ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΛΟΥΛΟΣ: Απόψεις για τον έρωτα στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΛΟΥΛΟΣ

 

 

Απόψεις για τον έρωτα στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα

[Παναγιώτης Χαλούλος, εισήγηση-ομιλία στη Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς, στην Πάτρα, Δευτέρα 4 Μαΐου 2026, με πρόσκληση της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος]

 https://users.sch.gr/pchaloul/symposium-kratiras.jpg

(Σκηνή συμποσίου, αγγειογραφία σε κρατήρα του 5ου αιώνα, αποδίδεται στον "ζωγράφο του Νικία")

Καλησπέρα σας και καλό μας μήνα!

Ευχαριστώ πολύ την Εταιρεία Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδος και τον πρόεδρό της Λεωνίδα Μαργαρίτη για την πρόσκληση να μιλήσω απόψε για ένα θέμα που αγγίζει όλους μας, τον έρωτα, και πώς διαπραγματεύεται το ζήτημα ο μεγάλος φιλόσοφος Πλάτων στο σύγγραμμά του «Συμπόσιο ή περί έρωτος ηθικός». Ευχαριστώ πολύ όλους που μας τιμάτε με την παρουσία σας απόψε!

 

Ας αρχίσουμε με κάποιους στίχους που ανήκουν στον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ κι εμείς τους γνωρίζουμε, σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα, μελοποιημένους σε ένα γνωστό πανέμορφο τραγούδι με μουσική και ερμηνεία του Αργύρη Μπακιρτζή (από την ταινία «Μ’ αγαπάς;» του Γιώργου Πανουσόπουλου):

 

«Βγήκε ο καλός με την καλή

με χάι και χο και χάι και τριαλαρό

στην καταπράσινη εξοχή

τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυο

που όλο το λεν’,  μάνα μ’, το λέν’, το λένε τα πουλιά

τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά…»


                «Τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυο…» λοιπόν, είμαστε απόψε εδώ, για να μιλήσουμε για τον έρωτα, μια ανοιξιάτικη μαγιάτικη βραδιά, που «…τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά…»!

 

Θα ξεκινήσουμε με κάτι όμορφο που έγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης:
«Σας παραπέμπω στη Διοτίμα του Συμποσίου του Πλάτωνα – τα λέει πολύ καλά. Η Πενία και ο Πλούτος, καλεσμένοι, σ’ ένα γάμο μεθύσανε και ο Πλούτος ξεμονάχιασε την Πενία και καρπός αυτής της ενώσεως υπήρξε ο Έρωτας. Γι’ αυτό ο έρωτας είναι φτώχεια και ζητιανιά και συγχρόνως αίσθηση μεγάλη πλούτου».

(Γιάννης Τσαρούχης “Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου”, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ)

               

 

Το έργο αυτό του Πλάτωνα έχει τον τίτλο «Συμπόσιο» ή «περί έρωτος ηθικός». Το συμπόσιο λαμβάνει χώρα στο σπίτι του τραγικού ποιητή Αγάθωνος, για να γιορταστεί η νίκη του στους δραματικούς αγώνες των Ληναίων του 416 π.Χ. Στο συμπόσιο πήραν μέρος ο Αγάθωνας, ο Αριστόδημος, ο Φαίδρος, ο γιατρός Ερυξίμαχος, ο Παυσανίας, ο Αριστοφάνης, ο Αλκιβιάδης και αργότερα ο Σωκράτης, ο οποίος αρχικά δίσταζε να παρευρεθεί και περίμενε έξω από την πόρτα μέχρι να τον παρακινήσουν να μπει στο χώρο του συμποσίου.

Οι διάλογοι που διεξήχθησαν μεταξύ των συμποτών παρουσιάζονται ως αφήγηση από τον Απολλόδωρο σε φίλο του, που του ζήτησε να μάθει τι συζητήθηκε εκεί. Έχουμε δηλαδή αναδιήγηση πολλά χρόνια μετά (γύρω στο 400 π.Χ.), ενώ υπολογίζεται πως η συγγραφή του κειμένου από τον Πλάτωνα έγινε κατά το 385 π.Χ. Όταν πραγματοποιήθηκε το Συμπόσιο και οι φιλοσοφικοί διάλογοι, ο Πλάτων, που γεννήθηκε το 428/9 π.Χ., ήταν περίπου 12 ετών (ήταν περίπου 40 έτη μικρότερος από τον δάσκαλο και γνώρισε τον Σωκράτη σε ηλικία 20 ετών), επομένως δεν είχε ιδία αντίληψη, αλλά εξ ακοής είχε πληροφορηθεί τα διαδραματισθέντα. Και ο Απολλόδωρος ο Φαληρεύς από άλλον τα είχε πληροφορηθεί, τον Αριστόδημο, θαυμαστή του Σωκράτη, που είχε παραβρεθεί σε εκείνο το συμπόσιο και μάλιστα αναφέρεται πως κυκλοφορούσε διαρκώς ανυπόδητος, ξυπόλητος, όπως και ο δάσκαλος Σωκράτης. Να σημειώσουμε εδώ πως ο Σωκράτης εκείνη τη βραδιά είχε προσέλθει στο δείπνο και συμπόσιο του Αγάθωνα φρεσκολουσμένος και φορώντας σανδάλια πολυτελή, παρά την αντικομφορμιστική συνήθειά του να κυκλοφορεί άλουστος και ξυπόλητος, από αντίδραση κατά της υπερβολικής περιποίησης του σώματος!

Ο Πλάτων λοιπόν στο σύγγραμμά του «Συμπόσιο» φιλοσοφεί μέσω του δάσκαλου Σωκράτη και των φίλων και μαθητών του περί του τι είναι το φαινόμενο του έρωτα.

Οι απόψεις που εκφράζουν οι άλλοι, εν ευθυμία, έχουν κάτι το γενικό στη θεώρησή τους. Ο Σωκράτης όμως, με νηφαλιότητα, γιατί, όπως ομολογούν, δεν επηρεαζόταν από την οινοποσία και δεν μεθούσε ποτέ, θα θέσει το ζήτημα σε πιο συγκεκριμένη βάση. Δεν είναι θεός ο έρως μήτε θνητός. Είναι δαίμων. Είναι πόθος για κείνο που στερείται ο άνθρωπος και το ποθεί αιώνια, όπως θα δούμε.

