά Άγγελος Βλάχος, που τους χαρακτήρισε, «Κύπριοι για τα καλά» και προέβη σε ανεπίτρεπτους και αήθεις χαρακτηρισμούς εναντίον του Ρούφου, σε προσωπικό επίπεδο.

          Όμως η αντικατάστασή τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση και έγινε τηρώντας τα προσχήματα, διότι οι σχέσεις με τους Άγγλους ήσαν τεταμένες και δεν μπορούσαν να ελέγξουν τον Γρίβα. Ταυτόχρονα η Κυβέρνηση επεδίωκε να διατηρηθούν ενεργοί όλοι οι δίαυλοι επικοινωνίας, ώστε αν τους χρειάζονταν, να μπορούσαν να τους χρησιμοποιήσουν, έστω και από άλλη θέση. Την αντικατάστασή τους επεδίωκαν και οι βρετανοί, με την τοποθέτηση λιγότερο φιλοκύπριων διπλωματών, όπως ο Άγγελος Βλάχος, ο οποίος δεν έκρυβε την απέχθειά του για τον Μακάριο, τον Γρίβα και κάθε τι κυπριακό.

          Μετά την αντικατάσταση του Σπυρ. Θεοτόκη στο Υπουργείο Εξωτερικών από τον Ευαγ. Αβέρωφ – Τοσίτσα, ο βρετανός Πρέσβης στην Αθήνα Τσαρλς Πηκ, σε έκθεσή του προς το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε ότι τον Ιούνιο 1956 ο Αβέρωφ του υποσχέθηκε ότι θα ανακαλέσει τον Έλληνα Πρόξενο στην Κύπρο και ότι θα τον αντικαταστήσει με έναν «αξιωματούχο διαφορετικού χαρακτήρα, τον οποίο ο κυβερνήτης θα έβρισκε περισσότερο συναινετικό».

          Παρότι ο Ρούφος ήταν υποψιασμένος, από τον Απρίλιο 1956, ότι θα τον μετέθεταν, όχι μόνο δεν σταμάτησε τη δράση του, αλλά την ενέτεινε. Κάποια γεγονότα που μεσολάβησαν, όπως η απαγωγή του Μακαρίου από τους βρετανούς, η εξορία του στις Σεϋχέλλες, η απουσία σαφών οδηγιών και η απομόνωση του Γρίβα από τον τομέα Λευκωσίας της Ε.Ο.Κ.Α., δεν τον εμπόδισαν να συνεχίσει.

          Από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο 1956 ανέλαβε σχεδόν αποκλειστικά την πολιτική καθοδήγηση του Αγώνα, έχοντας καθημερινή επικοινωνία με τον Γρίβα και φρόντιζε ενεργά για τον ανεφοδιασμό και την επαφή με τον Αζίνα. Προσπάθησε πολλές φορές με επιτυχία να συγκρατήσει τον Γρίβα από ακρότητες, σώζοντας μερικές ζωές και του επεσήμαινε τη ζημιά που προκαλούσαν τέτοιες ενέργειες στη διεθνή εικόνα του Αγώνα. Επίσης τον οδηγούσε σε ασφαλέστερες για την ελληνοκυπριακή διπλωματία ενέργειες, ως μετριοπαθής πολιτικός του σύμβουλος.

          Αναγνωρίζοντας η ελληνική Κυβέρνηση και ο Έλληνας Πρόξενος Άγγελος Βλάχος τις ικανότητές του, λίγο πριν φύγει από την Κύπρο, προσπάθησαν να τον χρησιμοποιήσουν για να επηρεάσουν τον Γρίβα, ώστε αυτός να δεχτεί μία εκεχειρία με τους Βρετανούς, την οποία αποδέχτηκε, αλλά την αρνήθηκε ο Άγγλος κυβερνήτης Χάρτινγκ.

          Καίτοι μετατέθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, δεν σταμάτησε την επικοινωνία με τον Υποπρόξενο διάδοχό του στο Προξενείο της Λευκωσίας Άρη Φρυδά, με τον Αζίνα και με τον ίδιο τον Γρίβα. Με τον τελευταίο εξακολούθησε να έχει τακτική επικοινωνία τουλάχιστον μέχρι το 1958, συνεχίζοντας να τον καθοδηγεί πολιτικά. Από επιστολές του προς τον Γρίβα προκύπτει η αντίθεσή του στις εκτελέσεις άγγλων ομήρων και ότι τον παρότρυνε να ξεχάσει την παλιά έχθρα με τους κομμουνιστές και να επικεντρωθεί στον αγώνα εναντίον των Άγγλων, συνεργαζόμενος με όλους τους αγωνιστές. Για τον Ρούφο, μόνο ενωμένο το έθνος θα μπορούσε να βγει νικητής, κάτι που θεωρούσε ότι θα ωφελούσε και την πολυπόθητη ομόνοια των Ελλήνων, ύστερα από χρόνια διχασμού και μίσους. Επίσης συνέστησε στον Γρίβα να σταματήσουν οι κηδείες με τιμές ηρώων, των απλών πολιτών που δολοφονούνταν τυχαία από τους Άγγλους, διότι τους έδιναν επιχείρημα να δικαιολογούν τις πράξεις τους, αφού οι τυχαία δολοφονούμενοι απλοί πολίτες μπορούσαν να χαρακτηριστούν τρομοκράτες.

          Η Κυβέρνηση Καραμανλή προσπάθησε να τον αξιοποιήσει στο έπακρο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων του Λονδίνου το 1959, στέλνοντάς τον να επηρεάσει τον Μακάριο, ο οποίος αρνείτο να υπογράψει τις Συμφωνίες και  να ηρεμήσει τον εξαγριωμένο Γρίβα.

          Το γεγονός ότι παρέμεινε στο Λονδίνο και μετά την υπογραφή των Συμφωνιών, αποτελεί αναγνώριση των ικανοτήτων του και των γνώσεών του και απόδειξη του ειλικρινούς ενδιαφέροντός του για το Κυπριακό, μέχρι την τελική ρύθμιση των λεπτομερειών, κατά την μεταβατική περίοδο πριν την ανακήρυξη της Δημοκρατίας.

          Η επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών ήταν γι’ αυτόν ένα  γεγονός που διέκοψε βίαια την λαμπρή και πολλά υποσχόμενη διπλωματική του σταδιοδρομία. Με την επιβολή της ζήτησε να τεθεί σε διαθεσιμότητα, διότι ήταν αντίθετος με την κατάλυση του πολιτεύματος και ήλπιζε ότι σύντομα θα αποκαθίστατο η Δημοκρατία. Η στάση του ήταν ενοχλητική για τους επίορκους αξιωματικούς και καθώς η ομαλότητα δεν επανερχόταν, τον έθεσε η ίδια η Κυβέρνηση εκ νέου σε διαθεσιμότητα, χαρακτηρίζοντάς τον «ακατάλληλο», κάτι που προκάλεσε την οργή του. Επρόκειτο για μία ευθεία επίθεση στο πρόσωπό του, επειδή δεν δέχτηκε να υπηρετήσει το δικτατορικό καθεστώς, διότι ο χαρακτηρισμός που του αποδόθηκε υπονοούσε ότι ήταν ανίκανος, ηθικά μεμπτός και εθνικά ύποπτος, κάτι που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, κατά την πάνδημη άποψη των συναδέλφων του.

          Ο Ρόδης Ρούφος πέθανε τον Οκτώβριο 1972, σε ηλικία μόλις 48 ετών, αλλά πρόλαβε να μας κληροδοτήσει ένα τεράστιο πνευματικό έργο.

          Ήταν πολύγραφος, όχι ευκολόγραφος ή προχειρολόγος και με τις εμπειρίες και τα βιώματα που του προσέφερε η γεμάτη ζωή του διαλέχθηκε με άνεση με γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις που απασχόλησαν και απασχολούν την Ιστορία. Όλα όσα έζησε ήσαν μία πρόκληση, που την αποδέχτηκε με γενναιότητα και την μετουσίωσε σε πράξη πολιτικής ευθύνης. Χωρίς κομματικές εντάξεις και παραταξιακές σκοπιμότητες εξέφρασε με ανιδιοτέλεια την πίστη του στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, στη δύναμη και την μοναδικότητα της ελευθερίας. Γι’ αυτό και έγινε στόχος όσων καταγίνονται να κρίνουν το ιδεολογικό υπόβαθρο κάθε δημιουργού μέσα από συγκεκριμένες κομματικές οπτικές. Για τον Ρούφο υπήρχε μία άλλη οδός για να συζητήσουμε και να εκτιμήσουμε τα προβλήματα που μας απασχολούν και σ’ αυτό έγκειται η αξία και η επικαιρότητα του νηφάλιου και ιδεολογικά ανεξάρτητου λόγου του. Να θυμίσω ότι στη νεότητά του «πέρασε» από την νεολαία του «Εθνικού Ενωτικού Κόμματος» του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και πιστεύω ότι ο ενωτικός λόγος του δεν είναι άσχετος από αυτή την εμπειρία του.

          Όταν εκδόθηκε η «Χάλκινη Εποχή» κανένας κριτικός δεν συσχέτισε την έκδοσή της με το μυθιστόρημα του Ντάρελ και διεκδικεί μοναδικότητα το βιβλίο του, διότι δεν υπάρχει άλλη περίπτωση στην νεοελληνική μυθιστοριογραφία να γράφτηκε μυθιστόρημα για να απαντήσει σε ένα άλλο μυθιστόρημα.

