Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ .ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΝΘΗ

 

 

ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ο  ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ .ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ.

 

ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΘΙΣΤΟΙ.

               Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη

                                Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών

 

Πέρασε στην αιωνιότητα  την  περασμένη εβδομάδα ο συμπολίτης,  Ηλείος στην καταγωγή, Κωνσταντίνος Δημητρίου Ηλιόπουλος, ένας από τους πλέον αξιόλογους νεοέλληνες  ποιητές. Υπήρξε ο τελευταίος της τριάδας λογοτεχνών  της προπολεμικής φιλικής συντροφιάς των  Ηλείων Λογοτεχνών (Νίκος Καχτίτσης, Γιώργης Παυλόπουλος, Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος).

Ο αείμνηστος ποιητής,  ήταν σε μεγάλο βαθμό  επηρεασμένος από την ποίηση του μεγάλου νεοέλληνα ποιητή  Καβάφη. Είχε  παρουσιάσει, σημαντικό ποιητικό έργο με ιδιαίτερη  έφεση στην αρχαιολατρία  και τη φύση της πατρίδας του, χωρίς φυσικά να  αντιγράφει ή να παραφράσει τον Αλεξανδρινό ποιητή.

 Είχε  το  δικό του ύφος ποιητικής έκφρασης και  απόδοσης των μηνυμάτων του και των συναισθηματικών του εκφράσεων.

 Γεννήθηκε  στην Πάτρα με καταγωγή από την Αμαλιάδα  και μεγάλωσε σε αυτή την πόλη μέχρι τα 26 του χρόνια. Ο πατέρας του ήταν Γυμνασιάρχης στο πρώτο Γυμνάσιο Θηλέων, και από την Πάτρα έδωσε εξετάσεις και πέρασε στην Ιατρική το 1943.

Μεσολάβησε ο Εμφύλιος πόλεμος, ενώ το 1945 έφυγε για ειδικότητα στην Αμερική και παρέμεινε εκεί. Σαν ιδιώτης  ψυχίατρος, πήρε την ειδικότητά του το 1960 και άσκησε ιδιωτικά το επάγγελμα από το 1961 μέχρι σήμερα. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν στο εξωτερικό και όπως ομολογούσε ο ίδιος, τα αγγλικά του ήταν  καλύτερα από τα ελληνικά. Ο καημός του ήταν μεγάλος να γυρίσει στην πατρίδα του και τα κατάφερε. Παρόλο, που η Αμερική είναι μια όμορφη χώρα,  δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στο φυσικό της περιβάλλον.

Ήθελε να γυρίσει στην Ελλάδα, αλλά στην Αμερική προσαρμόσθηκε κοινωνικά. Στην Πάτρα,  ο αείμνηστος ποιητής ουσιαστικά κατοικούσε  από τον Οκτώβριο του 1991, αλλά από το 1955 ήταν  εγγεγραμμένος, ως  μέλος στον Ιατρικό Σύλλογο Πατρών και κάθε χρόνο πλήρωνε την συνδρομή του, οπότε όταν επέστρεψε από το εξωτερικό άνοιξε  Ιατρείο και εργάζονταν  κάποιες ώρες της εβδομάδος..

Ο Ηλιόπουλος, δεν περιορίσθηκε στα  αμιγώς   επιστημονικά και επαγγελματικά του καθήκοντα, αλλά  ασχολήθηκε με θέρμη  με την άλλη του αγάπη, την ποίηση. Καρπός αυτής της ερωτικής του   σχέσης,  ήταν επτά ποιητικές συλλογές, οι οποίες καλύπτουν μια εικοσιπενταετία συνεπούς λογοτεχνικής παρουσίας, κοντά  στους άλλους Ηλείους πνευματικούς δημιουργούς (Νίκο Καχτίτση και Γιώργη Παυλόπουλο), που βιάστηκαν να φύγουν πριν απ’ αυτόν για το μεγάλο αιώνιο ταξίδι στο επέκεινα.

Ιδιαίτερο γεγονός,  θεωρείται η ολοκλήρωση της τριλογίας, που την διέπει το ίδιο ύφος γραφής και αισθητικής, που ξεκίνησε το 2005 με τη συλλογή «Ούτε εκείνη», συνεχίσθηκε το 2006 με τη συλλογή «Πινάκια» και ολοκληρώθηκε το 2011 με τη συλλογή «Τα ολισθηρά Σημεία», κλείνοντας  ένα κύκλο υπαρξιακών και συναισθηματικών αναζητήσεων, φιλοσοφικής ενατένισης και στοχασμού. Επιστέγασμα όλων αυτών, αποτελεί η συλλογή «Επωδές», στην οποία περιέχονται 18 νέα ποιήματα, την οποία συμπληρώνει ένα απάνθισμα 12 ποιημάτων από προγενέστερες συλλογές, ανακεφαλαιώνοντας και παρουσιάζοντας με ενάργεια το συνολικό ποιητικό έργο του Κωνσταντίνου Δ. Ηλιοπούλου.

Στο  συνολικό ποιητικό έργο του Ηλιοπούλου, αναφέρθηκε διεξοδικά σε ομιλία της, η Θεατρολόγος,  Χριστίνα Κόκκοτα κατά την εκδήλωση, που είχε διοργανώσει η Εταιρεία Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος,  στα πλαίσια του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης το Μάρτη του περασμένου χρόνου.

ΦΩΤΟ  Χριστίνα Κόκκοτα,Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος.Λεωνίδας Μαργαρίτης

Ο μεταστάς, υπήρξε ισόβιο μέλος της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Πατρών και τακτικό  μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος. Είχε αποκτήσει τρία παιδιά, ενώ ασχολήθηκε με τη φωτογραφία της φύσης από το 1990. Είχε διοργανώσει  εκθέσεις φωτογραφίας  στις Η.Π.Α.  αλλά και στην Ελλάδα.