Η συζήτηση αρχίζει με τον λόγο του Φαίδρου, που προεδρεύει στη συζήτηση. Υποστηρίζει λοιπόν, με αναφορές στους προσωκρατικούς φιλόσοφους, ότι ο Έρωτας είναι ένας από τις αρχαιότερες θεότητες στη φύση, αφού, για παράδειγμα, Ουρανός και Γαία ενώθηκαν με έρωτα, ο έρως γεννήθηκε από αυτούς, θεωρείται γιος της Γης. Ενώ ένας πιστός φίλος, συνεχίζει ο Φαίδρος, είναι η μεγαλύτερη ευτυχία, ο έρωτας είναι αυτός που μας παρακινεί να κάνουμε τις ηρωικότερες πράξεις. Αν συνέβαινε, λέει χαρακτηριστικά, ένας ερωτευμένος να αποκαλυφθεί ότι διέπραξε κάτι ανάρμοστο ή ότι επέδειξε ανανδρία στη μάχη, πέταξε τα όπλα και λιποτάκτησε, θα ντρεπόταν πολύ περισσότερο αν τον έβλεπε ο αγαπητικός του, παρά ο πατέρας του ή όλος ο κόσμος. Και αν συγκροτείτο στρατιωτικό σώμα με κριτήριο τη συντροφικότητα των ερωτευμένων που θα πολεμούσαν στο πλευρό ο ένας του άλλου, αυτό θα ήταν ακαταμάχητο. Ως τέτοιο στρατιωτικό σώμα ιστορείται για πρώτη φορά στη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) ο Ιερός Λόχος. Ο Πλούταρχος αναφέρει στον «Ερωτικό» το παράδειγμα ενός πολεμιστή, ο οποίος στη μάχη παραπάτησε και έπεσε πρηνής (μπρούμητα). Έτοιμος ήταν ο αντίπαλός του να τον χτυπήσει και εκείνος τον παρακάλεσε να περιμένει λίγο, να στραφεί ύπτιος, ώστε να μη τον δει ο ερωμένος του πληγωμένο στα νώτα και τον θεωρήσει ότι χτυπήθηκε εγκαταλείποντας τη μάχη!

Στο σημείο αυτό, επισημαίνουμε ότι γίνεται στο διάλογο αναφορά στον έρωτα μεταξύ ανδρών, που δεν ήταν κατακριτέος στις αρχαίες κοινωνίες, αρκεί να ήταν σε πλαίσιο ηθικό, ενώ δεν δικαιολογούνταν οι σχέσεις με ανήθικους σκοπούς, όπως ανάλογα και στον μεταξύ των δύο φύλων έρωτα.

Στη συνέχεια μιλά ο Παυσανίας, σύντροφος του Αγάθωνος, ο οποίος υποστηρίζει ότι, όπως η Αφροδίτη έχει δύο φύσεις, την ανθρώπινη (Πάνδημος) και τη θεϊκή (Ουρανία), έτσι και ο έρωτας έχει δύο μορφές· ο σαρκικός έρωτας, των κατώτερων ανθρώπων, αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση και εδώ θα κατατάξουμε τις εφήμερες σχέσεις, ενώ ο ανώτερος έρωτας επιφέρει την παντοτινή ένωση με τον αγαπημένο ή την αγαπημένη. Στον έρωτα της Πανδήμου Αφροδίτης καταλέγεται από τον Παυσανία και ο έρωτας των χυδαίων προς παιδιά και συνήθως κατώτερης διανοητικότητας άτομα, για ευνόητους λόγους (για να είναι ευκολότερη η πραγματοποίηση των ανήθικων σκοπών τους). Θα έπρεπε, λέει, να υπάρχει νόμος που θα απαγορεύει τον έρωτα με μικρά παιδιά. Οι ανώτεροι βέβαια άνθρωποι θεσπίζουν από μόνοι τους κάτι τέτοιο. Ο πάνδημος εραστής είναι κακοήθης, αφού αγαπά μόνο το σώμα και, όταν παρέλθει η ανθηρότητα του σώματος του ερωμένου που είχε ποθήσει, ο έρωτας κάνει φτερά και εκείνος φεύγει καταπατώντας λόγια και υποσχέσεις! Και ανήθικο θεωρείται να προσδοκά να κερδίσει πλούτο ή αξιώματα ο ερώμενος από τον εραστή, θεμιτό όμως το να χαρισθεί ο ερώμενος σε εραστή ανώτερο ως προς το ήθος, ακόμα και αν τελικά διαψευσθεί από εκείνον.

Οι δύο μέχρι τώρα θεωρίες εξηγούν το φαινόμενο του έρωτα ως κοινωνικό θεσμό. Θα ακολουθήσουν δύο θεωρίες για τον έρωτα ως φυσικό φαινόμενο.

Στη συνέχεια λοιπόν ήταν η σειρά του Αριστοφάνη, αλλά τον έπιασε λόξυγκας, ίσως από το πολύ φαγητό, παρότι είχαν δεχθεί ως κανόνα να μην καταναλώσουν υπερβολικά φαγητό και ποτό. Ευφυής ιδέα του Πλάτωνα να παρουσιάσει τον κωμικό Αριστοφάνη να μιλά με λόξυγκα και να προκαλεί, όπως μπορούμε να φανταστούμε, το γέλιο στους συνδαιτημόνες! Ζητά λοιπόν ο ποιητής από τον γιατρό Ερυξίμαχο να του δώσει οδηγίες και να λάβει εκείνος τη σειρά του στο λόγο. Οι οδηγίες του γιατρού είναι να κρατήσει την αναπνοή του για λίγο («πνευστί χοντι πολύν χρόνον», γνωστή και σήμερα μέθοδος) ή να κάνει γαργάρες («δατι νακογχυλίασον») κι αν είναι δυνατός και επίμονος ο λόξυγκας, να χώσει κάτι στη μύτη του, να την ερεθίσει, ώστε να φταρνιστεί.

Ο Ερυξίμαχος λοιπόν, που λαμβάνει το λόγο, βλέπει τον έρωτα από ιατρική άποψη, στους ανθρώπους, στα ζώα και στα φυτά, στα όντα γενικώς, στο σύμπαν. Τα στοιχεία της θερμότητας και του ψύχους, της ξηρασίας και της υγρασίας, του πικρού και του γλυκού πρέπει να επιτύχουν τον έρωτα μεταξύ τους, για να επιτευχθεί αρμονία, επομένως υγεία στον άνθρωπο και σε όλα τα όντα. Αυτός είναι ο καλός έρως, ο Ουράνιος. Ομοίως συμβαίνει και στις εποχές του χρόνου. Η υπέρβαση των ορίων μεταξύ των αντιθέτων στοιχείων διαταράσσει την ισορροπία στις αμοιβαίες ερωτικές σχέσεις, στη φύση προκαλούνται καταστροφές από φυσικά φαινόμενα, χαλάζι, πάχνη, ασθένειες των φυτών. Και εδώ κατατάσσεται ο κακός έρωτας, ο Πάνδημος. Γενικώς θεωρεί πως υπάρχει μια διαρκής εναλλαγή από αρμονία σε δυσαρμονία. Έργο του γιατρού είναι να κανονίσει ορθώς τις γαστρονομικές απολαύσεις, το διαιτολόγιο, ώστε ο άνθρωπος να απολαύσει χωρίς κίνδυνο να ασθενήσει. Ακόμα και στη μουσική, παραδέχεται, υπάρχουν και οι δύο μορφές έρωτα, μπορεί δηλαδή να δημιουργηθεί ακοσμία ή αγαθή μουσική ως έργο της Ουρανίας Μούσας. Στο σημείο αυτό θα συμφωνούσαμε, νομίζω, αν αναλογιστούμε ότι με διάφορα είδη σύγχρονης μουσικής και τραγουδιών διαφωνούμε ως προς το αισθητικό αποτέλεσμα, αφού αυτά που ακούει η νεολαία μάς φαίνονται κακόηχα ή και απωθητικά (για παράδειγμα η heavy metal παλιότερα, η trap στην εποχή μας).