          Ο Ντάρελ ήταν ένας κοσμοπολίτης συγγραφέας που άλλαξε πολλούς τόπους διαμονής. Στο Παρίσι γνωρίστηκε με τον μέντορά του Χένρυ Μίλλερ και τον παρακίνησε να επισκεφτεί την Ελλάδα. Έτσι ο Μίλλερ γνωρίστηκε με τον Σεφέρη, τον Τσάτσο, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Κατσίμπαλη και έγραψε τον «Κολοσσό του Μαρουσιού», αφιερωμένον στον τελευταίο. Στον πνευματικό αυτό κύκλο εισέδυσε και ο Ντάρελ και η πρώτη δημόσια αναφορά σε αυτόν, στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, έγινε το 1944, όταν ο Σεφέρης μετέφρασε και περιέλαβε στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος β΄» το ποίημά του «Μυθολογία».

          Η συγγραφική συγκομιδή του Ντάρελ σε μεγάλο ποσοστό έχει θέμα την Ελλάδα και τον ευρύτερο Ελληνισμό, με περισσότερα από δέκα βιβλία και πάνω από εκατόν είκοσι ποιήματα. Δεν δίστασε, σε συνέντευξή του, να χαρακτηρίσει πνευματικούς νονούς του τον Σεφέρη και τον Κατσίμπαλη, οι οποίοι αναφέρονται πολύ συχνά στα ποιήματά του, αλλά τους απαγοήτευσε με την μετέπειτα στάση του.

          Αρχικά τα «Πικρολέμονα» προβλήθηκαν από τον Ντάρελ ως ταξιδιωτικό βιβλίο στο οποίο καταγράφονται εντυπώσεις και παρατηρήσεις, δηλαδή αλήθειες, όπως θέλησε να το παρουσιάσει. Κατ’ ουσία είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο από έναν ξένο, που θαμπώθηκε από την αγνότητα και την ειλικρίνεια ανθρώπων των οποίων η ζωή διέφερε πάρα πολύ από τον συμβατικό και απρόσωπο τρόπο ζωής των μεγαλουπόλεων του εξωτερικού. Όλα αυτά, μαζί  και το βρετανικό χιούμορ του συνέβαλαν να διαβαστεί το βιβλίο του, χωρίς να ληφθεί υπ’ όψει η μεταστροφή του και η διπροσωπία του, παρότι δήλωνε φιλέλληνας.

          Ο Ντάρελ έφθασε στην Κύπρο αρχές του 1953 και έμεινε μέχρι τον Αύγουστο 1956, σε μία δύσκολη περίοδο για την προσωπική του ζωή. Αφού εργάστηκε αρχικά στο Γυμνάσιο της Λευκωσίας, ως καθηγητής, αργότερα διορίστηκε διευθυντής του γραφείου πληροφοριών του Άγγλου Κυβερνήτη. Ο αντίκτυπος από την θέση που ανέλαβε προκάλεσε ερωτηματικά σε γνωστούς και φίλους του. Σε επιστολή που απηύθυνε ο Σεφέρης στον Γιώργο Θεοτοκά γράφει μεταξύ άλλων, «Έχω πικρές και μεγάλες αμφιβολίες αν το Ντάρελ, που ανέλαβε την προπαγάνδα στο νησί, θα έχει το ίδιο ηθικό ανάστημα. Αυτός που με ρωτούσε στα ’40 αν είμαι pacifist, πολύ φοβάμαι πως έχει βάλει πλώρη για ανθυποkipling».

          Τον Οκτώβριο 1955, μετά από ταξίδι του στην Κύπρο ο Σεφέρης έγραψε στον Γιώργο Σαββίδη, «Οι περισπούδαστοι κύριοι των Commons που υποστηρίζουν ότι οι Κύπριοι δεν είναι Έλληνες, ούτε έχουν συμφέρον να είναι Έλληνες, αλλά ουρανοκατέβατοι που πρέπει να κοιτάζουν πως να καλοπεράσουν γλείφοντας τον αφέντη που τον έστειλε ο Πανάγαθος – τους Λουζινιάν, τους Βενετσάνους, τον Γκρανσινιόρη ή τους αποικοβοσκούς της Ταγκανίκας, - οι περισπούδαστοι αυτοί κύριοι δεν είναι πνευματικοί άνθρωποι… Και όταν βλέπω πνευματικούς ανθρώπους και φίλους μας (Ντάρελ) να γίνονται προπαγανδιστές αυτών των κυρίων και να χρησιμοποιούν και τις φιλίες που είχαν στην Ελλάδα ακόμη, για να εισδύσουν και να εξανδραποδίσουν συνειδήσεις στο νησί – ε, τότε κουμπώνομαι ολοσδιόλου».

          Τα «Πικρολέμονα» γράφτηκαν μετά έναν χρόνο αφότου ο Ντάρελ έφυγε από την Κύπρο. Οι εκρήξεις από τις βόμβες, τα συλλαλητήρια και ο ανταρτοπόλεμος, παρουσιάζονται ως ενέργειες ορισμένων φανατικών ή μιας άμυαλης νεότητας, διότι στο σύνολό τους, όπως υποστηρίζει, οι Κύπριοι αγαπούσαν τους Άγγλους. Αυτά διάβασε ο αγγλόφωνος κόσμος και η εντύπωση που έμεινε είναι ότι ο κυπριακός αγώνας ήταν ένα αποικιακό επεισόδιο. Στην Ελλάδα δεν ήταν αρκετά γνωστό το βιβλίο του και γι’ αυτό οι εσφαλμένες εντυπώσεις που δημιούργησε έπρεπε να ανασκευαστούν στο εξωτερικό. Έτσι ο Ρούφος αποφάσισε να εκδώσει την «Χάλκινη Εποχή» στην Αγγλία, το 1960.

          Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε η «Χάλκινη Εποχή» και σε ελληνική έκδοση, στην Αθήνα και με εξαίρεση κάποια λίγα κριτικά σημειώματα, που είχαν πολιτικά κίνητρα, οι κριτικές που δημοσιεύτηκαν και οι ελληνικές και οι αγγλικές, ήσαν εγκωμιαστικές. Ο Ρούφος χρησιμοποίησε το τέχνασμα ενός γραπτού κειμένου, για να σκηνοθετήσει την πλοκή του μύθου. Η αρχιτεκτονική αφήγηση του βίου του επιστολογράφου μετεωρίζεται μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας και καταλήγει να γίνει μία πιστή χρονογραφία των συμβάντων του κυπριακού αγώνα, η ψυχογραφία μιας Γενιάς, ενός λαού.

          Ο Ρούφος θέτει έναν προβληματισμό που ανετράπη από όσα ακολούθησαν, τα οποία δεν πρόλαβε να δει και να ζήσει. Εννοώ τον σφαγιασμό της Κύπρου, τραγική κατάληξη της δικτατορίας των Συνταγματαρχών.

          Με το έργο του προσήγγισε την ελληνική μεταπολεμική περιπέτεια αταλάντευτα και δημιουργικά, προσηλωμένος στις αξίες που μας κληροδότησε η ελληνική αρχαιότητα και αποτελεί πρότυπο κοσμοπολίτικου πατριωτισμού, από αυτά που λιγοστεύουν στην εποχή μας. Από τους εκλεκτότερους της κατοχικής Γενιάς, συνοδοιπόρος του αδικοχαμένου Κίτσου Μαλτέζου, που ο βίαιος και άδικος θάνατός του έγινε γι’ αυτόν αιτία αναστοχασμού, πολλές φορές απογοητεύθηκε, διότι είδε τα όνειρά του να διαλύονται, βορά στο μέλλον της σκοπιμότητας. Αλλά μέχρι το πρόωρο τέλος του δεν διαπραγματεύτηκε τα ιδανικά του, απόδειξη η αυτόβουλη απομάκρυνσή του από την διπλωματική υπηρεσία, κάτι που δεν έκανε κανένας άλλος.

          Οι σχέσεις του με τον Γιώργο Σεφέρη ήσαν μία πολύμορφη «μαθητεία» και το έργο και η προσωπικότητα του διπλωμάτη και ποιητή Σεφέρη αναμφίβολα τον επηρέασαν. Γνωρίστηκε με τον Σεφέρη όταν ήταν φοιτητής της Νομικής και η συνάντησή τους τον σημάδεψε, διότι ο Σεφέρης το 1946 που συναντήθηκαν ήταν ήδη θρυλικό πρόσωπο, ίνδαλμα της κατοχικής Γενιάς. Όπως ο μέντοράς του έτσι και ο Ρούφος, μεταξύ διπλωματίας και λογοτεχνίας αφοσιώθηκε στην δεύτερη. Συναντήθηκαν στην Κύπρο, στο τρίτο ταξίδι του Σεφέρη, το φθινόπωρο του 1955, όπου μετά από έρευνα που πραγματοποίησε μεταξύ των κυπρίων, πείσθηκε για το δίκιο τους. Ως Πρέσβης της Ελλάδας στο Λίβανο, από τον Νοέμβριο του 1952 μέχρι τον Ιούλιο του 1956, ο Σεφέρης παρακολουθούσε τις εξελίξεις στο Κυπριακό και διερεύνησε τις δυνατότητες αποστολής όπλων και πολεμοφοδίων στο νησί από την Συρία και τον Λίβανο, τα οποία τα αποκαλούσε στη συνθηματική επικοινωνία τους «σοκολάτες».