Εκτός από τις ποιητικές συλλογές, που είχε  κυκλοφορήσει ετοίμασε  να κυκλοφορήσει και ένα φωτογραφικό  λεύκωμα με τίτλο:«Αχαιών Γη».

 Τον απασχολούσαν η ελληνική γραμματεία, η γλώσσα, η ιστορία καθώς και η αρχαία ελληνική θρησκειολογία. Εξέφραζε πάντα τη λύπη του για την προοδευτική καταστροφή της Ελληνικής φύσης.

 Η απουσία του,   δημιουργεί τεράστιο κενό στα Αχαϊκά και Ηλειακά Γράμματα.

Η αναφορά μας αυτή, ας είναι ένα ευλαβικό μνημόσυνο και ένα κερί στη μνήμη του.

 

 

 

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ ΚΑΧΤΙΤΣΗ

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ ΚΑΧΤΙΤΣΗ

 

Χλωμό καχεκτικό παιδί
κρύο μέτωπο,φλογισμένες παλάμες
και ποιος δε γέλασε στην επαρχία με στίχους σου.
Ποιός έπιασε τον πυρετό της καρδιάς σου
Ολόρθο μέσ΄στους Ναζί
Τ' ΟΧΙ του Πρώτου Αρρένων

Η Μαρία,η Ελένη ,ο Αλέξανδρος
ο Ντίνος,ο Σπύρος ο Χρυσόθεμις
πέθαιναν,παντρεύτηκαν,ησύχασαν
και συ ο μόνος ζωντανός
πήρες των ομματιών σου
με μια καυτή φυλλάδα παραμάσχαλα
Από ήπειρο σε ήπειρο
Από κραυγή σε κραυγή
Πετώντας μας κατάμουτρα κάτι σελίδες
Στυφές,στρυφνές, ανεξιχνίαστες
Για κείνο σου τον ήρωα τον τρελό μιας Γάνδης
"ανύπαρκτης" κατά τους ειδότας.

Όταν γύρισες να πεθάνεις
Κανείς δε σ΄αναγνώρισε
Μόνο το χώμα
και κανά δυό από κείνα τα παιδιά
πνιγμένα στα λίπη και την ανία
Κάτι ψυχανεμίστηκαν την ύστατη στιγμή
κι όλα βούλιαξαν σιωπηλά
στην παγωνιά του τάφου.
Νίκο μου κίνησε
κίνησε κι έρχεται ο ήρωας ,ο τρελός μου.

 

ΜΑΡΊΑ ΜΑΝΩΛΑΚΟΥ
ΠΑΤΡΑ 18-2-1982

 

ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ ΠΑΥΛΟΣ

ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ ΠΑΥΛΟΣ

 

        Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1928 από Πατρινό πατέρα και Σμυρνιά Μητέρα και πέθανε την Πέμπτη 17η Αυγούστου 2017.
        Ήταν παντρεμένος με τη Αφροδίτη Β. Φουσκοπούλου και από το γάμο τους απέκτησαν  δυο παιδιά το Δημήτρη Ιατροφυσικό και την Άννα Δικηγόρο.
        Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και είχε αποκτήσει πτυχία του Γαλλικού Ινστιτούτου και του Βρετανικού Συμβουλίου.
        Κατά το διάστημα των σπουδών του συνεργάζονταν   με τις εφημερίδες των Αθηνών «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» και «ΜΑΧΗ» και αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΑ» της πόλης μας.
        Άσκησε Δικηγορία στην πόλη μας με επιτυχία από το 1956 μέχρι τον περασμένο χρόνο που συνταξιοδοτήθηκε.
        Είχε  εκλεγεί τρεις τετραετίες Δημοτικός Σύμβουλος ενώ διετέλεσε και Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πατρέων.
        Παραιτήθηκε από τη θέση του Δημοτικού Συμβούλου αμέσως μετά την επιβολή της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου.
        Διετέλεσε Γραμματέας της Οργάνωσης Μαθητών και στέλεχος της ΕΠΟΝ.
        Χρημάτισε μέλος της Κ. Ε. του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της Ενώσεως Κέντρου.
        Συνδέονταν  στενά με τον τ. Πρωθυπουργό Κων/νο Μητσοτάκη και διετέλεσε Πρόεδρος της Ν. Ο. Δ Ε της Ν. Δ.
        Αρθρογραφούσε  μέχρι τις παραμονές του θανάτου του  σήμερα συστηματικά σε όλες  σχεδόν  τις τοπικές εφημερίδες, και τελευταία στο Κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ».΄Ηταν τακτικό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν. Δ. Ελλάδος και είχε πραγματοποιήσει σειρά ομιλιών και διαλέξεων στα καθιερωμένα από χρόνια Φιλολογικά ραδυνά της Εταιρείας στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών στη Διακίδειο Σχολή Λαού και σε άλλα βήματα πολιτιστικών φορεών

  Έχουν κυκλοφορήσει τα εξής Βιβλία του:

1.«Στις Χαμένες Πατρίδες» 1986

2.«ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΑ» 1994

3.«ΚΑΙΡΟΙ-ΤΟΠΟΙ- ΑΝΘΡΩΠΟΙ» 1998

4.«ΝΕΚΥΙΑ» 2008

Ενώ τον τελευταίο καιρό ετοίμαζε ένα χρονικό για τους εκτελεσμένους Eπονίτες, στα Ψηλά Αλώνια το Νοέμβρη του 1943 δεν είχε όμως προλάβει να το δει τυπωμένο. Ευχόμαστε το έργο αυτό να το φέρουν σε πέρας  οι απόγονοί του.

 

 

ΤΑΚΗΣ ΔΟΞΑΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ

 

ΤΑΚΗΣ ΔΟΞΑΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ

                               Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη

                                    Επίτ.Δικηγόρου

                                    Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνων

 

«Δεν είναι πάντα καταλύτης και τελεσίδικος ο θάνατος.