Εδώ ας θυμηθούμε την ηρακλείτεια άποψη «πόλεμος πάντων πατήρ». Το λυπηρό δεν υπάρχει, δεν είναι κατανοητό, χωρίς το ευχάριστο, η ομορφιά χωρίς την ασχήμια, το φως χωρίς το σκοτάδι, ο θάνατος χωρίς τη ζωή. Η κατανόηση μιας έννοιας προϋποθέτει ταυτοχρόνως την ύπαρξη και κατανόηση της αντίθετης προς αυτή. Σύμφωνα με την ηρακλείτεια θεωρία των αντιθέτων η αρμονία προκύπτει από την εναντίωση, τον πόλεμο, και την σύνθεση των αντιθέτων. Ο αρμονικός ήχος της λύρας προέρχεται από την παλμική κίνηση της χορδής προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις, από τη σύνθεση αντίρροπων δυνάμεων, τάσεων που δρουν ταυτοχρόνως! Υπάρχει επομένως μια διάσταση απόψεων με την διαρκή και διαδοχική εναλλαγή που ορίζει ο Ερυξίμαχος και η οποία είχε εκφραστεί από τον Εμπεδοκλή.

Όταν ζητείται η άποψη του κωμωδιογράφου Αριστοφάνη, εκείνος, αφού πειράξει τον Ερυξίμαχο, λέγοντας πως δεν ωφέλησαν οι πρώτες συνταγές του Ερυξίμαχου, αλλά τού σταμάτησε τον λόξυγκα το απότομο φτάρνισμα, αφού γαργάλισε τη μύτη του («…εκπλήττομαι, ότι η ισορροπία του σώματος χρειάζεται παρομοίους κρότους και γαργαλισμούς, όπως είναι το πτάρνισμα»). Είναι ένας κωμικός υπαινιγμός για τη θεωρία του Ερυξίμαχου, με στόχο να πειράξει το γιατρό και να προκαλέσει γέλιο. Ο Ερυξίμαχος του εφιστά την προσοχή ότι λέει αστεία εις βάρος του, ενώ ετοιμάζεται να λάβει το λόγο και ότι τον αναγκάζει να προσέχει να του παρατηρήσει μήπως πει κάτι αστείο, αν δηλαδή δεν μιλήσει σοβαρά για το ζήτημα του έρωτα!

Ο Αριστοφάνης λοιπόν θα περιγράψει τον άνθρωπο δίνοντας μια εξήγηση του έρωτα που φαίνεται πρωτότυπη και κάπως αστεία, όπως θα ταίριαζε βέβαια στον τύπο του μεγάλου κωμικού. Λέει, λοιπόν, ο Αριστοφάνης:

«Παλαιά ο οργανισμός μας δεν ήταν ο ίδιος, όπως τώρα, ήταν διαφορετικός. Πρώτα-πρώτα τα φύλα των ανθρώπων ήσαν τρία, και όχι όπως σήμερα δύο, αρσενικό και θηλυκό. Υπήρχε ακόμη και ένα τρίτο, αποτελούμενο από αυτά τα δύο. Το όνομά του μένει ακόμη, το ίδιο όμως έχει εξαφανισθεί: το "σερνικοθήλυκο" ήταν τότε ένα ξεχωριστό φύλο και συνδύαζε και στην εμφάνιση και στο όνομα τα δύο άλλα, το αρσενικό και το θηλυκό. Τώρα δεν υπάρχει παρά μόνον ως λέξη και χρησιμοποιείται ως ύβρις». Ο λόγος μάλιστα, εξηγεί ο Αριστοφάνης, που ήσαν τρία είναι ότι το αρσενικό ήταν γέννημα του Ήλιου, το θηλυκό της Γης και το σερνικοθήλυκο της Σελήνης, η οποία αποτελείται και από τα δύο άλλα. Οι αρχαίες και οι νεότερες ελληνικές παραδόσεις θέλουν τα τρία ουράνια σώματα να αντιστοιχούν στα τρία γένη των ονομάτων, αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο, όπως εδώ και η νεοελληνική λέξη φεγγάρι συμφωνεί. Ο Αριστοφάνης εδώ διακωμωδεί φιλοσοφικές απόψεις για την κοσμογονία και την καταγωγή της ύλης και των ψυχών των ανθρώπων από τα άστρα.

«Έπειτα ολόκληρος ο κορμός του κάθε ανθρώπου, συνεχίζει, ήταν σφαιρικός και είχε ολόγυρα ράχη και πλευρές. Είχε τέσσερα χέρια και άλλα τόσα σκέλη και δύο πρόσωπα πάνω σε ένα λαιμό κυλινδρικό. Όμοια και απαράλλακτα, που έβλεπαν προς αντίστροφη το καθένα διεύθυνση, και ένα κρανίο επάνω από τα δύο πρόσωπα, και αυτιά τέσσερα και διπλά γεννητικά όργανα, και όλα τα άλλα, όπως θα μπορούσε κανείς επί τη βάσει αυτών να φαντασθεί. Μετακινείτο δε όχι μόνον όρθιο, όπως τώρα, αν ήθελε προς τη μία ή προς την αντίθετη διεύθυνση, αλλά, όσες φορές αποφάσιζε να τρέξει γρήγορα, όπως οι ακροβάτες γυρίζουν τα πόδια προς τα επάνω σαν τροχός και κάνουν τούμπες. Έτσι και τότε στηρίζονταν και εις τα οκτώ των άκρα και μετακινούνταν πολύ γοργά περιστροφικά». Κωμικές οι εικόνες που περιγράφονται και μπορούμε να φανταστούμε! Η σωματική τους δύναμη και η αντοχή τους ήσαν τρομερές και είχαν απέραντη έπαρση, ώστε τα έβαλαν και με τους θεούς, αφού τόλμησαν να κατασκευάσουν σκάλα προς τον ουρανό, για να κτυπήσουν τους θεούς. Ο μύθος αυτός βεβαίως και θυμίζει τον αντίστοιχο εβραϊκό μύθο του Πύργου της Βαβέλ. Ο Δίας, με τους άλλους θεούς συσκέπτονταν και σκέφτονταν πώς να τους τιμωρήσουν, αλλά δεν έβρισκαν λύση! Αν και παντογνώστης ο Δίας, με δυσκολία μετά από πολλά εμπνεύστηκε ένα σχέδιο: αντί να τους σκοτώσουν και με κεραυνούς να εξαφανίσουν το γένος τους, να διατηρηθεί η ανθρωπότητα και η λατρεία της προς τους θεούς και να τιμωρήσει την αυθάδειά τους κόβοντας σε δύο μέρη τον καθένα, ώστε να γίνουν ασθενέστεροι και πολυπληθέστεροι, κάτι που θα ήταν χρήσιμο για τους θεούς. Για ποιο λόγο; Μα, για να είναι πιο πολλοί όσοι θα τους λατρεύουν (να υποθέσουμε πως οι θυσίες προς αυτούς θα ήσαν συχνότερες και περισσότερες!...). έτσι λοιπόν, ανίσχυροι οι άνθρωποι περπατώντας ορθοί με τα δύο πόδια, αν αποδειχθεί ότι εξακολουθούν να είναι ανυπότακτοι, θα τους χώριζαν και πάλι στα δύο, ώστε να περπατούν με το ένα σκέλος, σαν να παίζουν κουτσό. Έτσι άρχισε ο ίδιος ο Δίας, σαν χασάπης, να σχίζει τους ανθρώπους στα δύο! Ανέθεσε μάλιστα στον Απόλλωνα να γυρίζει στο κάθε μισό το πρόσωπο και ήμισυ του λαιμού προς το μέρος της τομής, έτσι ώστε βλέποντας ο άνθρωπος το σχίσιμό του, θα γινόταν φρονιμότερος! Έτσι έκανε ο Απόλλων και τραβούσε το δέρμα από όλα τα σχισμένα μέρη προς την κοιλιά και το έδενε σαν τα πουγκιά, αφήνοντας ένα στόμιο στο μέσο της κοιλιάς: εξηγείται έτσι η μορφή του αφαλού! Τις ρυτίδες τις εξομάλυνε, και μάλιστα ισοπέδωνε το δέρμα στα στήθη με ένα εργαλείο σαν αυτό που έχουν οι τσαγκάρηδες, για να ισιώνουν τα δέρματα πάνω στα καλαπόδια! Μερικές όμως τις άφησε στην κοιλιά, κυρίως στον αφαλό, για να μένουν ως ενθύμιο αυτού του παθήματος του ανθρώπου.