          Αποτιμώντας αισθητικά ο Ρούφος τα κυπριακά ποιήματα του Σεφέρη, διακρίνει μετρημένη και στοχαστική απόδοση του κυπριακού δράματος που ήταν τότε σε εξέλιξη, με σαφή τοποθέτηση υπέρ του δικαίου των Ελλήνων της Κύπρου, χωρίς δημαγωγίες και φθηνό εθνικισμό ή ρητορικό στόμφο και κήρυγμα μίσους εναντίον των Άγγλων. Όμως, παρά τη δράση τους και τις υπηρεσίες που προσέφεραν στον κυπριακό Αγώνα και ο Σεφέρης και ο Ρούφος δέχτηκαν βέλη και υπονοούμενα για μειωμένη εθνική ευαισθησία, προκειμένου τάχα να κερδίσουν την εύνοια των προϊσταμένων τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ είχε επέλθει ρήξη στις σχέσεις Σεφέρη – Αβέρωφ, για τους χειρισμούς του τελευταίου στο Κυπριακό και ο Αβέρωφ ήταν σφόδρα ενοχλημένος από τις φιλοκυπριακές δραστηριότητες του Ρούφου, κατά τις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου τον κάλεσε να συμμετάσχει στην Επιτροπή που θα διαπραγματευόταν τους όρους της αρχικής Συμφωνίας της Ζυρίχης, διότι θεωρείτο άνθρωπος της εμπιστοσύνης του Μακαρίου και του Γρίβα και ο Αβέρωφ πίστευε ότι μπορούσε να επηρεάσει προσωπικά τον ίδιο τον Μακάριο. Ο Ρούφος έστειλε μία αυστηρά υπηρεσιακή επιστολή στον Γρίβα και του μετέφερε τις απόψεις του Καραμανλή γύρω από τα θετικά σημεία των Συμφωνιών. Στο Λονδίνο όπου παρέμεινε και μετά την υπογραφή των Συμφωνιών ανανεώθηκαν οι σχέσεις τους, διότι συμμετείχαν και οι δύο σε Επιτροπές και Διασκέψεις, ο Ρούφος ως αναπληρωτής του Σεφέρη. Στήριξε τους χειρισμούς του Μακαρίου και με την στάση του δυσαρέστησε τους Άγγλους, οι οποίοι παραπονέθηκαν στον Αβέρωφ και του ζήτησαν να τον πιέσει να είναι πιο διαλλακτικός. Τότε κυκλοφόρησε η «Χάλκινη Εποχή» και την  διάβασε ο Σεφέρης και το κεφάλαιο «Αγουρίδες», που είχε αφαιρεθεί, αλλά δεν έκανε κανένα σχόλιο.

          Αμέσως μετά την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας και οι δύο ακολούθησαν την ίδια εκούσια στάση «σιωπής». Αρνήθηκαν να δημοσιεύσουν οποιοδήποτε κείμενο στην Ελλάδα, όσο διαρκούσε η προληπτική λογοκρισία. Στις 28 Μαρτίου 1969 ο Σεφέρης προέβη στη γνωστή «Δήλωσή» του εναντίον του καθεστώτος και ο Ρούφος, μαζί με άλλους πνευματικούς δημιουργούς, του συμπαραστάθηκε. Είχε κι αυτός τις ίδιες αγωνίες για την κατάλυση της Δημοκρατίας και ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλες τις πνευματικές εκδηλώσεις αντίστασης εναντίον της δικτατορίας, με πρώτη την έκδοση ενός βιβλίου με τον τίτλο «Verité sur la Grèce», που αρχικά κυκλοφόρησε ανώνυμα στη Λωζάνη. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον φίλο της Ελλάδας Richard Clogg και κυκλοφόρησε το 1972 με τον τίτλο «Inside the Colonel’s Greece».

          Μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας, τον Οκτώβριο 1969, ο Ρούφος, από κοινού με τον Στρατή Τσίρκα οργάνωσε την έκδοση των ομαδικών μανιφέστων διαμαρτυρίας «Δεκαοχτώ κείμενα» και «Νέα Κείμενα 1» και «Νέα Κείμενα 2» (1971), που απετέλεσαν ισχυρά πλήγματα κατά του καθεστώτος. Ήσαν από τις ελάχιστες φωνές που ορθώθηκαν για να στηλιτεύσουν την κατάλυση της Δημοκρατίας. Στα «Δεκαοχτώ Κείμενα» δημοσιεύθηκε και το ποίημα του Σεφέρη «Οι Γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα», που εσκεμμένα παρερμηνεύθηκε σε μία ανταπόκριση του περιοδικού «Time» από την Ελλάδα (24 Αυγούστου 1970) και ο Ρούφος έσπευσε να διαμαρτυρηθεί και να ανασκευάσει την καθόλου τυχαία παρερμηνεία του.

          Η έκδοση των μανιφέστων διαμαρτυρίας δεν έμεινε ακατάκριτη από κάποιους συγγραφείς που επέμεναν στη συνέχιση της σιωπής, προσπερνώντας το ερώτημα που έθεσε ο Ρούφος, «Έχει ή δεν έχει ο λογοτέχνης το χρέος να είναι, κατά κάποιο ποσοστό, συνείδηση και φραγγέλιο του κόσμου όπου ζει;».

          Ο θάνατος του Σεφέρη ήταν πλήγμα για τον Ρούφο, που τον θεωρούσε απαράμιλλο ερμηνευτή της ιστορικής μοίρας του Ελληνισμού και συνείδηση της Ρωμιοσύνης. Απόδειξη όσα έγραψε, για να αποκαταστήσει την φήμη και την αξία του, απαντώντας σε όσους, ευτυχώς λίγους, επιχείρησαν να αμαυρώσουν την πατριωτική και πνευματική προσφορά του. Με την ειλικρίνεια και την εντιμότητα που τον διέκρινε, δεν τον υπερασπίστηκε, αλλά άρθρωσε έναν νηφάλιο και συγκροτημένο λόγο, που αποσκοπούσε να διαλύσει εμπάθειες, συκοφαντίες, ζηλοφθονίες και ψεύδη και να αποκαταστήσει την μνήμη του, που κάποιοι περίμεναν να πεθάνει, για να επιχειρήσουν να την σπιλώσουν.

          Μελετώντας την πνευματική κληρονομιά του Ρόδη Ρούφου διαπιστώνουμε ότι σε όλη του τη ζωή ήταν ένας ενεργός και φιλελεύθερα σκεπτόμενος πολίτης, που δεν αναλώθηκε στα λόγια, αλλά στην πράξη, με σεβασμό στη γνώμη των άλλων, χωρίς υποχωρήσεις ή αμφιταλαντεύσεις. Ολοκληρώνοντας τον Πρόλογο που προέταξε στη β΄ έκδοση της Τριλογίας του «Χρονικό μιας Σταυροφορίας», που κυκλοφόρησε το 1972, λίγο πριν τον θάνατό του, μας κληροδότησε μία πάντα επίκαιρη πνευματική παρακαταθήκη, που αντανακλά και το απαύγασμα του ρωμαλέου στοχασμού του. «Το παρελθόν δεν αλλάζει, μπορεί ν’ αλλάξει όμως ο τρόπος που το βλέπουμε. Καιρός να το δούμε με νηφάλια, κριτική ματιά και όσο γίνεται, με διάθεση κατανόησης και συγγνώμης, για τα σφάλματα, ακόμα και για τα εγκλήματα που όλοι κάναμε».

          Τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον γύρω από το έργο του Ρόδη Ρούφου πυκνώνει και είναι κοινή διαπίστωση ότι όλα τα μυθιστορήματά του προέρχονται από προσωπικά βιώματά του σε βασικά ιστορικά γεγονότα, δηλαδή είναι αυτοβιογραφικά.

          Με αφετηρία το «Χρονικό μιας Σταυροφορίας», η συνέχεια έρχεται με την «Χάλκινη Εποχή» και ακολουθούν οι «Γραικύλοι»,  μυθιστορήματα στα οποία τον απασχολούν ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και πολιτικές δράσεις για την Δημοκρατία, την αυτοδιάθεση και τις κοινωνικές και πολιτισμικές ηγεμονίες.

          Στη «Χάλκινη Εποχή» είναι εμφανής η προσπάθειά του να ανασκευάσει ένα σταθερά εδραιωμένο ιδεολόγημα των βρετανών για τις σχέσεις της Αυτοκρατορίας τους με τις αποικίες. Είναι έντονη η διάθεση αμφισβήτησης και απόρριψης όσων περιέχονται στα «Πικρολέμονα» και θα ήταν ενδιαφέρον να είχε απαντήσει ο συγγραφέας τους, κάτι που απέφυγε να κάνει.

          Ο Ρούφος αποστασιοποιήθηκε από τον συσχετισμό της δικής του δράσης στην Κύπρο με το τέχνασμα της παραλαβής των χειρογράφων που συνέταξε ο κεντρικός ήρωας ο Αλέξης και κατάφερε να στείλει στον Δίωνα. Έτσι η διάθλαση των εμπειριών του σε δύο μυθιστορηματικά πρόσωπα, του Αλέξη και του Δίωνα, εμπεδώνει την μυθοπλασία.

          Ο χρόνος της αφήγησης είναι ένα εικοσιτετράωρο και με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης συμπίπτει και η ώρα που είχε οριστεί για τον απαγχονισμό του Αλέξη, για την δράση του στην ΕΟΚΑ. Η αφήγηση όμως καλύπτει περίοδο δύο χρόνων, αφότου συναντήθηκε ο Δίων με τον Αλέξη το 1954 στη Λευκωσία, μέχρι την  εκτέλεσή του. ΄Ετσι δικαιώνει ο Ρούφος το προσωπικό του βίωμα από την κυπριακή εμπειρία του και αντικρούει την προπαγάνδα της αντίθετης πλευράς.

          Ο Αλέξης βρίσκει ότι οι πιο πολλοί Άγγλοι που γνώρισε στην αρχή ήσαν αρκετά πληκτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, με πενιχρή αγωγή και μόρφωση, απασχολημένοι κυρίως με την καλλιέργεια αισθημάτων αποικιοκρατικής υπεροχής, σαν αναπλήρωμα για ο,τιδήποτε συμπλέγματα κατωτερότητας είχαν υποφέρει στον τόπο τους. Στην προκλητική ερώτηση του Μόνταγκιου (Ντάρελ), «πως μπορεί να είναι κανείς ΄Ελληνας;» ο Αλέξης απαντάει, «ο ελληνισμός δεν είναι φυλή. Είναι μία κατάσταση τέλειας ισορροπίας απέναντι σε αιώνια πρόκληση». ΄Ησυχη αποικιακή ζωή και ταυτότητα ή δράση για τα ιδανικά της ελευθερίας; Αυτό το ερώτημα θέτει ο Ρούφος και ο Αλέξης, το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, ανενδοίαστα επιλέγει τον Αγώνα, με οποιοδήποτε κόστος.