Υπάρχουν κάποιες Μορφές που τις ευλαβείται και τις αφήνει ανέγγιχτες. Έρχονται τότε, ολόφωτες θεές αδελφές, η Μνήμη κι η Φήμη, παίρνουν τους νεκρούς απ΄το επίγειο σκοτάδι των θνητών και τους οδηγάνε πέρα απ΄το εφήμερο και το ανθρώπινο - στού ήλιου τη χώρα την Αθανασία.

 

                Από κείνη τη χώρα δανείζεται η Ιστορία του εκλεκτούς και τους διαιωνίζει. Σα να τους ξαναδίνει το ζωντανό αίμα, την όψη τη δημιουργία. Και σα να τους προικίζει με το υπέρτατο χάρισμα να κυκλοφορούν ανάμεσα στο χρόνο χωρίς να γερνάνε και ανάμεσα στη φθορά χωρίς να φθείρονται. Σπάνια μοίρα-η μοίρα της υπεροχής».

                 Μ’ αυτά τα λόγια, κυρίες και κύριοι, άρχισε  την ομιλία του εκείνο το βράδυ της 22ας Μαρτίου 1973 στο Μεσολόγγι,o Τάκης Δόξας , για τον μεγάλο Εθνικό μας ποιητή, τον Κωστή Παλαμά. Μ΄αυτά τα ίδια λόγια ξεκινώ κι εγώ  τη μικρή μου αναφορά στον αγαπημένο μας ποιητή τον ερημίτη του Πύργου ,τον αξέχαστο διαλεκτό μου φίλο, τον ΤΑΚΗ ΔΟΞΑ.

                 Όταν εκείνο το Σάββατο της 30ης Οκτωβρίου 1976 έφευγε για το χωρίς γυρισμό ταξίδι του διασχίζοντας τους  γνώριμους σ΄αυτόν λευκούς δρόμους με προορισμό όχι πλέον τη χώρα του Αυγεία, μα τη χώρα των Αθανάτων, δεν φτώχαινε μόνο ο Πύργος, φτώχαινε ολόκληρη η Επαρχία ολόκληρη η Ελλάδα, τα Ελληνικά Γράμματα.

                 Με συγκίνηση και δέος,  προσοχή κι ευλάβεια θα προσπαθήσω  , να ζωντανέψω , τον ποιητή, τον άνθρωπο τον πνευματικό δημιουργό αείμνηστο  φίλο μου ΤΑΚΗ ΔΟΞΑ.

 

               Θα αναφερθώ υπεύθυνα για τον άνθρωπο και τον ποιητή, κατά  την προτροπή του άλλου φίλου ποιητή  συμπατριώτη  μου  Γιάννη Ζαφειρόπουλου  ο οποίος σημείωνε σε σχετική αναφορά του για τον Τάκη Δόξα στις 3-7-1978 «.Όλοι όσοι τον γνωρίσαμε πρέπει να μιλήσουμε υπεύθυνα για τον άνθρωπο και τον ποιητή».

 

             Θα αναφερθώ στον αριστοτέχνη του λόγου τον άνθρωπο με την ακατάβλητη ζωτικότητα, το νεανικό σφρίγος, τη ζηλευτή αισιοδοξία τον εκλεκτό κι ακαταμάχητο πνευματικό εργάτη που όλη του τη ζωή τη διάβηκε μέσα από τριβόλους και παγίδες μέσα από τα αγκάθια της πικρής αγνωμοσύνης και τα κώνεια της αδιαφορίας, αλλά μέσα στην καθολική αναγνώριση από το ανώνυμο πλήθος τον απλό χωρικό, το μαθητή , το φοιτητή, τον επαγγελματία, τον εργάτη, τον βιομήχανο, από όλα τα στρώματα του λαού.

 

            Ο Τάκης Δόξας, το λαμπρό παιδί της μυθικής Ήλιδας και της πανανθρώπινης Ολυμπίας είχε  γίνει ο αγαπημένος ποιητής του λαού που τα έργα του μυστικά και μαστορεμένα γίνονταν τροφή και ζωογόνο νερό από τη δική του ανεξάντλητη κρουσταλλένια νερομάνα.

 

             Ο ποιητής μας μπορούσε να μεταδίδει γόνιμα τους εσωτερικούς κραδασμούς και κρατούσε αδιαφιλονίκητα τη μυστική ακτινοβολία του λόγου και της τέχνης.

 

             Ο Δόξας ήταν κυρίως πεζογράφος και καλλιέργησε όλα τα είδη του πεζού λόγου: Διήγημα, Μυθιστόρημα, Νουβέλα, Δοκίμιο κ.λ.π.

           Ως ποιητής φανερώθηκε το 1938 με την ποιητική συλλογή «ΛΕΥΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ». Μ’ αυτή τη συλλογή έμπαινε με το σπαθί του στο χώρο της ποίησης όπως νωρίτερα είχε μπει επίσης επάξια στον πεζό λόγο με τα έργα του «Οι ίδιες πάντα ιστορίες», 1932. Η  απολογία του Καμπούρη» 1936 «Μαρία Πολυδούρη» 1937.

 

       Από εκείνη την ώρα  που ο Τάκης Δόξας έμπαινε στην ποίηση είχε στα χέρια, από το δρόμο της εσωτερικής και εξωτερικής γοητείας, την καρδιά και το νου του αναγνώστη και από τότε ακριβώς κέρδισε την ωραία μάχη της πνευματικής ευθανασίας

 

              Με την ποίησή του έδινε στο συνάνθρωπό του ότι καλύτερο έκρυβε ο εσωτερικός του κόσμος και δενότανε γερά με τους κόσμους της πιο άδολης ανθρώπινης αγάπης και προχωρούσε στο άπειρο θεϊκό κάλλος.