Μετά την διχοτόμηση λοιπόν του οργανισμού, χωρισμένοι ο ένας από τον άλλο, καθένας αναζητούσε το άλλο του ήμισυ να κολλήσουν μαζί και, όταν νόμιζαν πως το έβρισκαν, γεμάτοι πόθο τύλιγαν τα χέρια τους ο ένας γύρω από τον άλλο σφιχταγκαλιασμένοι. Οσάκις δε το ένα ήμισυ πέθαινε και έμενε το άλλο, αυτό που έμενε, ζητούσε ένα άλλο ν’ αγκαλιάσει. Αν όμως έβρισκαν το πραγματικό ήμισύ τους, το αρχικό, αν γινόταν να μείνουν για πάντα ενωμένοι, ακόμα και στην άλλη ζωή, αυτό θα προτιμούσαν. Αν ερχόταν, λέει ο Αριστοφάνης, ο Ήφαιστος και τους ρωτούσε μήπως επιθυμούν να τους συγκολλήσει και πάλι, θα συμφωνούσαν! Η ερμηνεία του έρωτα κατά τον Αριστοφάνη αναφέρεται στον ανθρώπινο έρωτα, αφού οι άνθρωποι αγκαλιάζονται, για να δείξουν την αγάπη τους, αντιθέτως στο ζωικό κόσμο γενικώς δεν υπάρχει εναγκαλισμός, ενώ σωματική ένωση υπάρχει κατά τη συνουσία μόνο.

«Από τόσον παλαιά λοιπόν ο έρως των ανθρώπων μεταξύ των είναι ριζωμένος εις την φύση των και μας συνενώνει εις την αρχική μας κατάσταση» αναφέρει ο Αριστοφάνης.

Εξηγεί λοιπόν και κάθε είδους ερωτική έλξη, αφού όλοι οι άνθρωποι με δύο πόδια προέρχονται από τους παλιούς, πρωταρχικούς ανθρώπους με το σφαιρικό σώμα: Όσοι είναι αρσενικού απόκομμα, κυνηγούν τα αρσενικά και τους ευχαριστεί να κοιμούνται και να σφιχταγκαλιάζονται με τους άνδρες μαζί. Οι γυναίκες πάλι, που είναι γυναίκας ολόκληρης απόκομμα, αυτές δεν ενδιαφέρονται και πολύ για τους άνδρες, έχουν στρέψει την προσοχή τους μάλλον προς τις γυναίκες. Τώρα, όσοι από τους άνδρες είναι απόκομμα από το φύλο το μεικτό, αυτό πού ονομαζόταν τότε σερνικοθήλυκο, αυτοί είναι γυναικομανείς και των μοιχών η πλειονότητα από το φύλο αυτό κατάγονται. Επίσης και όσες γυναίκες είναι ανδρομανείς και οι άπιστες σύζυγοι κατάγονται από το φύλο τούτο.

Κι αν μας φαίνεται κωμική η περιγραφή του γένους σερνικοθήλυκου και απίθανη η ύπαρξή του, τι θα λέγαμε, αν διαπιστώναμε την ύπαρξη ενός πουλιού, το οποίο ανακάλυψαν επιστήμονες στην Κολομβία, εντυπωσιακό και εξαιρετικά σπάνιο, που είναι «μισό θηλυκό και μισό αρσενικό»; Θεωρώντας πως αυτό μπορεί να αποτελεί ψευδή είδηση (fake news), συνηθισμένο φαινόμενο πλέον στο διαδίκτυο, ψάχνοντας διαπίστωσα ότι υπάρχει δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό “Journal of Field Ornithology”.

“…«Το πουλί εμφάνιζε τυπικό αρσενικό φτέρωμα στη δεξιά του πλευρά και θηλυκό φτέρωμα στην αριστερή», σημείωσαν οι επιστήμονες, προσθέτοντας ότι τα εσωτερικά του όργανα ήταν επίσης πιθανότατα χωρισμένα στη μέση σε αρσενικό και θηλυκό. Ωστόσο, αυτό δεν μπορούσαν να το επιβεβαιώσουν μόνο παρατηρώντας το… Το φαινόμενο προκύπτει από ένα σφάλμα κατά τη διαίρεση των θηλυκών κυττάρων για την παραγωγή ενός ωαρίου, που ακολουθείται από διπλή γονιμοποίηση δύο σπερματοζωαρίων», εξήγησε ο καθηγητής Spencer.”

https://city.sigmalive.com/article/2024/1/4/ereunetes-apathanatisan-exairetika-spanio-pouli-miso-theluko-kai-miso-arseniko/?fbclid=IwY2xjawMymRBleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBwTlo2WDVEeDdTaENQZFFpAR62QRNqfuvjBjSx1_Yrr8V2uZV6pfupd-uOAYPCcSOMrRHE2UzSAFGMXWWzqA_aem_ykH7uDtS3A43dGP4MAFThA

 

Αν τώρα συγκρίνουμε τη θεωρία του γιατρού Ερυξίμαχου με τη θεωρία του κωμικού ποιητή, θα παρατηρούσαμε πως ο μεν επιστήμονας στην κοσμοθεωρία του ξέχασε τον παράγοντα άνθρωπο, ενώ η θεωρία του Αριστοφάνη μάλλον έχει ένα μελαγχολικό τόνο, ίσως καθόλου αστείο, μια και βλέπει τον άνθρωπο σε μια διαρκή εναγώνια αναζήτηση του συντρόφου που του ταιριάζει, ενώ η αναζήτηση αυτή για πολλούς αποβαίνει άκαρπη, επομένως ο κωμικός ποιητής μιλά ξεκάθαρα για την τραγικότητα του ανθρώπου!... Απέναντι στη διάκριση των ερώτων η θεωρία του Αριστοφάνη τονίζει ότι ένας είναι ο έρως, ούτε πάνδημος ούτε ουράνιος, αλλά αυτός που εξασφαλίζει τη συμπλήρωση του οργανισμού, που γεμίζει το κενό εκάστου, ως πρωταρχικό ένστικτο, ως το μεγάλο μυστήριο και το μεγάλο θαύμα της δημιουργίας!