          Είναι ενδιαφέρουσες οι συζητήσεις του Αλέξη με τον Μόνταγκιου γιά το αποικιακό ζήτημα, τον εθνικισμό και την ουσιαστική σημασία του, με τον Ντάρελ να υπεραμύνεται της καλοπέρασης. Εξ ίσου ενδιαφέρουσα είναι και η συζήτηση του Αλέξη με ένα υψηλό πρόσωπο της αποικιακής κυβέρνησης, που τον επισκέφθηκε στη φυλακή, το οποίο υπερασπίζεται την αποικιοκρατία και σχετικοποιεί, όπως και ο Ντάρελ, την σημασία της ελευθερίας.

          Η συζήτηση του Αλεξη με τον υψηλό επισκέπτη του παραπέμπει στους «Αδελφούς Καραμαζώφ» του Ντοστογιέφσκι, όπου ο μέγας ιεροεξεταστής – καρδινάλιος της Σεβίλλης, αφού συνέλαβε τον Ιησού «που επανεμφανίστηκε στη γη, γύρω στα 1500 … τον κατηγορεί πως μερίμνησε για την ελευθερία του ανθρώπου, ενώ το ανθρώπινο κοπάδι χρειάζεται την ευτυχία που δίνει η ανάθεση των ευθυνών για κάθε πράξη σε μια ανώτερη εξουσία».

          Για τον Αλέξη «υπάρχουν λογιών λογιών ευτυχίες κι ο καθένας τις αξιολογεί σύμφωνα με τις προσωπικές του αντιλήψεις. ΄Αλλοι είναι πλασμένοι για να ευτυχήσουν σαν καλοθρεμένα σπιτίσια σκυλιά και άλλοι για να ευτυχήσουν σαν λιπόσαρκοι λύκοι του βουνού». Ο Αλέξης διάλεξε το δεύτερο, το πιο δύσκολο, την ελευθερία, διότι όπως δήλωσε στον συνομιλητή του, «Δεν ζουν όλοι οι άνθρωποι μονάχα με ψωμί». Αυτό είναι το κεντρικό νόημα της «Χάλκινης Εποχής», σύμφωνα και με την αφιέρωση του βιβλίου, «Σ’ όσους διάλεξαν την Ελευθερία».

δη Ρούφου: Η Χάλκινη Εποχή

 

          «Η Χάλκινη Εποχή» είναι ένα μυθιστόρημα για τον Αγώνα ανεξαρτησίας της Κύπρου, που ο Ρόδης Ρούφος έγραψε στα αγγλικά, για να παρουσιάσει στο αγγλικό κοινό την ελληνική άποψη για το Κυπριακό, ως απάντηση στα «Πικρολέμονα» που είχε γράψει ο Λώρενς Ντάρελ.

          Κάποιοι πιστεύουν ότι το βιβλίο του Ντάρελ είναι φιλελληνικό και παραβλέπουν την αποικιοκρατική νοοτροπία που διαπερνά τις σελίδες του. Κατ’ ουσία πρόκειται για μία στρατευμένη προσπάθεια να δικαιολογηθεί η αγγλική στάση και πολιτική στο Κυπριακό και να δοθεί η παραπλανητική εικόνα ότι οι Κύπριοι δεν ήθελαν την Ένωση με την Ελλάδα και συμπαθούσαν τους Άγγλους.

          Αρχικά ο Ρούφος είχε φιλική σχέση με τον Ντάρελ, αλλά άλλαξε γνώμη όταν ο τελυταίος ανέλαβε θέση στην αγγλική διοίκηση στην Κύπρο, οπότε μεταμορφώθηκε σε απολογητή της αποικιοκρατίας, έγινε εκφραστής μιας ρατσιστικής αντίληψης για τους αμόρφωτους και καθυστερημένους ιθαγενείς, όπως θεωρούσε τους κυπρίους και συμπεριφέρθηκε βάναυσα και βίαια,  ως ανακριτής κυπρίων αγωνιστών.

          Η απάντηση του Ρούφου στα «Πικρολέμονα», για κάποιους Έλληνες υπερπατριώτες δεν ξεχείλιζε όσο έπρεπε από πάθος κατά της αγγλικής φυλής και την χαρακτήρισαν άτονη, χλιαρή και αγγλόφιλη, κάτι που, όπως έγραψε ο ίδιος, τον παρηγόρησε, διότι σήμαινε ότι δεν είχε ξεφύγει από τη γραμμή της πνευματικής τιμιότητας.

          Τα αισθήματα του Ντάρελ για την Ελλάδα και τον κυπριακό λαό ήσαν αμφίσημα. Κάποτε στάθηκε χρήσιμος για την Ελλάδα, όχι όμως πάντοτε ωφέλιμος. «Και σε μιαν αστραπή, βλέπω ξανά την Ελλάδα που αγαπώ: τη γυμνή φτώχεια που φέρνει χαρά δίχως ταπείνωση, την αγνότητα και τους έξοχους τρόπους των νησιωτών… Την όρθια, αρσενική συνείδηση της περιπέτειας στ’ αρχιπέλαγο», έγραψε το 1953 στο δοκίμιό του «Στοχασμοί πάνω σε μια θαλάσσια Αφροδίτη». Τέσσερα χρόνια αργότερα, στα «Πικρολέμονα» διερωτάται, «Πως είναι δυνατόν να θέλει ο Κύπριος την Ένωση; απορούσαν όσοι Άγγλοι κάτοικοι της Κύπρου ήξεραν καλά την Ελλάδα. Εύλογη η απορία τους. Στρατιωτική θητεία στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις; Εξοντωτική φορολογία; Κακοδιοίκηση;».

          Στο πρώτο μέρος της «Χάλκινης Εποχής» ο Ρούφος διατυπώνει τις αντιρρήσεις του για τα «Πικρολέμονα», στο κεφάλαιο «Sour Grapes» (Αγουρίδες). ΄Ομως ο άγγλος εκδότης δέχτηκε να εκδώσει την «Χάλκινη Εποχή» υπό τον όρο ότι οι σελίδες για τα «Πικρολέμονα» θα αφαιρούνταν, όπως και έγινε.

          Η εμπειρία του Ρούφου στην Κύπρο, όπου υπηρέτησε ως διπλωματικός υπάλληλος, είναι το υπόβαθρο τριών έργων του. Του θεατρικού «Η Μέρα της Κρίσης», που κυκλοφόρησε το 1957, του διηγήματος «Το τυχαίο γεγονός», που κυκλοφόρησε το 1963 και του μυθιστορήματος «Η Χάλκινη Εποχή».

          Παρόλο που η επίσημη θέση της ελληνικής Κυβέρνησης δεν ήταν υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, για να μην αντιταχθεί στην Αγγλία, έλληνες αξιωματούχοι, με πρώτον και καλύτερο τον Ρόδη Ρούφο, ανεπίσημα και κρυφά, ενθάρρυναν τις δραστηριότητες των κυπρίων.

          Συναντήθηκε με τον Ντάρελ το 1954 στην Κύπρο και τον βοήθησε να μπει στους κυπριακούς λογοτεχνικούς κύκλους. Η υποδοχή που του επιφύλαξαν οι κύπριοι ομότεχνοι του ήταν θερμότερη από οποιουδήποτε άλλου Άγγλου συγγραφέα. Είχε την ευκαιρία να συναναστραφεί τους πιο αξιόλογους, αλλά η σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ τους διεκόπη όταν ανέλαβε τη θέση του υπεύθυνου δημόσιας πληροφόρησης.

          Στην «Χάλκινη Εποχή» ο Ντάρελ αναφέρεται ως Μόνταγκιου και ο αφηγητής επισκέπτεται το χωριό του και μιλάει γι’ αυτόν με τους χωρικούς. Όταν τους λέει ότι καταφέρεται κατά της Ένωσης, επειδή «είναι Εγγλέζος και υπηρετεί τη χώρα του», οι χωρικοί εξανίστανται. «Όχι, ο κ. Μόνταγκιου δεν ήταν συνηθισμένος Εγγλέζος. Έλεγε ότι ήταν φίλος μας, φίλος της Ελλάδας. Και τώρα μας πρόδωσε και πήγε με την άλλη πλευρά». Προφανώς ο Ντάρελ παρουσιαζόταν ως διαφορετικός Άγγλος και όταν οι κύπριοι ανακάλυψαν ότι ήταν όπως όλοι οι Άγγλοι, απογοητεύθηκαν.

          Την ίδια απογοήτευση ένοιωσε και ο Ρούφος και την εξέφρασε στο ποίημά του «Ίωνες Αιχμάλωτοι στην Κύπρο, 498 π.Χ.», με ημερομηνία 25 Οκτωβρίου 1955, το οποίο αφιέρωσε στον Ντάρελ, όχι εις ένδειξη θαυμασμού, αλλά με κριτική διάθεση. Είναι εμφανής η επίδραση της καβαφικής ποίησης και εκπέμπει την αίσθηση απόηχου των ποιημάτων του Σεφέρη για την Κύπρο.

          Επίσης, στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Κυπριακά Γράμματα», που κυκλοφόρησε το 1956, δημοσίευσε μαζί με τον Νίκο Κρανιδιώτη ένα άρθρο για τον φιλελληνισμό και τους λεγόμενους φιλέλληνες, υπονοώντας τον Ντάρελ.

          Τα «Πικρολέμονα» ξεχείλισαν το ποτήρι και ο Ρούφος μας χάρισε την «Χάλκινη Εποχή». Ευτυχώς που ο Ντάρελ έγραψε τα «Πικρολέμονα», διότι μπορεί να μην είχε γραφτεί η «Χάλκινη Εποχή», αν και ο Ρούφος οπωσδήποτε θα ήθελε να δικαιώσει τον κυπριακό Αγώνα και να υπερασπιστεί τις θέσεις του, γράφοντας ένα μυθιστόρημα.

          Στη «Χάλκινη Εποχή» ο Ρούφος είναι περίπου ο Δίων, ο οποίος υπηρετεί στην Κύπρο ως έλληνας διπλωμάτης και λαμβάνει ένα αυτοβιογραφικό χειρόγραφο από έναν Κύπριο φίλο του, καταδικασμένον σε θάνατο για την συμμετοχή του στον ένοπλο αγώνα κατά των βρετανών. Το χειρόγραφο το διάβασε μαζί με την φίλη του, την Νταίζη και διανθίζουν την ανάγνωση με δικές τους αναμνήσεις. Ο συντάκτης του χειρογράφου, ο Αλέξης, είναι καθηγητής στο Γυμνάσιο της Λευκωσίας και στην επιστολή του εξιστορεί πως από αδιάφορος για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, άλλαξε και συμμετείχε ενεργά στον Αγώνα. Στο ίδιο σχολείο δίδαξε και ο Ντάρελ και η συσχέτιση είναι υπαινικτική.

          Ο Ρούφος δίνει μία εντελώς διαφορετική εικόνα των μαθητών και του ρόλου τους στον Αγώνα απ’ ότι ο Ντάρελ. Ο τελευταίος υπονοεί ότι οι ενθουσιώδεις νέοι ξεσηκώθηκαν και ξέφυγαν από τον έλεγχο των καθηγητών τους, που αρχικά τους είχαν υποκινήσει, ενώ ο Ρούφος τους παρουσιάζει ήσυχους, σοβαρούς και υπάκουους. Οι Ελληνοκύπριοι συμπεριφέρονταν διαφορετικά μεταξύ τους, απ’ ότι προς τους Άγγλους και ο Ρούφος, περιγράφοντας τη διαφορετική συμπεριφορά τους και τις πραγματικές πεποιθήσεις τους, υπονοεί επιδέξια ότι ο Ντάρελ δεν γνώριζε την πραγματικότητα.

          Ο Ντάρελ παρουσιάζεται ως ένας κυνικός που δεν πιστεύει σε τίποτα. Αυτό είναι για τον Ρούφο ένα αποτελεσματικό όπλο για να αντιμετωπίσει τα «Πικρολέμονα». Τον παρουσιάζει ως «Μακιαβέλι της τσέπης», που συνειδητά αλλοιώνει την αλήθεια για δικό του όφελος και του αποδίδει ότι εμφανίζει φανταστικά γεγονότα ως αληθινά, γεγονός που τον έσπρωξε να απαντήσει. Δεν δέχτηκε, όπως έκανε ο Ντάρελ, να επιτρέψει στη μυθοπλασία να παρουσιαστεί μεταμφιεσμένη σε αλήθεια. Με τη δημοσίευση της «Χάλκινης Εποχής» η εικόνα για τα «Πικρολέμονα» άλλαξε. Δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται «μία προσωπική τεκμηριωμένη αφήγηση», αλλά ένα μυθιστόρημα όπου τα γεγονότα είναι δημιουργήματα της φαντασίας του συγγραφέα, όχι ανεπηρέαστα από σκοπιμότητες, δηλαδή δεν είναι αληθινά.

          Το 1954 ο Ρόδης Ρούφος μετατέθηκε στο ελληνικό προξενείο στη Λευκωσία, ως Υποπρόξενος, διότι η Κύπρος ήταν αγγλική αποικία και δεν μπορούσε να έχει ελληνική Πρεσβεία. Ο έμφυτος πατριωτισμός του δεν του επέτρεπε να αδιαφορήσει στο δίκαιο των ελληνοκυπρίων και συγκρότησε μία ομάδα μαζί με τον προϊστάμενό του Πρόξενο Ανδρέα Παππά, η οποία ανέλαβε την πολιτική καθοδήγηση του Γρίβα και κάθε είδους διευκόλυνση για τον πολεμικό αγώνα του. Επίσης συνέδραμε τον Μακάριο στην αντιμετώπιση της αγγλικής πολιτικής και διπλωματίας, με τον οποίο γνωριζόταν από την περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα.

          Οι δραστηριότητές του αυτές καλύπτουν την περίοδο από το 1954 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας 1960 και είχαν ως αντικείμενο την ουσιαστική και πολύπλευρη υποστήριξη της ΕΟΚΑ και συγκεκριμένα του Γρίβα, στήνοντας ένα μόνιμο και κατά το δυνατόν ασφαλές δίκτυο επικοινωνίας μαζί του, μέσω των συνδέσμων του στη Λευκωσία και αλλού. Συμμετείχε ενεργά στον εξοπλισμό της ΕΟΚΑ, βοηθώντας με πολλούς τρόπους τον δίαυλο επικοινωνίας της με την Αθήνα, που ήταν ο Ανδρέας Αζίνας, έμπιστο πρόσωπο και του Μακαρίου και του Γρίβα, να μεταφέρει στην Κύπρο παράνομα, οπλισμό. Χρησιμοποίησε ακόμα και τον διπλωματικό του σάκο, για να διευκολύνει την αλληλογραφία Γρίβα-Αθήνας. Ήταν ο εμπνευστής της χρήσης ψευδωνύμων στην  αλληλογραφία τους, όπως είχε μάθει από την εποχή της αντιστασιακής δράσης του την περίοδο της Κατοχής. 

          Λόγω της θέσης τους και ο Ρούφος και ο Παππάς προσπάθησαν να επηρεάσουν προς την κατεύθυνση που θεωρούσαν σωστή, παρότι η κατεύθυνση αυτή δεν συνέπλεε με την επίσημη γραμμή της ελληνικής Κυβέρνησης. Ο ρόλος του Ρούφου ήταν καθοριστικός στις διαπραγματεύσεις Χάρντιγκ – Μακαρίου, την περίοδο Οκτωβρίου 1955 – Φεβρουαρίου 1956 και συνέβαλε στη διαμόρφωση της διαπραγματευτικής τακτικής του Μακαρίου και του γραμματέα της Εθναρχίας Κρανιδιώτη, απέναντι στους βρετανούς και την ελληνική Κυβέρνηση. Συνέβαλε στη σύνταξη των Ελληνοκυπριακών απαντητικών επιστολών στις βρετανικές προτάσεις και επηρέασε και τον Μακάριο. Δεν δίστασε να κινηθεί μακριά από την επίσημη ελληνική εξωτερική πολιτική, με κάποια κάλυψη βέβαια και συμμετείχε στη σύνταξη της απαντητικής επιστολής του Μακαρίου προς τον Καραμανλή, τον Μάιο 1956, με την οποία ο Μακάριος ζητούσε την παραίτηση του Υπουργού Εξωτερικών Σπύρου Θεοτόκη. Γι’ αυτόν τον λόγο ο διάδοχός του Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας αποφάσισε την απομάκρυνσή του από την Λευκωσία. Θεωρούσε, ότι μαζί με τον Παππά, «είχαν πολύ ευθυγραμμιστεί με την αδιάλλακτη γραμμή, θεωρούνταν αναμεμιγμένοι στις επιθέσεις κατά του προκατόχου μου, ήταν ψυχικά περισσότερο αντιπρόσωποι αγωνιζόμενων πονεμένων Κυπρίων παρά του αγωνιζόμενου Εθνικού Κέντρου», έγραψε ο Αβέρωφ στο βιβλίο του για το Κυπριακό «Ιστορία Χαμένων ευκαιριών».

          Ακόμα πιο οξύς ήταν ο διάδοχος του Παππά Άγγελος Βλάχος, που τους χαρακτήρισε, «Κύπριοι για τα καλά» και προέβη σε ανεπίτρεπτους και αήθεις χαρακτηρισμούς εναντίον του Ρούφου, σε προσωπικό επίπεδο.

          Όμως η αντικατάστασή τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση και έγινε τηρώντας τα προσχήματα, διότι οι σχέσεις με τους Άγγλους ήσαν τεταμένες και δεν μπορούσαν να ελέγξουν τον Γρίβα. Ταυτόχρονα η Κυβέρνηση επεδίωκε να διατηρηθούν ενεργοί όλοι οι δίαυλοι επικοινωνίας, ώστε αν τους χρειάζονταν, να μπορούσαν να τους χρησιμοποιήσουν, έστω και από άλλη θέση. Την αντικατάστασή τους επεδίωκαν και οι βρετανοί, με την τοποθέτηση λιγότερο φιλοκύπριων διπλωματών, όπως ο Άγγελος Βλάχος, ο οποίος δεν έκρυβε την απέχθειά του για τον Μακάριο, τον Γρίβα και κάθε τι κυπριακό.

          Μετά την αντικατάσταση του Σπυρ. Θεοτόκη στο Υπουργείο Εξωτερικών από τον Ευαγ. Αβέρωφ – Τοσίτσα, ο βρετανός Πρέσβης στην Αθήνα Τσαρλς Πηκ, σε έκθεσή του προς το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε ότι τον Ιούνιο 1956 ο Αβέρωφ του υποσχέθηκε ότι θα ανακαλέσει τον Έλληνα Πρόξενο στην Κύπρο και ότι θα τον αντικαταστήσει με έναν «αξιωματούχο διαφορετικού χαρακτήρα, τον οποίο ο κυβερνήτης θα έβρισκε περισσότερο συναινετικό».

          Παρότι ο Ρούφος ήταν υποψιασμένος, από τον Απρίλιο 1956, ότι θα τον μετέθεταν, όχι μόνο δεν σταμάτησε τη δράση του, αλλά την ενέτεινε. Κάποια γεγονότα που μεσολάβησαν, όπως η απαγωγή του Μακαρίου από τους βρετανούς, η εξορία του στις Σεϋχέλλες, η απουσία σαφών οδηγιών και η απομόνωση του Γρίβα από τον τομέα Λευκωσίας της Ε.Ο.Κ.Α., δεν τον εμπόδισαν να συνεχίσει.

          Από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο 1956 ανέλαβε σχεδόν αποκλειστικά την πολιτική καθοδήγηση του Αγώνα, έχοντας καθημερινή επικοινωνία με τον Γρίβα και φρόντιζε ενεργά για τον ανεφοδιασμό και την επαφή με τον Αζίνα. Προσπάθησε πολλές φορές με επιτυχία να συγκρατήσει τον Γρίβα από ακρότητες, σώζοντας μερικές ζωές και του επεσήμαινε τη ζημιά που προκαλούσαν τέτοιες ενέργειες στη διεθνή εικόνα του Αγώνα. Επίσης τον οδηγούσε σε ασφαλέστερες για την ελληνοκυπριακή διπλωματία ενέργειες, ως μετριοπαθής πολιτικός του σύμβουλος.

          Αναγνωρίζοντας η ελληνική Κυβέρνηση και ο Έλληνας Πρόξενος Άγγελος Βλάχος τις ικανότητές του, λίγο πριν φύγει από την Κύπρο, προσπάθησαν να τον χρησιμοποιήσουν για να επηρεάσουν τον Γρίβα, ώστε αυτός να δεχτεί μία εκεχειρία με τους Βρετανούς, την οποία αποδέχτηκε, αλλά την αρνήθηκε ο Άγγλος κυβερνήτης Χάρτινγκ.

          Καίτοι μετατέθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, δεν σταμάτησε την επικοινωνία με τον Υποπρόξενο διάδοχό του στο Προξενείο της Λευκωσίας Άρη Φρυδά, με τον Αζίνα και με τον ίδιο τον Γρίβα. Με τον τελευταίο εξακολούθησε να έχει τακτική επικοινωνία τουλάχιστον μέχρι το 1958, συνεχίζοντας να τον καθοδηγεί πολιτικά. Από επιστολές του προς τον Γρίβα προκύπτει η αντίθεσή του στις εκτελέσεις άγγλων ομήρων και ότι τον παρότρυνε να ξεχάσει την παλιά έχθρα με τους κομμουνιστές και να επικεντρωθεί στον αγώνα εναντίον των Άγγλων, συνεργαζόμενος με όλους τους αγωνιστές. Για τον Ρούφο, μόνο ενωμένο το έθνος θα μπορούσε να βγει νικητής, κάτι που θεωρούσε ότι θα ωφελούσε και την πολυπόθητη ομόνοια των Ελλήνων, ύστερα από χρόνια διχασμού και μίσους. Επίσης συνέστησε στον Γρίβα να σταματήσουν οι κηδείες με τιμές ηρώων, των απλών πολιτών που δολοφονούνταν τυχαία από τους Άγγλους, διότι τους έδιναν επιχείρημα να δικαιολογούν τις πράξεις τους, αφού οι τυχαία δολοφονούμενοι απλοί πολίτες μπορούσαν να χαρακτηριστούν τρομοκράτες.

          Η Κυβέρνηση Καραμανλή προσπάθησε να τον αξιοποιήσει στο έπακρο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων του Λονδίνου το 1959, στέλνοντάς τον να επηρεάσει τον Μακάριο, ο οποίος αρνείτο να υπογράψει τις Συμφωνίες και  να ηρεμήσει τον εξαγριωμένο Γρίβα.

          Το γεγονός ότι παρέμεινε στο Λονδίνο και μετά την υπογραφή των Συμφωνιών, αποτελεί αναγνώριση των ικανοτήτων του και των γνώσεών του και απόδειξη του ειλικρινούς ενδιαφέροντός του για το Κυπριακό, μέχρι την τελική ρύθμιση των λεπτομερειών, κατά την μεταβατική περίοδο πριν την ανακήρυξη της Δημοκρατίας.

          Η επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών ήταν γι’ αυτόν ένα  γεγονός που διέκοψε βίαια την λαμπρή και πολλά υποσχόμενη διπλωματική του σταδιοδρομία. Με την επιβολή της ζήτησε να τεθεί σε διαθεσιμότητα, διότι ήταν αντίθετος με την κατάλυση του πολιτεύματος και ήλπιζε ότι σύντομα θα αποκαθίστατο η Δημοκρατία. Η στάση του ήταν ενοχλητική για τους επίορκους αξιωματικούς και καθώς η ομαλότητα δεν επανερχόταν, τον έθεσε η ίδια η Κυβέρνηση εκ νέου σε διαθεσιμότητα, χαρακτηρίζοντάς τον «ακατάλληλο», κάτι που προκάλεσε την οργή του. Επρόκειτο για μία ευθεία επίθεση στο πρόσωπό του, επειδή δεν δέχτηκε να υπηρετήσει το δικτατορικό καθεστώς, διότι ο χαρακτηρισμός που του αποδόθηκε υπονοούσε ότι ήταν ανίκανος, ηθικά μεμπτός και εθνικά ύποπτος, κάτι που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, κατά την πάνδημη άποψη των συναδέλφων του.

          Ο Ρόδης Ρούφος πέθανε τον Οκτώβριο 1972, σε ηλικία μόλις 48 ετών, αλλά πρόλαβε να μας κληροδοτήσει ένα τεράστιο πνευματικό έργο.

          Ήταν πολύγραφος, όχι ευκολόγραφος ή προχειρολόγος και με τις εμπειρίες και τα βιώματα που του προσέφερε η γεμάτη ζωή του διαλέχθηκε με άνεση με γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις που απασχόλησαν και απασχολούν την Ιστορία. Όλα όσα έζησε ήσαν μία πρόκληση, που την αποδέχτηκε με γενναιότητα και την μετουσίωσε σε πράξη πολιτικής ευθύνης. Χωρίς κομματικές εντάξεις και παραταξιακές σκοπιμότητες εξέφρασε με ανιδιοτέλεια την πίστη του στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, στη δύναμη και την μοναδικότητα της ελευθερίας. Γι’ αυτό και έγινε στόχος όσων καταγίνονται να κρίνουν το ιδεολογικό υπόβαθρο κάθε δημιουργού μέσα από συγκεκριμένες κομματικές οπτικές. Για τον Ρούφο υπήρχε μία άλλη οδός για να συζητήσουμε και να εκτιμήσουμε τα προβλήματα που μας απασχολούν και σ’ αυτό έγκειται η αξία και η επικαιρότητα του νηφάλιου και ιδεολογικά ανεξάρτητου λόγου του. Να θυμίσω ότι στη νεότητά του «πέρασε» από την νεολαία του «Εθνικού Ενωτικού Κόμματος» του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και πιστεύω ότι ο ενωτικός λόγος του δεν είναι άσχετος από αυτή την εμπειρία του.

          Όταν εκδόθηκε η «Χάλκινη Εποχή» κανένας κριτικός δεν συσχέτισε την έκδοσή της με το μυθιστόρημα του Ντάρελ και διεκδικεί μοναδικότητα το βιβλίο του, διότι δεν υπάρχει άλλη περίπτωση στην νεοελληνική μυθιστοριογραφία να γράφτηκε μυθιστόρημα για να απαντήσει σε ένα άλλο μυθιστόρημα.

          Ο Ντάρελ ήταν ένας κοσμοπολίτης συγγραφέας που άλλαξε πολλούς τόπους διαμονής. Στο Παρίσι γνωρίστηκε με τον μέντορά του Χένρυ Μίλλερ και τον παρακίνησε να επισκεφτεί την Ελλάδα. Έτσι ο Μίλλερ γνωρίστηκε με τον Σεφέρη, τον Τσάτσο, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Κατσίμπαλη και έγραψε τον «Κολοσσό του Μαρουσιού», αφιερωμένον στον τελευταίο. Στον πνευματικό αυτό κύκλο εισέδυσε και ο Ντάρελ και η πρώτη δημόσια αναφορά σε αυτόν, στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, έγινε το 1944, όταν ο Σεφέρης μετέφρασε και περιέλαβε στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος β΄» το ποίημά του «Μυθολογία».

          Η συγγραφική συγκομιδή του Ντάρελ σε μεγάλο ποσοστό έχει θέμα την Ελλάδα και τον ευρύτερο Ελληνισμό, με περισσότερα από δέκα βιβλία και πάνω από εκατόν είκοσι ποιήματα. Δεν δίστασε, σε συνέντευξή του, να χαρακτηρίσει πνευματικούς νονούς του τον Σεφέρη και τον Κατσίμπαλη, οι οποίοι αναφέρονται πολύ συχνά στα ποιήματά του, αλλά τους απαγοήτευσε με την μετέπειτα στάση του.

          Αρχικά τα «Πικρολέμονα» προβλήθηκαν από τον Ντάρελ ως ταξιδιωτικό βιβλίο στο οποίο καταγράφονται εντυπώσεις και παρατηρήσεις, δηλαδή αλήθειες, όπως θέλησε να το παρουσιάσει. Κατ’ ουσία είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο από έναν ξένο, που θαμπώθηκε από την αγνότητα και την ειλικρίνεια ανθρώπων των οποίων η ζωή διέφερε πάρα πολύ από τον συμβατικό και απρόσωπο τρόπο ζωής των μεγαλουπόλεων του εξωτερικού. Όλα αυτά, μαζί  και το βρετανικό χιούμορ του συνέβαλαν να διαβαστεί το βιβλίο του, χωρίς να ληφθεί υπ’ όψει η μεταστροφή του και η διπροσωπία του, παρότι δήλωνε φιλέλληνας.

          Ο Ντάρελ έφθασε στην Κύπρο αρχές του 1953 και έμεινε μέχρι τον Αύγουστο 1956, σε μία δύσκολη περίοδο για την προσωπική του ζωή. Αφού εργάστηκε αρχικά στο Γυμνάσιο της Λευκωσίας, ως καθηγητής, αργότερα διορίστηκε διευθυντής του γραφείου πληροφοριών του Άγγλου Κυβερνήτη. Ο αντίκτυπος από την θέση που ανέλαβε προκάλεσε ερωτηματικά σε γνωστούς και φίλους του. Σε επιστολή που απηύθυνε ο Σεφέρης στον Γιώργο Θεοτοκά γράφει μεταξύ άλλων, «Έχω πικρές και μεγάλες αμφιβολίες αν το Ντάρελ, που ανέλαβε την προπαγάνδα στο νησί, θα έχει το ίδιο ηθικό ανάστημα. Αυτός που με ρωτούσε στα ’40 αν είμαι pacifist, πολύ φοβάμαι πως έχει βάλει πλώρη για ανθυποkipling».

          Τον Οκτώβριο 1955, μετά από ταξίδι του στην Κύπρο ο Σεφέρης έγραψε στον Γιώργο Σαββίδη, «Οι περισπούδαστοι κύριοι των Commons που υποστηρίζουν ότι οι Κύπριοι δεν είναι Έλληνες, ούτε έχουν συμφέρον να είναι Έλληνες, αλλά ουρανοκατέβατοι που πρέπει να κοιτάζουν πως να καλοπεράσουν γλείφοντας τον αφέντη που τον έστειλε ο Πανάγαθος – τους Λουζινιάν, τους Βενετσάνους, τον Γκρανσινιόρη ή τους αποικοβοσκούς της Ταγκανίκας, - οι περισπούδαστοι αυτοί κύριοι δεν είναι πνευματικοί άνθρωποι… Και όταν βλέπω πνευματικούς ανθρώπους και φίλους μας (Ντάρελ) να γίνονται προπαγανδιστές αυτών των κυρίων και να χρησιμοποιούν και τις φιλίες που είχαν στην Ελλάδα ακόμη, για να εισδύσουν και να εξανδραποδίσουν συνειδήσεις στο νησί – ε, τότε κουμπώνομαι ολοσδιόλου».

          Τα «Πικρολέμονα» γράφτηκαν μετά έναν χρόνο αφότου ο Ντάρελ έφυγε από την Κύπρο. Οι εκρήξεις από τις βόμβες, τα συλλαλητήρια και ο ανταρτοπόλεμος, παρουσιάζονται ως ενέργειες ορισμένων φανατικών ή μιας άμυαλης νεότητας, διότι στο σύνολό τους, όπως υποστηρίζει, οι Κύπριοι αγαπούσαν τους Άγγλους. Αυτά διάβασε ο αγγλόφωνος κόσμος και η εντύπωση που έμεινε είναι ότι ο κυπριακός αγώνας ήταν ένα αποικιακό επεισόδιο. Στην Ελλάδα δεν ήταν αρκετά γνωστό το βιβλίο του και γι’ αυτό οι εσφαλμένες εντυπώσεις που δημιούργησε έπρεπε να ανασκευαστούν στο εξωτερικό. Έτσι ο Ρούφος αποφάσισε να εκδώσει την «Χάλκινη Εποχή» στην Αγγλία, το 1960.

          Τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησε η «Χάλκινη Εποχή» και σε ελληνική έκδοση, στην Αθήνα και με εξαίρεση κάποια λίγα κριτικά σημειώματα, που είχαν πολιτικά κίνητρα, οι κριτικές που δημοσιεύτηκαν και οι ελληνικές και οι αγγλικές, ήσαν εγκωμιαστικές. Ο Ρούφος χρησιμοποίησε το τέχνασμα ενός γραπτού κειμένου, για να σκηνοθετήσει την πλοκή του μύθου. Η αρχιτεκτονική αφήγηση του βίου του επιστολογράφου μετεωρίζεται μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας και καταλήγει να γίνει μία πιστή χρονογραφία των συμβάντων του κυπριακού αγώνα, η ψυχογραφία μιας Γενιάς, ενός λαού.

          Ο Ρούφος θέτει έναν προβληματισμό που ανετράπη από όσα ακολούθησαν, τα οποία δεν πρόλαβε να δει και να ζήσει. Εννοώ τον σφαγιασμό της Κύπρου, τραγική κατάληξη της δικτατορίας των Συνταγματαρχών.

          Με το έργο του προσήγγισε την ελληνική μεταπολεμική περιπέτεια αταλάντευτα και δημιουργικά, προσηλωμένος στις αξίες που μας κληροδότησε η ελληνική αρχαιότητα και αποτελεί πρότυπο κοσμοπολίτικου πατριωτισμού, από αυτά που λιγοστεύουν στην εποχή μας. Από τους εκλεκτότερους της κατοχικής Γενιάς, συνοδοιπόρος του αδικοχαμένου Κίτσου Μαλτέζου, που ο βίαιος και άδικος θάνατός του έγινε γι’ αυτόν αιτία αναστοχασμού, πολλές φορές απογοητεύθηκε, διότι είδε τα όνειρά του να διαλύονται, βορά στο μέλλον της σκοπιμότητας. Αλλά μέχρι το πρόωρο τέλος του δεν διαπραγματεύτηκε τα ιδανικά του, απόδειξη η αυτόβουλη απομάκρυνσή του από την διπλωματική υπηρεσία, κάτι που δεν έκανε κανένας άλλος.

          Οι σχέσεις του με τον Γιώργο Σεφέρη ήσαν μία πολύμορφη «μαθητεία» και το έργο και η προσωπικότητα του διπλωμάτη και ποιητή Σεφέρη αναμφίβολα τον επηρέασαν. Γνωρίστηκε με τον Σεφέρη όταν ήταν φοιτητής της Νομικής και η συνάντησή τους τον σημάδεψε, διότι ο Σεφέρης το 1946 που συναντήθηκαν ήταν ήδη θρυλικό πρόσωπο, ίνδαλμα της κατοχικής Γενιάς. Όπως ο μέντοράς του έτσι και ο Ρούφος, μεταξύ διπλωματίας και λογοτεχνίας αφοσιώθηκε στην δεύτερη. Συναντήθηκαν στην Κύπρο, στο τρίτο ταξίδι του Σεφέρη, το φθινόπωρο του 1955, όπου μετά από έρευνα που πραγματοποίησε μεταξύ των κυπρίων, πείσθηκε για το δίκιο τους. Ως Πρέσβης της Ελλάδας στο Λίβανο, από τον Νοέμβριο του 1952 μέχρι τον Ιούλιο του 1956, ο Σεφέρης παρακολουθούσε τις εξελίξεις στο Κυπριακό και διερεύνησε τις δυνατότητες αποστολής όπλων και πολεμοφοδίων στο νησί από την Συρία και τον Λίβανο, τα οποία τα αποκαλούσε στη συνθηματική επικοινωνία τους «σοκολάτες».

          Αποτιμώντας αισθητικά ο Ρούφος τα κυπριακά ποιήματα του Σεφέρη, διακρίνει μετρημένη και στοχαστική απόδοση του κυπριακού δράματος που ήταν τότε σε εξέλιξη, με σαφή τοποθέτηση υπέρ του δικαίου των Ελλήνων της Κύπρου, χωρίς δημαγωγίες και φθηνό εθνικισμό ή ρητορικό στόμφο και κήρυγμα μίσους εναντίον των Άγγλων. Όμως, παρά τη δράση τους και τις υπηρεσίες που προσέφεραν στον κυπριακό Αγώνα και ο Σεφέρης και ο Ρούφος δέχτηκαν βέλη και υπονοούμενα για μειωμένη εθνική ευαισθησία, προκειμένου τάχα να κερδίσουν την εύνοια των προϊσταμένων τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ είχε επέλθει ρήξη στις σχέσεις Σεφέρη – Αβέρωφ, για τους χειρισμούς του τελευταίου στο Κυπριακό και ο Αβέρωφ ήταν σφόδρα ενοχλημένος από τις φιλοκυπριακές δραστηριότητες του Ρούφου, κατά τις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου τον κάλεσε να συμμετάσχει στην Επιτροπή που θα διαπραγματευόταν τους όρους της αρχικής Συμφωνίας της Ζυρίχης, διότι θεωρείτο άνθρωπος της εμπιστοσύνης του Μακαρίου και του Γρίβα και ο Αβέρωφ πίστευε ότι μπορούσε να επηρεάσει προσωπικά τον ίδιο τον Μακάριο. Ο Ρούφος έστειλε μία αυστηρά υπηρεσιακή επιστολή στον Γρίβα και του μετέφερε τις απόψεις του Καραμανλή γύρω από τα θετικά σημεία των Συμφωνιών. Στο Λονδίνο όπου παρέμεινε και μετά την υπογραφή των Συμφωνιών ανανεώθηκαν οι σχέσεις τους, διότι συμμετείχαν και οι δύο σε Επιτροπές και Διασκέψεις, ο Ρούφος ως αναπληρωτής του Σεφέρη. Στήριξε τους χειρισμούς του Μακαρίου και με την στάση του δυσαρέστησε τους Άγγλους, οι οποίοι παραπονέθηκαν στον Αβέρωφ και του ζήτησαν να τον πιέσει να είναι πιο διαλλακτικός. Τότε κυκλοφόρησε η «Χάλκινη Εποχή» και την  διάβασε ο Σεφέρης και το κεφάλαιο «Αγουρίδες», που είχε αφαιρεθεί, αλλά δεν έκανε κανένα σχόλιο.

          Αμέσως μετά την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας και οι δύο ακολούθησαν την ίδια εκούσια στάση «σιωπής». Αρνήθηκαν να δημοσιεύσουν οποιοδήποτε κείμενο στην Ελλάδα, όσο διαρκούσε η προληπτική λογοκρισία. Στις 28 Μαρτίου 1969 ο Σεφέρης προέβη στη γνωστή «Δήλωσή» του εναντίον του καθεστώτος και ο Ρούφος, μαζί με άλλους πνευματικούς δημιουργούς, του συμπαραστάθηκε. Είχε κι αυτός τις ίδιες αγωνίες για την κατάλυση της Δημοκρατίας και ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλες τις πνευματικές εκδηλώσεις αντίστασης εναντίον της δικτατορίας, με πρώτη την έκδοση ενός βιβλίου με τον τίτλο «Verité sur la Grèce», που αρχικά κυκλοφόρησε ανώνυμα στη Λωζάνη. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον φίλο της Ελλάδας Richard Clogg και κυκλοφόρησε το 1972 με τον τίτλο «Inside the Colonel’s Greece».

          Μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας, τον Οκτώβριο 1969, ο Ρούφος, από κοινού με τον Στρατή Τσίρκα οργάνωσε την έκδοση των ομαδικών μανιφέστων διαμαρτυρίας «Δεκαοχτώ κείμενα» και «Νέα Κείμενα 1» και «Νέα Κείμενα 2» (1971), που απετέλεσαν ισχυρά πλήγματα κατά του καθεστώτος. Ήσαν από τις ελάχιστες φωνές που ορθώθηκαν για να στηλιτεύσουν την κατάλυση της Δημοκρατίας. Στα «Δεκαοχτώ Κείμενα» δημοσιεύθηκε και το ποίημα του Σεφέρη «Οι Γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα», που εσκεμμένα παρερμηνεύθηκε σε μία ανταπόκριση του περιοδικού «Time» από την Ελλάδα (24 Αυγούστου 1970) και ο Ρούφος έσπευσε να διαμαρτυρηθεί και να ανασκευάσει την καθόλου τυχαία παρερμηνεία του.

          Η έκδοση των μανιφέστων διαμαρτυρίας δεν έμεινε ακατάκριτη από κάποιους συγγραφείς που επέμεναν στη συνέχιση της σιωπής, προσπερνώντας το ερώτημα που έθεσε ο Ρούφος, «Έχει ή δεν έχει ο λογοτέχνης το χρέος να είναι, κατά κάποιο ποσοστό, συνείδηση και φραγγέλιο του κόσμου όπου ζει;».

          Ο θάνατος του Σεφέρη ήταν πλήγμα για τον Ρούφο, που τον θεωρούσε απαράμιλλο ερμηνευτή της ιστορικής μοίρας του Ελληνισμού και συνείδηση της Ρωμιοσύνης. Απόδειξη όσα έγραψε, για να αποκαταστήσει την φήμη και την αξία του, απαντώντας σε όσους, ευτυχώς λίγους, επιχείρησαν να αμαυρώσουν την πατριωτική και πνευματική προσφορά του. Με την ειλικρίνεια και την εντιμότητα που τον διέκρινε, δεν τον υπερασπίστηκε, αλλά άρθρωσε έναν νηφάλιο και συγκροτημένο λόγο, που αποσκοπούσε να διαλύσει εμπάθειες, συκοφαντίες, ζηλοφθονίες και ψεύδη και να αποκαταστήσει την μνήμη του, που κάποιοι περίμεναν να πεθάνει, για να επιχειρήσουν να την σπιλώσουν.

          Μελετώντας την πνευματική κληρονομιά του Ρόδη Ρούφου διαπιστώνουμε ότι σε όλη του τη ζωή ήταν ένας ενεργός και φιλελεύθερα σκεπτόμενος πολίτης, που δεν αναλώθηκε στα λόγια, αλλά στην πράξη, με σεβασμό στη γνώμη των άλλων, χωρίς υποχωρήσεις ή αμφιταλαντεύσεις. Ολοκληρώνοντας τον Πρόλογο που προέταξε στη β΄ έκδοση της Τριλογίας του «Χρονικό μιας Σταυροφορίας», που κυκλοφόρησε το 1972, λίγο πριν τον θάνατό του, μας κληροδότησε μία πάντα επίκαιρη πνευματική παρακαταθήκη, που αντανακλά και το απαύγασμα του ρωμαλέου στοχασμού του. «Το παρελθόν δεν αλλάζει, μπορεί ν’ αλλάξει όμως ο τρόπος που το βλέπουμε. Καιρός να το δούμε με νηφάλια, κριτική ματιά και όσο γίνεται, με διάθεση κατανόησης και συγγνώμης, για τα σφάλματα, ακόμα και για τα εγκλήματα που όλοι κάναμε».

          Τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον γύρω από το έργο του Ρόδη Ρούφου πυκνώνει και είναι κοινή διαπίστωση ότι όλα τα μυθιστορήματά του προέρχονται από προσωπικά βιώματά του σε βασικά ιστορικά γεγονότα, δηλαδή είναι αυτοβιογραφικά.

          Με αφετηρία το «Χρονικό μιας Σταυροφορίας», η συνέχεια έρχεται με την «Χάλκινη Εποχή» και ακολουθούν οι «Γραικύλοι»,  μυθιστορήματα στα οποία τον απασχολούν ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και πολιτικές δράσεις για την Δημοκρατία, την αυτοδιάθεση και τις κοινωνικές και πολιτισμικές ηγεμονίες.

          Στη «Χάλκινη Εποχή» είναι εμφανής η προσπάθειά του να ανασκευάσει ένα σταθερά εδραιωμένο ιδεολόγημα των βρετανών για τις σχέσεις της Αυτοκρατορίας τους με τις αποικίες. Είναι έντονη η διάθεση αμφισβήτησης και απόρριψης όσων περιέχονται στα «Πικρολέμονα» και θα ήταν ενδιαφέρον να είχε απαντήσει ο συγγραφέας τους, κάτι που απέφυγε να κάνει.

          Ο Ρούφος αποστασιοποιήθηκε από τον συσχετισμό της δικής του δράσης στην Κύπρο με το τέχνασμα της παραλαβής των χειρογράφων που συνέταξε ο κεντρικός ήρωας ο Αλέξης και κατάφερε να στείλει στον Δίωνα. Έτσι η διάθλαση των εμπειριών του σε δύο μυθιστορηματικά πρόσωπα, του Αλέξη και του Δίωνα, εμπεδώνει την μυθοπλασία.

          Ο χρόνος της αφήγησης είναι ένα εικοσιτετράωρο και με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης συμπίπτει και η ώρα που είχε οριστεί για τον απαγχονισμό του Αλέξη, για την δράση του στην ΕΟΚΑ. Η αφήγηση όμως καλύπτει περίοδο δύο χρόνων, αφότου συναντήθηκε ο Δίων με τον Αλέξη το 1954 στη Λευκωσία, μέχρι την  εκτέλεσή του. ΄Ετσι δικαιώνει ο Ρούφος το προσωπικό του βίωμα από την κυπριακή εμπειρία του και αντικρούει την προπαγάνδα της αντίθετης πλευράς.

          Ο Αλέξης βρίσκει ότι οι πιο πολλοί Άγγλοι που γνώρισε στην αρχή ήσαν αρκετά πληκτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, με πενιχρή αγωγή και μόρφωση, απασχολημένοι κυρίως με την καλλιέργεια αισθημάτων αποικιοκρατικής υπεροχής, σαν αναπλήρωμα για ο,τιδήποτε συμπλέγματα κατωτερότητας είχαν υποφέρει στον τόπο τους. Στην προκλητική ερώτηση του Μόνταγκιου (Ντάρελ), «πως μπορεί να είναι κανείς ΄Ελληνας;» ο Αλέξης απαντάει, «ο ελληνισμός δεν είναι φυλή. Είναι μία κατάσταση τέλειας ισορροπίας απέναντι σε αιώνια πρόκληση». ΄Ησυχη αποικιακή ζωή και ταυτότητα ή δράση για τα ιδανικά της ελευθερίας; Αυτό το ερώτημα θέτει ο Ρούφος και ο Αλέξης, το πρωταγωνιστικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, ανενδοίαστα επιλέγει τον Αγώνα, με οποιοδήποτε κόστος.

          Είναι ενδιαφέρουσες οι συζητήσεις του Αλέξη με τον Μόνταγκιου γιά το αποικιακό ζήτημα, τον εθνικισμό και την ουσιαστική σημασία του, με τον Ντάρελ να υπεραμύνεται της καλοπέρασης. Εξ ίσου ενδιαφέρουσα είναι και η συζήτηση του Αλέξη με ένα υψηλό πρόσωπο της αποικιακής κυβέρνησης, που τον επισκέφθηκε στη φυλακή, το οποίο υπερασπίζεται την αποικιοκρατία και σχετικοποιεί, όπως και ο Ντάρελ, την σημασία της ελευθερίας.

          Η συζήτηση του Αλεξη με τον υψηλό επισκέπτη του παραπέμπει στους «Αδελφούς Καραμαζώφ» του Ντοστογιέφσκι, όπου ο μέγας ιεροεξεταστής – καρδινάλιος της Σεβίλλης, αφού συνέλαβε τον Ιησού «που επανεμφανίστηκε στη γη, γύρω στα 1500 … τον κατηγορεί πως μερίμνησε για την ελευθερία του ανθρώπου, ενώ το ανθρώπινο κοπάδι χρειάζεται την ευτυχία που δίνει η ανάθεση των ευθυνών για κάθε πράξη σε μια ανώτερη εξουσία».

          Για τον Αλέξη «υπάρχουν λογιών λογιών ευτυχίες κι ο καθένας τις αξιολογεί σύμφωνα με τις προσωπικές του αντιλήψεις. ΄Αλλοι είναι πλασμένοι για να ευτυχήσουν σαν καλοθρεμένα σπιτίσια σκυλιά και άλλοι για να ευτυχήσουν σαν λιπόσαρκοι λύκοι του βουνού». Ο Αλέξης διάλεξε το δεύτερο, το πιο δύσκολο, την ελευθερία, διότι όπως δήλωσε στον συνομιλητή του, «Δεν ζουν όλοι οι άνθρωποι μονάχα με ψωμί». Αυτό είναι το κεντρικό νόημα της «Χάλκινης Εποχής», σύμφωνα και με την αφιέρωση του βιβλίου, «Σ’ όσους διάλεξαν την Ελευθερία».