 

               Η αγάπη είναι μια δικαίωση της ανθρώπινης αποστολής στη γη και τούτο το συναίσθημα δονούσε κάθε στιγμή κάθε ώρα την ψυχή του ποιητή και τον έκανε να πάσχει και να συμπάσχει με τις αγωνίες και τις προσδοκίες της επαρχίας ειδικότερα.

 

                Γεννημένος και ριζωμένος στον Πύργο έμεινε πιστός στον τόπο που τον γέννησε, στον τόπο που πέρασε πικρές κι ευχάριστες στιγμές γιατί έτσι πραγματικά είναι το μωσαϊκό της επαρχίας πολλές φορές κακότεχνο και υπερβολικά πολλές φορές φορτωμένο με τα ψηφίδια της πίκρας.

 

                 Παρ΄ ότι η πίκρα της μοναξιάς και η πλήξη της επαρχίας τον μάστιζε, ο Τάκης Δόξας έμεινε το μετερίζι των πνευματικών του αγώνων στον Πύργο και από  εδώ γράφει για την επαρχιακή πλήξη στο ποίημα του «ΕΠΑΡΧΙΑ 1951»

 

        Πόσο πλήξαμε σ΄αυτό τον τόπο

        Με μια θλιμμένη νεραντζιά π΄ανθίζει και πεθαίνει

        Με μια καρδιά που περιπατεί

        Ίδιο σκυφτή φθινόπωρο ίδιο σκυφτή στον ήλιο.

         Μας κούρασε κι ο δρόμος

         Να σέρνεται με τα άλογα τα’ αστέρια τους ανθρώπους

        Πρόσωπα τόσο γνώριμα μες΄του καιρού τη σκόνη

        Φτηνά ξεπερασμένα.

        Είναι κι ένα βιβλίο

        Που μείναμε διαβάζοντας την πρώτη του σελίδα

        Μια ιστορία που εξέφτησε αμέσως.

        Κι απάνω μας ο ουρανός

        Με τα μαγουλά του στα δυο του χέρια

        Σάμπως να σκέφτεται την ξέρα την απέραντη

        Που μήτε μια ώρα δεν εκάρπισε

        Κι ούτε μια προσδοκία  δεν φυτρώνει.

Αλήθεια η επαρχία του Τάκη Δόξα μήτε μιαν ώρα δεν εκάρπισε ούτε μια προσδοκία δεν φυτρώνει.

 

          Στο ποίημα του «ΕΠΑΡΧΙΩΤΕΣ»  γράφει:

 

       Είναι στην επαρχία τούτη δω ανιαρός ο βίος

       Που το ρυθμό του τίποτα δεν έρχεται ν΄ αλλάξει

       Κι έχει στα χείλη μας από καιρό η αηδία φράξει

       Το σφύριγμα που θα’ βγαινε για να μας ευθυμήσει.

 

          Και σ΄ άλλο πάλί ποίημα του «ΒΡΑΔΥ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ» γράφει.

 

    Τίποτε το νέο δεν θα ιδείς σ΄ αυτήν την επαρχία

    Σαν το βράδυ απ΄το σπίτι σου θα βγεις να σεργιανίσεις

    Στους δρόμους όξω, θέλοντας να πας να ξεσκοτίσεις

    Απ΄ της ημέρας την πολλή κι επίπονη  εργασία.

 

           Είναι μια πικρή ομολογία της πνευματικής  απομόνωσης της επαρχίας του πνευματικού μαρασμού που για να τον ξεριζώσει απ΄ τον τόπο του ο Τάκης Δόξας, ο ακαταπόνητος εργάτης της πένας και του λόγου δρασκέλισε τις λιόχαρες βουνοκορφές της Ελληνικής επαρχίας και αψηφώντας τα λιοπύρια και τα δρολάπια, τις καταιγίδες και τους ανέμους έτρεχε να δώσει το πνευματικό του μάνα στη Αλεξανδρούπολη και την Κρήτη, στα Γιάννενα και στη Χίο, στη Ζάκυνθο και στην Καβάλα, στην Πάτρα και στον Ελληνισμό της Αμερικής.

 

                 Έτρεχε σαν έφηβος στους ευγενικούς αγώνες και έδινε αντί να  παίρνει τον κότινο στο συνάνθρωπό του που μαζί του πορευότανε το δύσκολο και σκολιο μονοπάτι της ζωής.

 

                  Αληθινός ποιητής ο Τάκης Δόξας δεν παραμένει στη στείρα απεικόνιση των πραγμάτων αλλά δίνει μετουσιωμένες και τις αγωνίες του και τις προσμονές του και τις βαθύτερες ανησυχίες του και τα βιώματά του δίνει ακόμη τις αγωνίες του συνόλου, εκφράζει τους πόθους των άλλων σε προσωπική μορφή μ’ ένα καθολικό και αποκαλυπτικό βίωμα όπου βρίσκουν οι άλλοι τον βαθύτερο εαυτό τους.

 

                   Οι στίχοι του είναι γεμάτοι αίσθημα και ρυθμό, πάθος και στοχασμό, γίνονται προσφιλέστατοι συνοδίτες στην πορεία της ζωής μας γιατί χωρίς καν να το καταλάβουμε γευόμαστε τη βαθύτερη ουσία τους και συνειδητοποιούμε τα εξαίσια μηνύματά τους.