Ως φαινόμενο ψυχικό ο έρως ερμηνεύεται στις δύο επόμενες θεωρίες.

Και έρχεται η σειρά του Αγάθωνος να εκθέσει τις απόψεις του.

Ο Αγάθων υποστηρίζει, αντίθετα από την άποψη του Φαίδρου, ότι ο έρως είναι ο νεότερος μεταξύ των θεών και αιωνίως νέος, αποφεύγει το γήρας και το μισεί. Εις το άσχημο δεν κατοικεί ο έρως. Δημιουργεί πόθο και λαχτάρα για ό,τι ωραίο δεν έχει. Καθώς είναι ωραιότατος και τελειότατος ο ίδιος, προξενεί και στους άλλους ανάλογα χαρίσματα. Στη μορφή μαλακός και υγρός, με το νόημα ότι εισχωρεί και προσαρμόζεται απαρατήρητος στα βάθη της ψυχής και αποχωρεί χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους άλλους. Κυριαρχεί επί των ηδονών και γι’ αυτό είναι ανώτερος, χαρακτηρίζεται από σωφροσύνη, είναι και προικισμένος με δικαιοσύνη και γενναιότητα. Είναι σοφός ποιητής, αφού μεταβάλλει σε ποιητή όποιον κυριεύσει. Και όλη η δημιουργία στη φύση είναι έργο του έρωτος.

Έρχεται λοιπόν και η σειρά του Σωκράτη, ο οποίος εκθειάζει μεν τον ωραίο λόγο του ποιητή Αγάθωνος, προφασιζόμενος ότι δεν θα καταφέρει μετά από τέτοιο λόγο να μιλήσει ο ίδιος αντάξια προς τον έρωτα. Πριν όμως αναπτύξει τις δικές του ιδέες για το ζήτημα, απευθύνει ερωτήσεις προς τον Αγάθωνα σε σχέση με όσα εκείνος εξέθεσε και με τη γνωστή μαιευτική του μέθοδο φέρνει τον ποιητή σε αδιέξοδο! Το ίδιο συνήθιζε να κάνει ο Σωκράτης στις συζητήσεις του με τους σοφιστές και ο Αγάθων ήταν οπαδός των σοφιστών.

Ο Σωκράτης στο διάλογό του με τον Αγάθωνα στο «Συμπόσιο» τον αναγκάζει να συμφωνεί, αφού δεν έχει καμία αντίρρηση στα παρακάτω, τα οποία πολύ συνοπτικά αναφέρω:

Μήπως είναι λογικώς αναγκαίο όποιος έχει δηλαδή την επιθυμία να επιθυμεί ό,τι στερείται να μην το επιθυμεί αν τύχει και δεν το στερείται; Έρωτας της ασχήμιας δεν νοείται, παρά μόνο της ωραιότητας. Επομένως, αφού επιθυμεί και αγαπά την ωραιότητα, αυτό που στερείται, πρέπει να συμπεράνουμε πως δεν έχει ωραιότητα! Αλλά ένα πράγμα που δεν έχει ωραιότητα και κάλλος πώς μπορούμε να το θεωρούμε ωραίο;…

Ο Αγάθων μένει έκπληκτος με την ανατροπή του βασικού στοιχείου της θεωρίας του με τη χρήση λογικών επιχειρημάτων και μάλιστα με δική του παραδοχή μέσω των ερωταποκρίσεων της μαιευτικής μεθόδου του δάσκαλου Σωκράτη!

Ο Σωκράτης στη συνέχεια παρουσιάζει τις απόψεις του εμμέσως, αναδιηγούμενος μια σχετική συζήτησή του με μια σοφή γυναίκα, τη Διοτίμα, η οποία κατ’ αρχάς απορρίπτει την αρχική του ιδέα ότι ο Έρως είναι ωραίος και αγαθός, όπως και ο Αγάθων είχε λίγο πριν αναφέρει. Στην απορία του Σωκράτη «μα, είναι άσχημος και κακός;» θα απαντήσει θέτοντας την έννοια του μεταξύ. Δεν είναι υποχρεωτικό ό,τι δεν είναι ωραίο να είναι άσχημο και κακό, υπάρχει και κάτι μεταξύ αυτών των δύο εννοιών.

Εδώ θα θυμηθούμε αυτό με το οποίο αρχίσαμε. Δεν αναφέρεται από τη Διοτίμα ακριβώς όπως τα γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης η δημιουργία του Έρωτα. «Η Πενία και ο Πλούτος, καλεσμένοι, σ’ ένα γάμο μεθύσανε και ο Πλούτος ξεμονάχιασε την Πενία…» γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης. Ωστόσο η περιγραφή της Διοτίμας θέλει την Πενία (που διαρκώς βρίσκεται σε απορία, δηλαδή σε έλλειψη των αναγκαίων πόρων προς το ζην) να στέκεται στην είσοδο της αίθουσας, στο τέλος του συμποσίου των θεών, στο οποίο συμμετέχει και ο Πόρος (ας τον ονομάσουμε Πλούτο), για να ζητιανέψει από τα αποφάγια τους. Ο Πόρος, ο οποίος μέθυσε από το πολύ νέκταρ (δεν υπήρχε ακόμη ο οίνος σημειώνει ο Πλάτων, αν και περιττή η πληροφορία, αφού οι θεοί νέκταρ έπιναν και όχι κρασί…), βγήκε στον κήπο και ξάπλωσε να κοιμηθεί, η δε Πενία σκέφτηκε πονηρά να αποκτήσει παιδί με τον Πόρο (να ξεπεράσει έτσι τη φτώχεια της θα έλεγα, την απορία της…) και ξάπλωσε μαζί του. Έτσι γεννήθηκε ο Έρως, τη μέρα των γενεθλίων της Αφροδίτης, γι’ αυτό και οι θεοί τον όρισαν ως συνοδό και υπηρέτη της. Αυτός λοιπόν από τη φύση του αγαπά το ωραίο και η Αφροδίτη είναι ωραία.

Ως προς τη φύση του ο Έρως είναι αιωνίως πτωχός (πένης, άπορος), τραχύς, απεριποίητος και ανυπόδητος και καθόλου ωραίος. Η περιγραφή του Πλάτωνα εδώ ταιριάζει με όσα γνωρίζουμε για την εμφάνιση του Σωκράτη, ο οποίος ας προσέξουμε και το εξής, δήλωνε πως ήταν διαρκώς σε κατάσταση απορίας αναζητώντας την αλήθεια!... Από τη φύση του πατέρα του είναι γενναίος και ριψοκίνδυνος, του αρέσουν τα ωραία και εκλεκτά, είναι τρομερός γητευτής με ωραία λόγια, επινοητικός, φοβερός κυνηγός (ας παραβάλουμε και την παράστασή του στην τέχνη με τόξο και βέλη). Έχοντας λοιπόν χαρακτηριστικά από τους δύο γονείς του, ό,τι κρατά από αυτά που αποκτά, όσα δηλαδή επιθυμεί και κυνηγά, του διαφεύγουν από τα δάχτυλα. Αποδίδεται με την εικόνα αυτή η περίπτωση του ερωτευμένου, που όσο χαίρεται την παρουσία του αγαπημένου προσώπου, τόσο περισσότερο διψά γι’ αυτή και ακόμα το αίσθημα του πόθου, αλλά και του πόνου που μπορεί να προκαλέσει ο έρωτας! Έτσι ούτε άπορος εντελώς ούτε πλούσιος είναι ο Έρως, βρίσκεται στο μεταξύ των δύο καταστάσεων.

Θα μου επιτρέψετε εδώ μια όμορφη παρένθεση, με ένα σχετικό ποιητικό κείμενο του Μενέλαου Λουντέμη:

Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα

 

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα γραμμόφωνο.

Ένα ολομόναχο γραμμόφωνο.

Μα μπορεί και να μην ήτανε γραμμόφωνο και να ’ταν μόνο ένα τραγούδι, που ζητούσε ένα γραμμόφωνο, για να πει τον καημό του.

Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας Έρωτας.

Ένας ολομόναχος Έρωτας που γύριζε με μια πλάκα στη μασχάλη, για να βρει ένα γραμμόφωνο για να πει τον καημό του.

«Έρωτα, μη σε πλάνεψαν άλλων ματιών μεθύσια και μέσ’ στα κυπαρίσσια περνάς με μι’ άλλη νιά;

Έρωτ’ αδικοθάνατε, Έρωτα χρυσομάλλη, αν σ’ είδαν με μιάν άλλη, ήταν η Λησμονιά.»

Μια φορά κι ένα καιρό, δεν ήταν ένας έρωτας, δεν ήταν ένας πόνος.

Ήταν μισός έρωτας-μισός πόνος-και μια μισή πλάκα, που ’λεγε το μισό της σκοπό:

«Έρωτα, μη σε… Έρωτα, μη σε… έρωτα μισέ… έρωτα μισέ…»

Θε μου!

Μα, δε βρίσκεται ένα χέρι!

Ένα πονετικό χέρι, για ν’ ανασηκώσει τη βελόνα και ν’ ακουστεί ξανά, ολόκληρος ο Έρωτας, ολόκληρο το τραγούδι: «Έρωτα μη σε σκότωσαν τα μαγεμένα βέλη; Έρωτα Μακιαβέλλι.

Τα μάτια που σε λάβωσαν, με δάκρυα πικραμένα, καρφιά ’ταν πυρωμένα και μπήχτηκαν βαθιά».

 

Ακριβώς τη διπλή λειτουργία του έρωτα σχολιάζει εδώ ο Λουντέμης, να δημιουργεί πόθο και πόνο στον ερωτευμένο!


                Ο Έρως λοιπόν είναι δαίμων και φιλόσοφος, αφού θεός δεν είναι (οι θεοί δεν ενδιαφέρονται να φιλοσοφούν ούτε επιθυμούν να γίνουν φιλόσοφοι, αφού είναι ήδη σοφοί), λέει η Διοτίμα, ούτε μωρός, ανόητος άνθρωπος είναι (οι μωροί δεν νοιάζονται να φιλοσοφούν, αφού είναι ικανοποιημένοι από τον εαυτό τους), και οι δαίμονες υπάρχουν μεταξύ θεών και ανθρώπων.

Στο σημείο αυτό θυμάμαι το στίχο του Ευριπίδη :

«τι θες  μ θες  τ μέσον;» (Ελένη, στ. 1137)

Και σε παραλλαγή:

«τ’ είναι θεός; τί μη θεός; και τί τ’ ανάμεσό τους;» (Γ. Σεφέρης, Ελένη)


Ο Έρως είναι πάντα σε μια κατάσταση έλλειψης και διαρκούς αναζήτησης αυτού που του λείπει.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι νεότεροι διανοητές χρησιμοποίησαν τον όρο «ουράνιος έρως» για να χαρακτηρίσουν τον απαλλαγμένο από κάθε σωματικότητα αισθηματικό έρωτα, αυτό που τελικά ονομάστηκε «πλατωνικός έρως», αλλοιώνοντας την πλατωνική ιδέα για τη φύση του έρωτα και δημιουργώντας ασέβεια προς τον μεγάλο φιλόσοφο, αφού, σύμφωνα με την Διοτίμα, η διαδικασία αναζήτησης ξεκινά από την έλξη για ένα όμορφο σώμα, αλλά σταδιακά εξελίσσεται στην εκτίμηση της ομορφιάς των ψυχών, των θεσμών, των επιστημών, μέχρι να φτάσει στην ύψιστη θέαση του Απόλυτου Ωραίου (της Ιδέας του Κάλλους).

Όλα τα άλλα έμβια όντα μέσω της αναπαραγωγής, που έρχεται ως αποτέλεσμα της ερωτικής έλξης, μετέχουν στην επίτευξη της αθανασίας. Στόχο του έρωτα αποτελεί ο πόθος της αθανασίας, με το νόημα ότι με τη δημιουργία παρόμοιων οργανισμών η θνητή φύση των όντων διαιωνίζεται, γίνεται, κατά κάποιο τρόπο αιώνια και αθάνατη!

Σκοπός του έρωτα για τον άνθρωπο όμως είναι ο «τόκος εν τω καλώ» (η γέννηση μέσα στην ομορφιά). Η καλλονή διευκολύνει στην τεκνογονία, αλλά και στην πνευματική δημιουργία. Ενώ ο σωματικός έρωτας οδηγεί στην τεκνοποίηση, ο πνευματικός έρωτας γεννά αρετή, σοφία και έργα τέχνης που προσφέρουν μια μορφή αθανασίας στη ζωική θνητή φύση μας, έτσι προσφέρει ευδαιμονία στον ερωτευμένο. Ως δαίμων λοιπόν ο Έρως τείνει προς την κατάσταση της ευδαιμονίας, άρα προς το θείον, οδηγεί επομένως, ως ενδιάμεσος, τον άνθρωπο προς τη θεϊκή φύση. Νόημα και σκοπός του έρωτα για τον άνθρωπο δηλαδή δεν είναι το γενετικό ένστικτο, η ηδονή και η αναπαραγωγή, που παρατηρείται σε όλα τα έμβια όντα στη φύση, αλλά πρόκειται για τον πόθο της αθανασίας δια της συνεργασίας της θνητής-ατομικής ύπαρξης στο έργο της δημιουργίας.

Θεωρούμε ότι ο άνθρωπος μένει ο ίδιος κατά τη διάρκεια της ζωής του, παρά τις σωματικές αλλαγές στα επί μέρους στοιχεία του από την παιδική ηλικία μέχρι τη γεροντική, ακόμα και τις αλλαγές στα πνευματικά και ψυχικά στοιχεία του κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όσοι ενδιαφέρονται μόνο για τον σωματικό έρωτα, στρέφονται προς το άλλο φύλο και «εγκυμονούν κατά το σώμα», εννοούν την αθανασία, υστεροφημία και ευδαιμονία με την απόκτηση τέκνων. Άλλοι όμως αισθάνονται την ανάγκη επιβίωσης και της πνευματικής προσωπικότητας, αυτός είναι ο έρως μεταξύ φθοράς και αιωνιότητας (ο δαίμων μεταξύ ανθρώπων και θεών). Έτσι δημιουργούνται τα έργα ποιητών, καλλιτεχνών, μεγάλων νομοθετών, φιλοσόφων, γενικώς δημιουργών. Ο έρως προσδιορίζεται ως μεταξύ στη σχέση του εγώ προς το άλλο εγώ, γίνεται η βάση της κοινωνίας, ο έρως γίνεται παιδαγωγία. Μεταξύ των δημιουργών υψηλότερα τοποθετούνται οι φιλόσοφοι και έχουμε εδώ μια αντιστοιχία προς το σπήλαιο του Πλάτωνος στην «Πολιτεία», μια πτήση της ψυχής στον υπερουράνιο τόπο.