 

                    Στο ποίημα του «ΟΔΥΣΣΕΑΣ» ενσαρκωμένος ο ίδιος το ρόλο του πολυμήχανου μα και πολυταλαιπωρημένου Οδυσσέα γράφει:

 

       Δεν άραξε ποτέ ο Οδυσσέας, δεν κουράστηκε

       Δεν ξαπόστασε, δεν πέθανε

       Γυρίζει και θα γυρίζει τόπους, λαούς εποχές,

       Όσο ο ήλιος θ΄ ανάβει και θα σβήνει τα μάτια του Όταν οι άνθρωποι θα πηγαίνουν να πολεμήσουν στη Τροία

Όταν θα κρύβουν στο Δούρειο Ίππο τη μοίρα τους,

Όταν θ΄ αγκαλιάζουν το τελευταίο κατάρτι τραβώντας   ανάμεσα

Στις Σκύλες και στις Χάρυβδες, ανάμεσα στις Κίρκες

Και στους Κύκλωπες για την Ιθάκη, για την Αγάπη

 Ο Οδυσσέας

 Ίδιος περιπλανώμενος Ιουδαίος

 Πριν Χριστού

 Μετά Χριστόν, Πάντα…

 

                 Ο  ποιητής έδινε το έργο του με τη βεβαιότητα που διακρίνει ένα συνειδητό και άξιο τεχνίτη του λόγου, με λεπτότητα, υπερευαισθησία και λυρισμό. Ο λυρικός του ΄λόγος είναι το πεπρωμένο του, το ακατάλυτο πάθος του, το κύτταρο του, στοιχεία που αποτελούν τη βαθύτερη ουσία της ποίησης.

 

                  Γεννημένος για ποιητής δούλεψε στην πεζογραφία. Σαν πεζογράφος,  το κάθε έργο του ήταν συντροφευμένο αχώριστα με ποιητική διάθεση, ήταν όπως συνήθως λέμε ένα πεζό ποίημα γιατί όπως γράφει ,ο Ηλίας Βουτιερίδης η πεζογραφία όταν ανεβαίνει ψηλά και παρουσιάζεται γεμάτη λυρικά στοιχεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά λυρική ποίηση δίχως τους στενούς τεχνικούς περιορισμούς που ξεχωρίζουν τον έμμετρο λόγο από τον πεζό.

 

                 Ο  Δόξας και πριν ακόμη κυκλοφορήσει την πρώτη του ποιητική συλλογή ήταν ήδη γνωστός από ποιήματά του δημοσιευμένα στα περιοδικά που ο ίδιος διηύθυνε «ΒΗΜΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ»  «ΟΔΥΣΣΕΑΣ», «ΒΩΜΟΣ» αλλά και στα πλέον  εγκυρότερα έντυπα της εποχής.

                Υπήρξε υμνητής της γυναίκας , ένας αγνός υμνητής που την τραγούδησε σαν μητέρα και σα σύντροφο ,σαν Αντιγόνη και σαν Ηλέκτρα, σαν γυναίκα άμυαλη και άβουλη και άστατη.

 

    Στην ποίησή του ποτίζεται με το γλυκό κρασί της αγάπης και του Έρωτα, χωρίς αρρωστημένες και νοσηρές καταστάσεις εξωραίζει το κάθε τι που συνδέει τη ζωή με κάθε ίσως άσχημη όψη, αποστρέφεται όμως κάθε ανήθικο κάθε τι που δεν εκφράζει την αγάπη, την πραγματική την ιερή.

 

    Στο ποίημα του ΠΕΡΝΑ Η ΑΓΑΠΗ γράφει:

 

    Περνά η Αγάπη μυστικά στο δειλινό που σβήνει…

    Μεριάστε σεις διαβατικές

    Γυναίκες άστατες του χτες

    Από το δρόμο της ζωής καμιά σας να μη μείνει

    Τα χέρια σας μην απλωθούν το πέπλο της κι αγγίσουν

    Και το μετάξι του σχιστεί

    Ούτε τα ρόδα που κρατεί

   Φυσήσουν οι βοριάδες σας και γύρω τα σκορπίσουν…

 

   Και συνεχίζει να εξυμνεί την πραγματική την πανέμορφη θεά της αγάπης.

 

            Αισθησιακός όσο ήταν αναγκαίο χωρίς ακρότητες των συγγραφέων  που βγάζουν όλα τα κατακάθια της δεξαμενής του υποσυνείδητου ωθούμενοι από ένα βορβορώδη ψυχικό εκφυλισμό και μια  αισθησιακή βαρβαρότητα.

 

          Το ποίημα του «ΤΟ ΦΙΛΙ» μας δίνει αδρά και όμορφα τα σημεία της  ομορφιάς του αισθησιασμού που δίνεται από τον ποιητή με τη λεπτότητα της εκφράσεως που τον διακρίνει.

 

              Μήτε μια αχτίδα απ΄ τον άνεμο δεν χώραγε

                                 Ανάμεσα στα χείλη μας

               Μήτε η πιο τρυφερή πνοή απ’ τ’ άστρα

               Κι αυτή ακόμη η φωνή του Αύγουστου

               Μάταια προσπάθησε να τα χωρίσει

               Με μια άδολη χορδή.

               Είχαν γίνει δυο χρυσοί κάλυκες τα χείλη μας

               Δεμένοι με το αίμα το κρασί τ’ όνειρο

               Σα να πλέχτηκαν οι κλωστές οι φλέβες τους

               Με το άσφαλτο χέρι του Θεού.

 

            Στην ποιητική συλλογή «ΛΕΥΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ» θητεύει στον παραδοσιακό στίχο αλλά δίνει και το ανάλογο μερίδιο στον ελεύθερο.

 

                 Τούτη την πρώτη του συλλογή τη χαρακτηρίζει το πλούσιο αίσθημα τονισμένο ειδυλλιακά. Ο ποιητής μας κρατάει το μαγικό ραβδί της τέχνης και χτυπώντας τους φιλολογικούς μας κάμπους κάνει να ξεπετάγονται κρυστάλλινες πηγές, γλώσσα και τρόποι ολότελα απροσδόκητοι.

 

                  Η μεγάλη ώρα του ανθρώπου είναι ο γυρισμός στην πηγή της ζωής της πιο αγνής αγάπης, στη μάνα.

 

                   Είτε η φθορά σε τραβήξει στους δικούς της κόσμους σε άγνοια ή σε τυραννική πτώση, είτε η αθανασία στις μεταπτώσεις που πάντα θα δοκιμάζεις, θα τους αφήνεις όλους και θα τραβάς στη χώρα της μόνης φωτεινής ειλικρίνειας στην καρδιά της μητέρας.

 

                   Γι’ αυτό και ο Δόξας με την ευαίσθητη καρδιά, την καρδιά που την πλήγωνε βαριά και την κούραζε η πορεία έρχεται να δονήσει την ψυχή του ποιητή και να μας αφήσει τα ποιήματά του «Η ΑΡΡΩΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ», «ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ», «Η ΟΡΜΗ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ», «ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ Η ΣΥΜΦΟΡΑ», «ΩΡΑΙΟΣ ΣΑΝ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ». «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΖΩΗ», «ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ».

 

                    Σ’ ένα απ΄ αυτά γράφει:

 

              Ω πως μητέρα πλάτυνεν απ΄ των ωρών τα χέρια

              Στην κάμαρα η κλίνη σου και λες πως προσπαθεί

              Να δείχνει, πόσο σώνεσαι καθημερινά κερί

              Που όλο το φθείρει ο μαρασμός και δεν το συλλογιέται

 

                    Κι αλλού πάλι στο ποίημα «ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ» γράφει:

              Δεν την εγνώρισε κανείς…Από μακρά ως εστάθη

              Απ’ των ανθρώπων η λεπτή, το φθόνο, την κακία

              Τα’ αχνάρια της δεν μόλεψαν η νύχτα και τα πάθη

              Κι ήταν γυναίκα κι έμεινε για πάντα σαν Αγία.

 

                       Ο Τάκης Δόξας δεν κυκλοφόρησε άλλη ποιητική συλλογή, τον απορρόφησε περισσότερο ο πεζός λόγος, έγινε περισσότερο γνωστός σαν πεζογράφος και θα παρέμενε στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σαν καθαρά πεζογράφος αν το έργο του «ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ»  δεν τον επέβαλε και σαν ποιητή. Το ποίημα τούτο έκανε μεγάλη εντύπωση και βραβεύθηκε. Το διακρίνει θερμή αγάπη για τον άνθρωπο και την πανανθρώπινη ειρήνη. Με το ποίημα ζητάει από τους λαούς να ξαναγυρίσουν στο θεόπνευστο θεσμό της Εκεχειρίας μιας παντοτινής όμως εκεχειρίας για να βρει ο ταραγμένος κόσμος της εποχής μας τη Γαλήνη και την ευκαιρία για ειρηνικής φύσεως αναμετρήσεις

                        Το ποίημα τούτο από το 1964 και μέχρι το 1992 ακούγονταν κάθε τέσσερα χρόνια στο στάδιο της Αρχαίας Ολυμπίας όταν ξεκινούσε από εκεί για τον κόσμο όλο το Ολυμπιακό Φως, και  ξανακούσθηκε μετά από προσπάθειες συμπολιτών του στους Ολυμπιακούς της Αθήνας.

                         Ο ποιητής πάντα νέος ο ίδιος αγκάλιαζε τους νέους με όλη του την ανοιχτή καρδιά του έσκυβε με απέραντη κατανόηση και αγάπη ν΄ ακούσει τα προβλήματά τους και πάντα είχε να τους πει ένα καλό λόγο αληθινό βάλσαμο.

 

                          Το μικρό του γραφείο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Πύργου ήταν το εντευκτήριο όπου η νέα γενιά συναντούσε την παλιά στα πρώτα δειλά βήματα στο δρόμο της ποίησης και της λογοτεχνίας, Άλλωστε το είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος όσες φορές τον είχα επισκεφθεί στο γραφείο του.

 

                           Νοιώθω νωπό ακόμη το μελάνι της δοκιμασμένης πέννας του πάνω και στα δικά μου πρωτόλεια χειρόγραφα. Έκανε πάνω σ΄ αυτά τις κρίσεις του, με ένα θαυμαστικό ή με ένα ερωτηματικό ή και με μια διαγραφή. Πάντα πρόθυμος να βοηθήσει τους νέους συγγραφείς να τους δώσει θάρρος και κουράγιο να προχωρήσουν  και φυσικά σ’ όσους  διέκρινε κάποιο τάλαντο κάποια σφραγίδα δωρεάς.

 

                            Προλόγιζε έργα πρωτοφανέρωτων στα γράμματα. Αλήθεια πόσο ικανοποίηση και χαρά ένοιωσα όταν ο ποιητής μας χωρίς να του το ζητήσω ανέλαβε να μου προλογίσει την πρώτη μου ποιητική συλλογή το 1965.πόση περηφάνια ένοιωσα όταν είδα τυπωμένη την πρώτη μου παρουσία με πρόλογο του Τάκη Δόξα.

 

                             Εκείνο που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω είναι πόσο ήταν περήφανος και πόση χαρά ένοιωθε για την πρόοδο και τις επιτυχίες  των πνευματικών του παιδιών. Η  χαρά του και η ικανοποίησή του ήταν μεγάλη όταν έβλεπε τους νέους να ανεβαίνουν, να επιτυγχάνουν. Βέβαια δεν ήταν και ούτε  είναι και σήμερα σπάνιο φαινόμενο ο τρύγος της αχαριστίας και της αγνωμοσύνης. Η ψυχή του τότε πληγωνότανε και αυτή του τη στενοχώρια την αποτύπωνε στους ποιητικούς του στοχασμούς.

                              Στο ποίημά του ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΙΚΌ γράφει: 

          Έκοψα μια-μια τις σάρκες μου και μπάλωσαν άλλοι το πληγωμένο τους κορμί.

          Ξερίζωσα τα τριαντάφυλλα της καρδιάς μου

          Κι όταν  μέθυσαν κι έζησαν οι τυχεροί

          Τα μοίρασαν στους αδηφάγους άνεμους

………………………………………………………………………

          Έχτισα και σκάλες

          Κόβοντας μάρμαρα απ΄ τους ώμους μου

          Κι ανέβηκαν όσοι ύστερα με κλώτσησαν         

                                ………………………………………………

            κι όμως στα νεκρά μου χείλη άνθιζε το πιο τρυφερό 

    πουλί χαράς

            τραγουδώντας το ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ

 

                                 Ακόμα καθώς κρατούσε πάντα στήλη κριτικής βιβλίου σε εφημερίδες και περιοδικά ήξερε  να βλέπει με ανεξαίρετο σεβασμό τον οποιοδήποτε πνευματικό μόχθο ανεξάρτητα από την μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία του η και την απαξία του κάποτε, παρ΄ όλο που ποτέ δεν του έλειψε η ειλικρίνεια.

 

                                  Ήξερε να προβάλει το καλό βιβλίο να προβάλει το βιβλίο του νέου που δειλά-δειλά ξεδίπλωνε τις  αδύναμες φτερούγες του για να αντιμετωπίσει την πλημμυρίδα των εκδόσεων και ένα δύσκολο αναγνωστικό κοινό.

                                   Η ποιητική παραγωγή του ποιητή μας δεν περιορίσθηκε στις δυο ποιητικές του συνθέσεις που κυκλοφόρησαν αυτοτελώς, είναι διάσπαρτη σε περιοδικά  και εφημερίδες έντυπα με τα οποία συνεργάζονταν κατά καιρούς.

                      Μεταθανάτια προσφορά ,Μνημόσυνο αιώνιο ήταν η συγκέντρωση μέρους αυτής της διασκορπισμένης ποιητικής παραγωγής και η έκδοση μιας ακόμη συλλογής από τη διαλεχτή σύντροφο της ζωής του Ειρήνη με τον  αντιπροσωπευτικό  και βιωματικό τίτλο «ΕΠΑΡΧΙΑ Σ ΑΓΑΠΩ» που κυκλοφόρησε σ΄ ολόκληρη τη χώρα και στο εξωτερικό.

 

                  Η  ποίηση αυτή του Τάκη Δόξα που περιέχεται στη μεταθανάτια αυτή έκδοση είναι αναμφίβολα δραματική. Ωστόσο δεν κουράζει σαν ποιητικό κείμενο και δεν εξουθενώνει. Ο καλλιεργημένος αναγνώστης παρακολουθεί με αυξανόμενο ενδιαφέρον την ψυχική ταλαιπωρία του ποιητή μέσα σε ένα τοπίο ακίνητο. Μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν επιφυλάσσει εκπλήξεις. Μέσα σε ένα χώρο όπου τα πάντα φαίνεται Σα να πειθαρχούν σε μια αναπόφευκτη μοίρα.

 

                 Είναι ενδεικτικό της αθέατης σιγανής φθοράς το ποίημα «Ο ΜΥΘΟΣ ΕΝΟΣ ΧΑΜΕΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ» [σελ.69] το οποίο αντιπροσωπεύει, εκφράζει και ψυχογραφεί αμέτρητες παρόμοιες περιπτώσεις αργών θανάτων που σημαδεύουν και καθορίζουν το νόημα της επαρχιακής πραγματικότητας

 

              Δεν έκανε τίποτα σε κείνο τον ήσυχο τόπο

              Έβλεπε δένδρα ν’ ασωτεύουν

              Τον ήλιο να μαδάει τα φτερά του

              Τα κορίτσια να φεύγουν με το δειλινό

              Τη ζωή να λιώνει μες τη βροχή

              Τα βράδια έμενε κατάμονος

              Θυμόταν τα βουνά που δεν πρόφθανε ν΄ ανέβει

              Το φεγγάρι που του έκαψε τις παλάμες

              Τα  λόγια της νύχτας που του χτυπούσαν

              τα παράθυρα

              Θυμόταν τους ίσκιους των θεών

              Που τους έθαψαν τα χιόνια

               Πριν ακόμη δει το γέλιο τους

               Να πλαταγιάζει στον κάμπο.

               Δεν ταξίδεψε ποτές από κείνο τον ήσυχο τόπο

               Ένα βράδυ μονάχα έσκουξε μια κουκουβάγια

                Κι  όλοι είπαν πως ήταν κραυγή της ψυχής του

                Που  έφυγε.

 

                  Ο  Δημήτρης Γιάκος σ΄ ένα σημείωμά του για το «ΕΠΑΡΧΙΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ»  γράφει και τα εξής:

 

«Κέντρο βάρους των λυρικών του εμπνεύσεων υπήρξε φυσικά η κλειστή και μουντή ζωή της Ελληνικής επαρχίας που ωστόσο ζεστά αγάπησε ο Δόξας και τις έγινε σύντομα πνευματικό στέλεχος κι οδηγός χωρίς όμως να χάσει την Πανελλήνια ακτινοβολία του. Το αξιοθαύμαστο μεγάλο εκείνο παιδί διέθετε μια αγνότητα ψυχής γνήσια λυρικής, ταυτόχρονα όμως διέθετε και την αξιοπρέπεια και τη σοβαρότητα του μεγάλου».

 

Και αυτή την εκπληκτική σύνθεση παιδικής αγνότητας και συγκρατημένης ευαισθησίας μεγάλου συγκροτούσε ολόκληρη η μορφή του η ανθρώπινη και η ποιητική. Τώρα μόνο με την «ΕΠΑΡΧΙΑ Σ ΑΓΑΠΩ» και με όσα ακολουθήσουν μπορούμε να καταλάβουμε τι έχει στοιχίσει στα  Ελληνικά γράμματα ο πρόωρος θάνατός του. Γιατί καθώς έλεγε και ο Βλαχογιάννης κανείς πριν πέσει χάμου νεκρός σωστό το μέτρο του να δείξει δεν μπορεί. Κι ευχαριστούμε τον κ. Ειρήνη  Δόξα που προσπαθεί συνέχεια να μας θυμίζει τούτο το μέτρο.

 

Το  άλλο σημαντικό σημείο και στοιχείο της συλλογής είναι οι πλημμυρισμένοι αίσθημα κι ευγένεια, οι γεμάτοι ανθρώπινο παλμό παραδοσιακοί και μοντέρνοι στίχοι που συνθέτουν τα ποιήματά της. Ποιήματα αληθινά, που ανταποκρίνονται σε δεδομένες καταστάσεις, δεν αναφέρονται σε νεφελώματα αλλά σε βιωματικές εμπειρίες

                Ο Τάκης Δόξας υπήρξε πάντα ειλικρινής στις σχέσεις του, ανυστερόβουλος στην προσφορά του αφιλοκερδής στις συναλλαγές του και μέγας αλτρουιστής. Αγάπησε όσο κανείς τον τόπο του την επαρχία και τον καλοκάγαθο λαό της σε σημείο που θυσιάστηκε γι΄ αυτή μένοντας κοντά της συμμεριζόμενος τα προβλήματά της τους καημούς της ακόμη και την κακοδαιμονία της.

 

                             Ο Τάκης Δόξας ήταν και παραμένει μια ζωντανή, ξεχωριστή παρουσία της νεοελληνικής γραμματείας με την πλούσια λυρική καρδιά, την ανέσπερη πνευματική του καταβολή.

 

                             Ο Τάκης Δόξας είναι βέβαιο δεν ολοκλήρωσε το έργο του. Αναμφίβολα πολλά μπορούσε να προσφέρει ακόμη ο ερημίτης αυτός του Πύργου στην Ελληνική και Παγκόσμια Λογοτεχνία, αν ο χάρος δεν του είχε στήσει καρτέρι το φοβερό εκείνο βραδινό του Οκτώβρη.

 

                             Ο Τάκης Δόξας  ζει , ανάμεσά μας, με τα έργα του και  την προτομή του που έστησε η ευγνωμοσύνη μας απέναντι στα Δικαστήρια του Πύργου όπου και εργάσθηκε για κάποια χρόνια. Από εκεί   μας ατενίζει πράος, γλυκύς, αυστηρός, επιβλητικός. ΄Έτσι  θα μας συντροφεύει η μορφή του, μια αέρινη οπτασία, μια όμορφη ανάμνηση για να ζωντανεύει μέσα μας κάθε φορά που θα ακούμε Πύργο τον Τάκη Δόξα, κάθε φορά που θ΄ ακούμε Ολυμπία τον Τάκη Δόξα, κάθε φορά που θ΄ ακούμε ανθρωπιά, τον μεγάλο ανθρωπιστή  ΤΑΚΗ  ΔΟΞΑ

ΣΤΟ ΦΩΣ ΔΕΚΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ



ΣΤΟ ΦΩΣ ΔΕΚΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ


Δέκα άγνωστα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου έρχονται στο φως, σε μια προδημοσίευση από το Αθηναϊκό Πρακτορείο της ανέκδοτης συλλογής «Το Υπερώον», που θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο από τον εκδοτικό οίκο Κέδρος: Πρόκειται για 72 ολιγόστιχα πεζόμορφα ποιητικά, στο πολυτονικό σύστημα, που γράφτηκαν το 1985.




ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες ,
 για σιωπηλά εφόδια,
για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες
 όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ’ το παράθυρο,
όταν δύο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο
λαθραία υφάσματα,
 όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη ,με ριγέ πιτζάμες,
 κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,
κι η θάλασσα μας πλησιάζει
όλους ανεξαιρέτως
διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φθηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
 Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
 Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.
Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι
 στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,
φορώντας τις λευκές σου μπότες.





ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ

Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες
 διαδοχικές αναιρέσεις , σφαλερές διαισθήσεις.
Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
 Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα.
 Η νύχτα
 διαστέλλονταν πάνω απ’ την πόλη.
Κι εσύ
απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
 έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.

ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Πίσω απ’ τη μάντρα ,σπασμένα γυαλιά,
 σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,
τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,
 πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους
ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,
 σαν άστρο παραμελημένο,
 έχει αναλάβει να πληρώσει όλα τα σπασμένα.
Μαζί κι εγώ.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ

Πριν από εσένα ήσουν εσύ;
Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας.
 Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα
 τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι
μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι
 πέταξα το ποτήρι απ’ το παράθυρο.
 Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο: «υπάρχουμε».







ΔΙΕΙΣΔΥΣΗ

Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,
Τα’ δες απ’ την κλειδαρότρυπα- λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα
και μέσα στα παπούτσια σου.
Καλύτερα λοιπόν
 να περπατάς ξυπόλητος
 μη σ’ ακούσουν.

ΤΟ ΑΔΙΑΒΑΤΟ

Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν.
 Δεν το περηφανεύονταν ωστόσο.
 Έσπασε το θερμόμετρο,
ο υδράργυρος σκόρπισε.
Σαν φτάσαμε στα σύνορα
 μας σταμάτησαν.
 Τα ψεύτικα διαβατήρια
 ήταν έγκυρα.
Εμείς δεν περάσαμε.

ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ

Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.
Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της
λάμπουν ωραία. Όμως , προπάντων, αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.

ΥΑΛΟΥΡΓΕΙΑ

Οι φούρνοι των υαλουργείων. Φλόγες, διαθλάσεις,
 κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία.
 Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,
ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα,
 τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία-
 μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους,
πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε- είπε-
αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, διαψευσμένη,
η προδοτική.



Τ’ ΑΣΠΡΑ ΒΟΤΣΑΛΑ

Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
 δεν υποπτεύεται με το ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες. Με τι
 στερήσεις κι αρνήσεις τα’ απέσπασες
 από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι’ αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.

                            Ο Γιάννης Ρίτσος
γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του     1909 στη Μονεμβασιά Λακωνίας και πέθανε στις 11 Νοεμβρίου του 1990 στην Αθήνα.