Λέει η Διοτίμα για τον ερωτευμένο: «…ενθουσιάζεται με τα ωραία σώματα περισσότερο παρά με τα άσχημα… και αν τύχει να εύρει μέσα ψυχή ωραία και αρχοντική και καλοκαμωμένη, ενθουσιάζεται τότε ζωηρά με τον συνδυασμό των δύο. Ενώπιον προσώπου παρομοίου πλούσιος αμέσως είναι εις λόγους περί αρετής και περί του ιδεώδους και των καθηκόντων ενός ανώτερου ανθρώπου και δοκιμάζει να το εξυψώσει…» Η άποψη αυτή περί έρωτος είναι αξιοπρόσεκτη. Ενδεχόμενο είναι σε ένα ωραίο σώμα να συναντήσει κανείς μια ωραία ψυχή, αλλά ότι και μέσα σε ένα όχι ωραίο, αλλά άσχημο σώμα, είναι δυνατό να ευρεθεί μια ωραία ψυχή, αυτό δεν το αναφέρει σαφώς ο Πλάτων, ίσως γιατί η έννοια της ωραιότητος για την εποχή εκείνη διέφερε από την σημερινή.

Αναγνωρίζονται εδώ διαδοχικά στάδια, αναβαθμοί του έρωτος:

Ως πρώτο στάδιο, πρώτος αναβαθμός, θεωρείται η προσήλωση σε ένα ωραίο πρόσωπο (με την έννοια του ατόμου) και η δημιουργία ωραίων σκέψεων, ψυχική τεκνογονία εκ του έρωτος προς αυτό το πρόσωπο.

Σε δεύτερο αναβαθμό ο άνθρωπος αναγνωρίζει την ωραιότητα που ενυπάρχει σε όλα τα ωραία πρόσωπα και δημιουργείται μέσα του έρως προς όλα τα ωραία άτομα. Θα μάθει σιγά σιγά να θεωρεί το κάλλος της ψυχής άξιο μεγαλύτερης τιμής από το σωματικό κάλλος. Έτσι θα θεωρεί αρκετό, αν κάποιο άτομο διαθέτει έστω μέτρια σωματικά θέλγητρα, να του χαρίζει τον έρωτα και τη φροντίδα του προς αυτό.

Επόμενος, τρίτος αναβαθμός, η αναγνώριση του κάλλους στις πράξεις ωραίων προσώπων και στους θεσμούς, στις επιστήμες, στις ηθικές αρχές, στις οποίες στηρίζονται οι νόμοι και τα έθιμα, η ωραιότητα δηλαδή σε μεγαλύτερο πλάτος εκδηλώσεων και στη βαθύτερη ενότητά της.

Όσο ανεβαίνει κανείς, τόσο περισσότερο ανοίγει η ακτίνα του ορίζοντα που ανοίγεται μπροστά του, όπως όταν ανεβαίνεις σε ένα βουνό και, όταν ανεβείς στην κορυφή, θα εμφανιστεί μπροστά σου το πλατύ πέλαγος του αγαθού, είναι ο τέταρτος αναβαθμός. Ο νους θεωρών τον χωρίς σύνορα κόσμο της σκέψης, αισθάνεται την απέραντη αγάπη της σοφίας, τη γονιμότητά του και μέσα στην πνευματική του ωρίμανση σβήνει κάθε ταπεινή εξατομίκευση.

Και σε ένα τελευταίο στάδιο, πέμπτο αναβαθμό, η ψυχή αντικρύζει σε μια ξαφνική έκλαμψη το ωραίο, το απόλυτο, την ιδέα του ωραίου. Η γνώση εδώ είναι εποπτική, αγγίζει την ουσία των πραγμάτων, η ψυχή άγεται προς το απόλυτο είναι και βεβαίως είναι καρπός λογικής προπαιδείας του ατόμου.

Ανακεφαλαιώνοντας η Διοτίμα τη σειρά των αναβαθμών ορίζει την πορεία από το ένα ωραίο σώμα προς τα δύο και προς όλα τα ωραία σώματα και από τα σώματα τα ωραία προς τις ωραίες πράξεις και από εκεί προς τις μαθήσεις τις ωραίες και τελικώς στη μάθηση του απόλυτου κάλλους, που βλέπει ο άνθρωπος με τα μάτια της ψυχής. Αυτή θεωρείται η ανώτατη κατάσταση του έρωτος για το ωραίο, απαλλαγμένη από την ιδέα της σάρκας.

Μέσω των απόψεων της Διοτίμας, που εκφράζονται με κατηγορηματικό τρόπο, όπως συνήθιζαν οι σοφιστές, ως ομιλία μάλλον και όχι με διαλογική μορφή, που ο ίδιος ο Σωκράτης συνήθιζε στο πλαίσιο της μαιευτικής μεθόδου του, ο Πλάτων εκθέτει τις προσωπικές του φιλοσοφικές ιδέες για το ζήτημα. Τότε τι σημαίνουν οι προηγηθέντες λόγοι για τις προσωπικές αντιλήψεις του; Πολλοί θεωρούν πως απλώς χρειάζονται να τονίσουν την ορθή διδασκαλία της Διοτίμας. Ίσως θέλησε να παρουσιάσει τους εκπροσώπους των διαφόρων πνευματικών ρευμάτων της εποχής του, της μυθικής παράδοσης (μέσω του Φαίδρου), της επιστήμης (μέσω του Ερυξίμαχου), της λογοτεχνίας (μέσω του Αριστοφάνη), της σοφιστικής (μέσω του Αγάθωνος) και να προπαρασκευάσει, με κάποιες προηγούμενες βαθμίδες, αλλά και να τονίσει θετικά τον σωκρατικό λόγο, ο οποίος έχει κυρίαρχη θέση στο Συμπόσιο.

Τελειώνοντας την αφήγηση της Διοτίμας ο Σωκράτης λέει: «Αυτά λοιπόν, Φαίδρε και σεις οι άλλοι, έλεγε η Διοτίμα, και αυτά πιστεύω κι εγώ… Αυτός ο λόγος, Φαίδρε, παραδέξου, αν θέλεις, ότι ελέχθη ως εγκώμιο εις τον Έρωτα…»

Και, ενώ φαίνεται να είχαν λήξει οι συζητήσεις για το θέμα του έρωτος, κατέφθασε μεθυσμένος, κατά τη συνήθειά του, από άλλο συμπόσιο, θορυβώδης, υποβασταζόμενος από μια αυλητρίδα και παρέα με δούλους του ο Αλκιβιάδης, απαιτώντας να τον οδηγήσουν στον Αγάθωνα. Σκόπευε να τον στεφανώσει με ταινίες, ως επιβράβευση για τη νίκη του στους δραματικούς αγώνες, αλλά μέσα στη σύγχυσή του, μεθυσμένος όπως ήταν, τις ταινίες έβαλε στο στεφάνι που είχε στο δικό του κεφάλι! Τοποθετεί κάποιες από τις ταινίες στο κεφάλι του Αγάθωνα, πειράζει τον Σωκράτη, ότι δήθεν …του είχε στήσει καρτέρι και μάλιστα τολμά να κάθεται δίπλα στον πιο ωραίο, υπαινισσόμενος τον εαυτό του, παίρνει κάποιες ταινίες από το κεφάλι του Αγάθωνα και στεφανώνει και τον Σωκράτη. Στη συνέχεια αυτοπροτείνεται ως συμποσίαρχος και προτρέπει να φέρουν κρασί να πιούν με τον κάδο, αντί με ποτήρια, γιατί διαπιστώνει πως όλοι δεν έχουν πιει πολύ, όπως ο ίδιος!

Ο Ερυξίμαχος, εγκρατής, θα του ζητήσει να μιλήσει κι εκείνος για τον Έρωτα, αφού κατεβάσει το κρασί με τον κάδο, ελπίζοντας πως στο μεταξύ θα ξεχαστεί η προτροπή να πιούν και οι υπόλοιποι έτσι.

Ένα παιγνίδι λόγων εξελίσσεται μεταξύ Σωκράτη και Αλκιβιάδη, μεταξύ ερώντος και ερωμένου, καθένας χαρακτηρίζει τον άλλο ως ζηλότυπο. Αν, λοιπόν, επιχειρηματολογεί ο Αλκιβιάδης, εγκωμιάσει άλλον, θα ζηλέψει ο Σωκράτης. Του προτείνεται να εγκωμιάσει τον ίδιο τον Σωκράτη κι εκείνος δέχεται, αλλά δηλώνει πως έτσι θα τον …τιμωρήσει! Ο δε Σωκράτης φοβάται πως θέλει να τον γελοιοποιήσει!...

Στο λόγο του λοιπόν ο Αλκιβιάδης πράγματι αναφέρεται στην εξωτερική εμφάνιση του δάσκαλου Σωκράτη, που ως γνωστό ήταν άσχημος, και τον παρομοιάζει με τους σκαλιστούς Σιληνούς στο κλείσιμο κιβωτίων, όπου οι γλύπτες τοποθετούσαν αγάλματα και με τον Σάτυρο Μαρσύα. Αλλά και ως χαρακτήρα τον ονομάζει αλαζονικό και σκώπτη, όπως οι Σάτυροι, εννοώντας ότι κάνει κατάχρηση της υπεροχής του, περιφρονεί τις αδυναμίες των άλλων και με τη χρήση της ειρωνείας του εκδηλώνει υπεροψία. Η προσποίηση της άγνοιας δηλαδή, που ανάγκαζε τον άλλον να αναλάβει τον ρόλο του «δασκάλου», για να τον αποδομήσει στη συνέχεια, θεωρήθηκε εμπαιγμός και περιφρόνηση προς τους άλλους και βεβαίως ήταν ένα στοιχείο που συνετέλεσε στην καταδίκη του Σωκράτη.

Όπως ο Μαρσύας σαγήνευε με τη μουσική του αυλού του, ο Σωκράτης μάγευε όποιον τον άκουγε να μιλά. Χαρακτηριστικά, λέει ο Αλκιβιάδης, όταν τον ακούει, χοροπηδά η καρδιά του και δάκρυα τού έρχονται στα μάτια! Παρόμοια συγκίνηση παρατηρεί και σε άλλους.

Εξωτερικά λοιπόν ο Σωκράτης έχει ένα περίβλημα σαν τους σκαλιστούς Σιληνούς, τρέφει αισθήματα έρωτος προς τους ωραίους νέους, τα χάνει μπροστά τους, όταν όμως ανοιχθεί, είναι γεμάτος πλούτο σωφροσύνης, φανερώνει όλες τις αρετές, όπως τα όμορφα αγάλματα που περιέχει το κουτί με τον σκαλιστό Σιληνό. Αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισε να χαρίσει την εύνοιά του και την ομορφιά του στο Σωκράτη και να μάθει τόσα ωραία κοντά του. Αναφέρει πόσες φορές τον πολιόρκησε με τα θέλγητρά του και τον απομόνωσε, μάλιστα μια φορά κοιμήθηκε δίπλα του αγκαλιάζοντάς τον, αλλά ο δάσκαλος αδιαφόρησε και ο Αλκιβιάδης, αν και θεώρησε πως έτσι εξευτελίσθηκε, τον θαύμασε για την αυτοκυριαρχία και την προσωπικότητά του! Απαριθμεί αρετές του Σωκράτη που διαπίστωσε κάνοντας παρέα μαζί του, όπως την αντοχή στις κακουχίες, κυριαρχία επί των ηδονών, ακατάβλητος στην οινοποσία και ποτέ μεθυσμένος! Μάλιστα στη μάχη της Ποτιδαίας επέδειξε την ανδρεία του διακινδυνεύοντας ο ίδιος, για να σώσει τον Αλκιβιάδη με τα όπλα του.

Ο Σωκράτης λοιπόν εξαπατά τους ωραίους νέους, όπως τον Αλκιβιάδη, ότι είναι εραστής τους, ότι δηλαδή ο ίδιος θέλγεται από αυτούς, ενώ αντίστροφα καταφέρνει με όλα τα προσόντα και τις αρετές του να γίνεται ο ίδιος ερώμενος αυτών αντί εραστής.

                Κάποια στιγμή εισβάλλουν στο χώρο του συμποσίου εύθυμες παρέες μεθυσμένων, η οινοποσία συνεχίζεται, κατά τα χαράματα τελευταίοι αποκοιμούνται ο Αριστοφάνης και ο Αγάθων, ενώ ο Σωκράτης, που μέχρι τέλους συζητούσε μαζί τους, έφυγε για τις καθημερινές δραστηριότητές του αντέχοντας ξάγρυπνος μέχρι το επόμενο βράδυ!

 

                Το «Συμπόσιον ή περί έρωτος» του Πλάτωνα είναι από τα πιο απολαυστικά φιλοσοφικά βιβλία. Είναι ταυτοχρόνως ένα όμορφο λογοτέχνημα, εξαιρετικής ομορφιάς αρχαίο κείμενο, από τα πιο όμορφα που έχουν γραφτεί για το θέμα του Έρωτα. Μια σύγχρονη μετάφραση έκανε η Σεσίλ Ιγγλέση-Μαργέλλου, κείμενο που χρησιμοποίησε στη θεατρική παράσταση που ανέβασε η Άννα Κοκκίνου στο Θέατρο Σφενδόνη το 2025 μέχρι αρχές τρέχοντος έτους, το οποίο δεν εντόπισα ως βιβλίο αναζητώντας το. Προσωπικά χρησιμοποιώ, από τα φοιτητικά μου χρόνια το κλασικό πλέον βιβλίο της Ακαδημίας Αθηνών με το αρχαίο κείμενο και μετάφραση του Ιωάννη Συκουτρή (Εστία,1934) με μια εξαιρετική εισαγωγή και ανάλυση-σχολιασμό 255 σελίδων!

 

Σας ευχαριστώ!

https://users.sch.gr/pchaloul/symposium-kostis-palamas-1.jpg

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου