BIBΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ Της κ. Μαίρης Σιδηρά Φιλολόγου



BIBΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ
Γαλάτειας Ι. Βέρρα: "ΧΡΩΜΑΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑΣ" Ποίηση.
Εκδόσεις: Γαβριηλίδης 2012
 (Εισήγηση-αναφορά στο έργο στον κύκλο των Φιλολογικών Βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών στη Δημοτική  Βιβλιοθήκη Πατρών τη Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013)
                                                                              Της κ. Μαίρης Σιδηρά Φιλολόγου



Στην Ποιητική του χώρου, ο Gaston Bachelard, μελετώντας εκδηλώσεις και οδούς της φαντασίας, υποστηρίζει πως «κάθε καινούρια εικόνα συνδέεται με αρχέτυπο που κοιμάται στο βάθος του ασυνειδήτου».[1] Παρουσιάζει, μάλιστα, τα τέσσερα κοσμογονικά στοιχεία -αέρας, γη, νερό, φωτιά- ως αναφλεκτήρες της αρχετυπικής ύλης που εκλύεται από τα βάθη της ύπαρξης.
            Στην περίπτωση, βέβαια, της Γαλάτειας Βέρρα και της δεύτερης ποιητικής παρουσίας της με τα Χρώματα Αλήθειας, η αναγνωρίσιμη ένταξη στις σελίδες της των δύο εκ των τεσσάρων συνθετικών στοιχείων του κόσμου τούτου, ήτοι του αέρα, της γης και των συνωνύμων τους, δεν προκαλεί αποκλειστικά διέγερση της ασυνείδητης ρίζας, αλλά συνάμα προσδιορίζει έναν κάθετο άξονα, αυστηρά διαιρεμένο σε ουρανό και γη, που δομεί με την ίδια απόλυτη γεωμετρία το ποιητικό σώμα και που μεταφέρει στο προσκήνιο, με όρους αρχετυπικούς, το θεολογικό σκεπτικό, που κατεξοχήν χαρακτηρίζει την ποιήτρια. Αέρας, ουρανός, θεός, αιωνιότητα, αρμονία, οι «γαλάζιοι ορίζοντες»,[2] όπως η ίδια με υψηλό λυρικό αίσθημα αποκαλεί, στον έναν υπαρξιακό, θεολογικό και ποιητικό της πόλο, χους, πέτρα και τα συγγενή σημασιολογικά, για τις «πέτρινες συνειδήσεις»[3], την «πέτρινη τροφή»[4] ή τα «πήλινα σκιρτήματα» του ομώνυμου σχεδιάσματος[5] στον απευκταίο άλλο.
            Η συλλογή εκκινεί με μία αισιόδοξη μεταφορά, κλασική στην καταγωγή της, μα επιφορτισμένη, πλέον, με νέες σημάνσεις. Γνωρίζουμε τον Ήλιο, είτε ως αρχαίο θεό είτε ως φυσικό σώμα, αδιαλείπτως εργαζόμενο, χορηγό της ζωής και προσφιλές, άρα, ποιητικό αντικείμενο για κάθε αισιόδοξη μεταφορά. Στο «Προφάσεις εν αμαρτίαις», όμως, το «μυστικό δείπνο», που παρέχει «στον μαρασμό της οικουμένης» προικοδοτεί με χριστιανική προοπτική την ευεργεσία του και μας προσανατολίζει διαφορετικά για την ταυτότητά του.[6]
            Στο «Δίψα για ζωή», πρωτοσυναντούμε την απορηματική διατύπωση ως ποσοστιαία και ποιοτική πύκνωση της ποιητικής αγωνίας. Η μικρή φόρμα και η ανενδοίαστη χρήση τολμηρών μεταφορών μας προϊδεάζουν για τον ακριβολόγο και εξονυχιστικά δουλεμένο λεκτικό της ιστό: Πόσοι άνθρωποι αλήθεια δίψασαν για ζωή;/ Πόσοι έκρυψαν στα έγκατά τους/ το σπέρμα της; […][7] Στο «Δυσοίωνο μέλλον», η ίδια ερωτηματική αντωνυμία συμβάλλει σε μία μουσική επίταση που σφυγμομετρεί αδιέξοδες ηθικές στάσεις: […] Πόσο ακόμη θα αναπαριστά/ το παράλογο καυχώμενος;/ Πόσο ακόμη θα εκκολάπτει/ κακόγουστα αστεία επιλογών;[8] Το ίδιο ερωτηματικό εύρημα στη «Στιγμιαία αφορμή» λειτουργεί σα διακριτικός καταμετρητής του πόνου. Το ποίημα κλείνει αιφνιδιαστικά, καβαφικώ τω τρόπω, αποθέτοντας ένα καθοριστικό συμπλήρωμα στο ποιητικό πορτρέτο: Στο τελευταίο ακόρντο λύγισε./ Ήταν ο ήχος που ξεπροβόδισε τον τραγικό του βίο./ Ήταν οι οδύνες αβάσταχτες./ Πόσο εκτεθειμένη φάνηκε η ψυχή./ Πόσο αδύναμη στην πιο δυνατή της στιγμή./ Το δάκρυ που χρόνια συγκρατούσε η αξιοπρέπεια/ κύλησε ελεύθερα./ Τρόμαξε με την κλιμάκωση των αισθημάτων. Τέτοιες εντάσεις του ήταν πρωτόγνωρες.[9]
            Στον «Άνισο βηματισμό», το α΄ πληθυντικό πρόσωπο έρχεται ενισχυτικά στην αποδοχή του σκληρού μας κλήρου. Η ποιητική θέση «θέασης» των ανθρωπίνων διαθέτει προφητικό βάθος, αποκαλυψιακό χαρακτήρα και αντανακλά τον ρομαντικό ποιητή αλλά και τον Ελύτη του Άξιον Εστί, τον παντογνώστη της φυλής των Ελλήνων. Το ποίημα περατώνεται με την εναγώνια εμπύρετη επίκληση «Χριστέ μου, πόσο ακόμα;», που διασώζει ωστόσο άφθαρτη τη λυτρωτική προσδοκία: […] Επάνω μας φέρουμε τα καρφιά των αόρατων βασανιστών. Σέρνουμε υπομονετικά την αλυσίδα του κατατρεγμένου βίου. Δεχόμαστε τις μαστιγώσεις των δύστροπων καιρών. Καταπίνουμε αγόγγυστα πέτρινη τροφή. Στο σώμα μας κρύψαμε την πιο στερνή αλήθεια. Γεννήσαμε παιδιά των συμφορών. Χριστέ μου, πόσο ακόμα;[10] Στο ποίημα «Ως πότε» που ακολουθεί, οι «αόρατοι βασανιστές» αποκαλύπτονται εκ των έργων τους. Η Βέρρα ξεσηκώνει από την παρακαταθήκη της ελληνικής αρχαία μελωδία, προσφεύγοντας, συνειδητά πιστεύουμε, στην ελαστική και υποβλητική φόρμα των τροπαρίων της Παλαιάς Διαθήκης. Ακόμη και ο γραμματικός και λεκτικός τύπος παρουσιάζει σποραδικά έκδηλες ομοιότητες με το προγονικό κείμενο και, σίγουρα, αποδεικνύεται ενδεδειγμένος για το πορτρέτο των «βασανιστών της διπλανής πόρτας»: Οι εξουσιαστές του κόσμου λίγοι, βλοσυροί, μισητοί. Στράγγιξαν τον τίμιο μόχθο. Κλότσησαν περιφρονητικά τους πένητες. Γέμισαν ψεύδη την ανθρωπότητα. Χόρτασαν την άπληστη σάρκα. Επαχύνθη ο νους. Εσκληρύνθη η καρδιά τους. Τα μάτια τους μεστά δόλου, πονηρίας. Στα χέρια τους ο πλούτος, οι ηδονές. Γεννήματα αδικίας, πλεονεξίας, φόνου.
            Κύριε των δυνάμεων, έως πότε θα άρχουν; Έως πότε θα υψώνουν αλαζονικά την κεφαλή; Κάνε χρήση της ισχύος σου. Μην αναβάλλεις άλλο.[11]
            Αναμφίβολα, η Βέρρα προστρέχει στα παλιά και τα παλιότερα χαρτιά της ποιητικής τέχνης∙ τα ανακατεύει και αυτά, για άλλη μία φορά, εμφανίζονται άπειρα. Ο επόμενος ποιητικός μας σταθμός στη χώρα των Χρωμάτων αλήθειας είναι «Το γιατί», το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί και ως πνευματικό credo. Είναι πράγματι σπάνια για τα πράγματα της ποιήσεως η παρουσία χριστιανικής ρητορικής σε πεζές ενότητες, έντονου εσωτερικού ρυθμού, αρθρωμένου με λόγο μικροπερίοδο, που ηχεί σαν καρδιακός παλμός.  Το απρόοπτο ή, αν θέλετε, ένα κάποιο μπρεχτικό ξένισμα, παράγεται από την απλότητα της ποιητικής κατάθεσης, τόσο καθαρμένης από κάθε απόπειρα ποίκιλσης που σχεδόν διαφαίνεται επαναστατικός ή, τουλάχιστον, αντιδραστικός προς μια παράδοση δυσπιστίας απέναντι στη νοηματική αμεσότητα. Αποσπασματικά, σας διαβάζω την αρχή και το τέλος του ποιήματος, για να εστιάσετε, μεταξύ άλλων, και στο σχήμα κύκλου που συνθέτει η αποφατική εκφορά του λόγου, γνώριμη, άλλωστε, στο ορθόδοξο λεκτικό, εφόσον ο Θεός, κατά τους μυστικούς θεολόγους, μόνον αρνητικά μπορεί να συλληφθεί: Το γιατί δεν υπάρχει. Έσβησε από το λεξικό των συνετών. Η νομοτέλεια δεν θα διασαλευθεί ούτε στο ελάχιστο. Η πρόνοια θα κλείσει οριστικά κάθε ερωτηματικό. […]
            Οι πλάτες της αρετής δεν θα καμφθούν. Τα γόνατα της τιμής δεν θα λυγίσουν. Οι γενναίες ψυχές δεν θα γνωρίσουν θάνατο. Τα μάτια της αλήθειας δεν θα αντικρίσουν το σκοτάδι.[12]
            Στη συλλογή μας, παρατηρείται συστηματικά η τμήση της πεζολογικής ενότητας σε δύο, τουλάχιστον, νοηματικά πεδία, που συνιστούν μεμονωμένες παραγράφους. Στο πρώτο, συνήθως κατατίθεται με φιλέρευνη και περιγραφική διάθεση μία υπαρξιακή ή ηθική προβληματική. Το δεύτερο, συνήθως ευκτικό ή ικετευτικό, προϋποθέτει ή αναφέρεται στον Κύριο. Η επανάληψή τους στερεώνει μέσα μας την εικόνα ορισμένου σταθερού σκηνικού. Στην πρώτη πράξη, το ποιητικό υποκείμενο καταγράφει τα ηθικά πάθη, τα οποία αισθητοποιεί, σαν όντα θεατρικά. Στη δεύτερη, πρόδηλα μικρότερη, προσπίπτει στον Ύψιστο, εν είδει προσευχής, ή εξακοντίζει απροσδόκητα μία αλήθεια, προς τον υπονοούμενο αναγνώστη, πράξη σε κάθε περίπτωση θεατρική. Ούτως ή άλλως, το ποίημα «Μετά την παράσταση» και εκ του τίτλου διαφαίνεται πως κάνει χρήση της θεατρικής πρακτικής. Στο ίδιο ποίημα αναγνωρίζουμε κάτι από το ίχνος του Βρεττάκου στη γλυκιά και ανακαινιστική δύναμη της αγάπης: […] Τώρα η αγάπη θα αποτελεί το εισιτήριο για την προβολή των συμβαινόντων. […][13]
            Στο «Κοιμητήριο του χρόνου», η πρόταξη των αρχικών ρημάτων εντείνει τη διάρκεια με τρόπο κινηματογραφικό. Η ποιήτρια μεταστρέφει την άλεκτη και αναίσθητη σιωπή που επεξεργάζεται θεματικά σε σώμα γραφής στέρεο και κομψό: Κράτησε καιρούς η σιωπή αυτή. Περπάτησε αθόρυβα. Δίχως κραδασμούς. Δίχως αγκομαχητά. Λέξεις δεν βρέθηκαν στο σάκο της απολογίας. Ακόμη και οι συγκινήσεις ενταφιάστηκαν στο κοιμητήριο του χρόνου. Δεν αντέχω πια τα αναγκαία μνημόσυνα. […][14]
            Το επόμενο ποίημα, υπό τον τίτλο «Διαμαρτυρία», δύναται να εκληφθεί ως μανιφέστο ή ως σάλπισμα. Είναι η ποίηση που θα χρεωθεί δια των εκπροσώπων της το καθήκον μιας διαρκούς πολεμικής. Το σύμφωνο «π» ποικιλοτρόπως παρηχείται, συναιρώντας τους ποιητές με το χρέος τους, τον ακατάπαυστο, δηλαδή, πόλεμο προς τον εχθρό. Για άλλη μια φορά, λοιπόν, το περίφημο ποιητικό χρέος εξαπολύεται ως ηθικό πρόσταγμα και αυτοαναφορικό μοτίβο της τέχνης. Διακείμενα του Σικελιανού και του Ελύτη αναβοσβήνουν απορροφημένα από τον κυρίαρχο, εμβατηριακό σχεδόν, ρυθμό: Λέξεις πολλές./ Ακατάστατες./ Άτακτα βαλμένες στα σκοτεινά υπόγεια του νου./ Πήραν διαστάσεις απειλής./ Καταφάσκουν βιαιότητα. Ποιητές όλων των αιώνων ενωθείτε./ Πολεμήστε τον αόρατο εχθρό./ Πλήθυναν οι ενάντιοι της ψυχής./ Αρκετά βιώσαμε τον εξαναγκασμό./ Καθεστωτικά σύννεφα/ απλώνονται ασφυκτικά γύρω μας./ Όχι πια. Μόνο δύναμη, τόλμη, αποφασιστικότητα./ Μόνο δάκρυα χαράς, ζωής, ειρήνης.[15]
            Στα «Κεντήματα ζωής», η ποιήτρια μορφοποιεί το μεταφυσικό βίωμα με μία συμπαντική εικόνα, υπερρεαλιστικής καταγωγής: […] Θέλω το σώμα μου να αφήσω/ στη θωριά των άστρων./ Να βηματίσει ελεύθερο./ Να κοινωνήσει φως.[16]
            Και από τη «Συνειδητή λησμονιά» θα σας διαβάσω τη δεύτερη και τελική ενότητα, ως χαρακτηριστικό και ώριμο δείγμα ενός κύκλου ποιημάτων της ερωτικής αγάπης: […] Τη συνάντησή μας την ξέχασες. Πέταξες το ρολόι για να μην πονάς. Φόρεσες το ρούχο της άχρωμης ρουτίνας. Κάπνισες τον άνεμο της απόστασης. Διέφυγες.[17]
            Συνοψίζοντας, έως το σημείο αυτό τη γραμμική μας περιδιάβαση στα ποιήματα της Βέρρα, υπογραμμίζουμε την ακριβολόγο και αιχμηρή διατύπωσή της, την κομψά προσαρμοσμένη στα όρια του μικροπερίοδου λόγου και σχεδόν μετρημένη λεκτικά και συλλαβικά, καθώς και τον ανατρεπτικό της επίλογο, κοφτερή, συνήθως, λύση και έξοδος από το ποιητικό ανάπτυγμα.
            Στο ποίημα «Ενοχή», ακολουθείται αντίστροφη από τη συνήθη μορφολογική πορεία. Η μικρή φράση, διαγνωστική, δικανική, ιατρική στη μικροσκοπική της παρατηρητικότητα, ξεσπά σε έναν καταληκτήριο αιφνιδιασμό, γραμματικά πιο αναλυτικό. Σας διαβάζω αποσπασματικά: Γιατί έχασες τα λόγια σου; Η νοητή σου προίκα μάλλον πενιχρή. Το βλέμμα ενοχικό. Τα επιχειρήματα έωλα. […] Τα νεύρα της ψυχής γκρεμισμένες απολήξεις. Ερείπια σωστά. Οι κινήσεις σου βεβιασμένες. Φανερά αμήχανες. Απόλυτα σπασμωδικές. Μόνο ένα θαύμα θα μπορούσε να αναστρέψει τον αφανισμό. Το θαύμα, όμως, όπως και κάθε τι στην ποίηση της Βέρρα που οικοδομεί καλλιτεχνικά το υπέρλογο, στερείται της απιθανότητάς του, γινόμενο ένα από τα άπειρα πρόσωπα του μεγάλου ελέους που συνέχει τον κόσμο.[18]
            Θα παρακολουθήσουμε τώρα τα βασικά γνωρίσματα αυτής της ποιητικής, ενταγμένα σε περιβάλλον οικείο, δικαιωμένα επί γης. Η θεατρικότητα, η λαγαρότητα της σκέψης, η μικρή βαρυσήμαντη φράση, η επιδέξια επανάληψη, ο εσωτερικός ρυθμός, το μελικό κούρδισμα όλου του ποιήματος, η αισθητοποίηση, για άλλη μια φορά, του απόλυτου, όπως διαγράφονται στην «Άχρονη δύναμη των αισθημάτων»: Περίμενες σιωπηλός. Χαμένος στις σκέψεις σου. Άχρονα γοητευτικός. Το περιβάλλον γύρω σου πολιτισμένο. Χώρος κοσμικός, εκλεπτυσμένος. Ρεστοράν πολυτελείας. Εκείνη που προσδοκούσες ήλθε. Τράβηξες απαλά το κάθισμα προς το μέρος της. Ο ήχος του πιάνου, σε έργα του Σοπέν, λειτουργούσε κατευναστικά. Το πρόσωπό σου διαπέρασε μια σκιά καθώς εκείνη έδειξε ανήσυχη. Ήταν η ύπαρξη που αγαπούσες. Ήταν ολάκερος ο κόσμος σου. [….][19]
            Το «Βίωμα» εντάσσει το πρωτοπρόσωπο ποιητικό υποκείμενο στην ανθρώπινη κατάσταση των αδυναμιών και του πόνου. Πολύ ενδιαφέρουσα η λειτουργία της αντίθεσης, μέσω της οποίας αντιδιαστέλλεται ο ολοένα φθίνων πόθος προς την εκρηκτική του επανεμφάνιση. Η κενή τυπογραφικά γραμμή που μεσολαβεί επιτονίζει την απροσδόκητη παραδοχή, η οποία ανατρέπει τη σκληρότητα  μίας πνευματικά προγραμματισμένης ποιητικής φωνής. Για μία, άλλωστε, ψυχαναλυτική ανάγνωση, η εξασθένιση κάποιας ζωτικής λειτουργίας μπορεί να τη διαστρέψει,  τροφοδοτώντας την με ανεξέλεγκτες διαστάσεις.[20]
            «Το ραβδί μου» αντιπροσωπεύει ένα υπέροχο μετωνυμικό παιχνίδι, καθώς μέσω του ψυχολογικού και γερά εξεικονισμένου αυτού ευρήματος, η ποιήτρια αφήνει ορθάνοιχτη κάθε ερμηνευτική δοκιμή· γιατί το υπαρξιακό μας  «ραβδί» μπορεί να είναι ένα από τα ονόματα της ψυχής μας.[21]
            Αλλά και η ικανότητα της Βέρρα να αιχμαλωτίζει εντός των ποιητικών ορίων το αόρατο και το αφηρημένο επενδύει την ποιητική της με έναν αέρα υπαρξιακό. Ούτως ή άλλως, η χριστιανική ρητορική μεταφράζεται σε υπαρξιακό χρέος για τη νεαρή εκπαιδευτικό που συγκινείται αυθεντικά από την έννοια του ψυχοπνευματικού αγώνα αλλά και του πολιτικού καθήκοντος. Σε κάθε περίπτωση, γειτνιάσεις λεκτικών μονάδων του τύπου: «οι νύχτες θα ωριμάζουν» ή «τα πέλματα του ακαταμάχητου βάρυναν» από το «Όταν κυλά η νύχτα»[22], ή ο «γλυκός καφές των φευγαλέων εντυπώσεων» από την «Ισχυρή αναμέτρηση» φανερώνουν μία ποιητική φωνή εύρωστη και απολαυστική.[23]
            Στο «Αίνος διαχρονικός», που ακολουθεί τον κλασσικό μορφότυπο της προσευχής, η μέριμνα της ποιήτριας για την ψυχή συμφύρεται με την έγνοια της για την ποιητική τέχνη, την ανανέωση της οποίας αναθέτει παρακλητικά στον Κύριο του κόσμου. Ποίηση και ψυχή σε μια ενότητα πίστεως και μορφής: Δάσκαλε της οικουμένης,/ με της σοφίας το σκήπτρο./ Εσύ που θα ποιμάνεις τα ανθρώπινα με οικτιρμούς./ Στα σπλάχνα σου βρέθηκε η αγάπη./ Στο αίμα σου η σωτηρία./ Στο βλέμμα σου η λύτρωση./ Έγινες μύρο που θα αναβλύζει δίχως τέλος./ Παραμυθία στους εκλεκτούς./ Ρίζα βλαστάνουσα στα χέρια των προφητών./ Λόγος ζωής για τους αδέκαστους/ Ακοίμητη κανδύλα για τους ελπίζοντες./ Μην πάψεις να ενδιαφέρεσαι για τα ποιήματα./ Μην πάψεις να μεριμνάς, φρουρέ των ψυχών.[24]
            Το μικρό στιχούργημα «Ανεμπόδιστο συμβάν» ανατρέπει με τον τελευταίο στίχο τη λογική ή και μεταφορική έκβαση του αφηγούμενου συμβάντος. Η θραύση του βάζου, προστιθέμενη στα «λείψανα των βιωμάτων» και στην υπάρχουσα ακαταστασία μίας μη αρμονικής ζωής, δεν αποτελεί στοιχείο ανισορροπίας, αστάθειας και μεταβολής, παροδικής έστω, της τάξης των πραγμάτων. «Τα πάντα αμετάβλητα» αποφαίνεται η ποιήτρια, επανεγγράφοντας πικρά τον Ηράκλειτο.[25]
            Στο «Όλα μπορούν να αλλάξουν», η ποιητική τέχνη βρίσκει για άλλη μία φορά λυρικούς και ιδιότυπους ατραπούς για να περιγράψει το απερίγραπτο, ενώ η μεταφορική γλώσσα αποβαίνει απολύτως ικανή να μας οδηγήσει στη μακάρια ή την απ-αίσια χώρα που κάθε φορά υποδηλώνει: Κατοικώ στη χώρα του κάποτε/ με την προσδοκία των γαλάζιων οριζόντων./ Πόσο με λύπησε η αναμονή.// Το καλαμάκι των καιρών/ θα ρουφά πάντοτε τα αβαθή/ υγρά της υποταγής. […][26]
            Με το «Ίον αμυγδάλου», βρισκόμαστε μπροστά σε άλλη μία μετωνυμική χάραξη, βαθιά και απαστράπτουσα χάρη στην παιδικότητα και την υλικότητά της. Δεν μπορούμε να μη διαπιστώσουμε ότι παρά την εξορία που η ποιητική φωνή επιφυλάσσει στις γήινες ηδονές, οι τελευταίες, με αυτό τουλάχιστον το ποίημα, αποκτούν ακλόνητη και διαπεραστική ποιητική θέση: Έψαξα μηχανικά στις τσέπες./ Μια μικρή σοκολάτα αναπαυόταν στο βάθος./ Μια σοκολάτα για να θυμίζει τις γλυκές στιγμές της πρώιμης νιότης./ Γεμάτη αμύγδαλα./ Γεμάτη ιστορία./Με περιτύλιγμα χαμογελαστό./ Πάντα να προσκαλεί./ Πάντα να υπόσχεται./ Μικρή απόδραση στον μεγάλο κόσμο./ Ευχάριστη καταφυγή σε δυσάρεστο περιβάλλον./
            Την έκρυψα γρήγορα στις χούφτες μου, φυλακίζοντας έτσι τη σπάνια αίσθηση του γνήσιου ενθουσιασμού.[27]
            Τελειώνοντας, θα ήθελα να σας εμπιστευτώ πως δύσκολα μπορεί κανείς να σταθεί στοιχειωδώς αποστασιοποιημένα από την ποίηση καλής φίλης, της οποίας το σύνηθες α΄ πρόσωπο σε συνδυασμό με τη θεολογική της σκέψη καθιστά, προς στιγμήν, αμήχανο τον μελετητή. Όχι όμως και τον αναγνώστη. Γι’ αυτόν, η κοινή εμπειρία του Θεού και της γραφής, προσφέρεται μυστικά για ένα ποιητικό ταξίδι αληθινής ζωής.




[1] Ζωή Σαμαρά, Προοπτικές του κειμένου, Θεσσαλονίκη, Κώδικας, 1987, σ. 89.
[2] Από το ποίημα «Όλα μπορούν  να αλλάξουν», σ. 69.
[3] Από το ποίημα «Ξηρασία», σ. 34.
[4] Από το ποίημα «Άνισος βηματισμός», σ. 15.
[5] «Πήλινα σκιρτήματα», σ. 54.
[6] Από το «Προφάσεις εν αμαρτίαις», σ. 9.
[7] Από το «Δίψα για ζωή», σ. 10.
[8] Από το «Δυσοίωνο μέλλον», σ. 22.
[9] «Στιγμιαία αφορμή», σ.12.
[10] Από το «Άνισος βηματισμός», σ. 15.
[11] Από το «Ως πότε», σ. 16.
[12] Από «Το γιατί», σ. 19.
[13] Από το «Μετά την παράσταση», σ. 60.
[14] Από το «Κοιμητήριο του χρόνου», σ. 21.
[15] «Διαμαρτυρία», σ. 23.
[16] Από το «Κεντήματα ζωής», σ. 33.
[17] Από το «Συνειδητή λησμονιά», σ. 36
[18] Από το «Ενοχή», σ. 39.
[19] Από το «Άχρονη δύναμη των αισθημάτων», σ. 40.
[20] Το «Βίωμα», σ. 43.
[21] «Το ραβδί μου», σ. 45.
[22] Από το «Όταν κυλά η νύχτα», σ. 52.
[23] Από το «Ισχυρή αναμέτρηση», σ. 53.
[24] «Αίνος διαχρονικός», σ. 65.
[25] Από το «Ανεμπόδιστο συμβάν», σ. 68.
[26] Από το «Όλα μπορούν ν’ αλλάξουν», σ. 69.
[27] «Ίον αμυγδάλου», σ. 75.

ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ : ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΝΟΗΣΗ;



ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ :  ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΝΟΗΣΗ;
                               Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη Επιτ. Δικηγόρου
                               Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών

                       Η καθιέρωση των  παρελάσεων είναι ένας θεσμός που   παίρνει επίσημο και υποχρεωτικό  χαρακτήρα το 1936. Κάποιες πρώτες παρελάσεις φοιτητών εντοπίζουμε στην εθνική γιορτή της 25ης Μαρτίου του  1924 ημέρα  που συνέπιπτε με την  ανακήρυξη της Δημοκρατίας καθώς  και το 1932 όταν στην πρωτεύουσα  τα σχολεία συμμετείχαν μαζί με τους προσκόπους τη φρουρά και εθνικιστικές οργανώσεις σε παρέλαση ενώπιον των επισήμων στον Άγνωστο Στρατιώτη. Παίρνουν επίσημο χαρακτήρα   το 1936. Το Μάρτιο της χρονιάς αυτής παρελαύνουν τα σχολεία επικεφαλής της πομπής, μπροστά στον Μεταξά και τον Βασιλιά. Στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ της 25-3-1936 διαβάζουμε: «Πρώτον παρήλασαν τα σχολεία, αι οργανώσεις, οι τροχιοδρομικοί, αντιπροσωπεία χωρικών Μακεδόνων με τας εθνικάς των ενδυμασίας, οι παλαιοί πολεμισταί».
                    Ήταν μια πρώτη εφαρμογή του μέτρου  για τον επίδοξο δικτάτορα. Το καθεστώς της Δικτατορίας της  4ης Αυγούστου θα ασχοληθεί  με την ανάπτυξη της στρατιωτικής συνείδησης  στη νεολαία   και θα χρησιμοποιήσει τις γιορτές και τις  παρελάσεις για  όργανά της  προς    επίτευξη των στόχων  της.
 Το φασιστικό μοντέλο που θαύμαζε ο δικτάτορας πρόβλεπε κάθετη στρατιωτική οργάνωση της νεολαίας και έδινε ιδιαίτερο βάρος στις «γυμναστικές επιδείξεις», στις «παρατάξεις», στις «παρελάσεις» και στις «λαμπαδηφορίες». Στο διάστημα αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον επέδειξε το καθεστώς  κυρίως στην οργάνωση της Ε.Ο.Ν. και μέσω αυτής   επιβάλλονταν στα σχολεία οι επιδιωκόμενοι καταναγκασμοί.
Ο  Μεταξάς σημειώνει στο Ημερολόγιό του στις 25 Μαρτίου 1938: «Τι όνειρο ήταν χθες και σήμερα! -Χθες στο πεδίον του Άρεως με την Εθνική Νεολαία. Το έργον μου! Έργον που ενίκησε μέσα σε τόσες αντιδράσεις! Σχεδόν 18 χιλιάδες παιδιά από Αθήνας και Πειραιά, περίχωρα και από πολλές επαρχίες. Φάλαγξ «Ι. Μεταξά» Πατρών! (…) -Σήμερα. Τελετή. Ενθουσιασμός. Αποθέωσις. Παρέλασις στρατού θαυμασία. Απόγευμα παρέλασις Σχολείων Προσκόπων κτλ. και Εθνικής Νεολαίας με τα Τάγματα εις την ουράν. Αι φάλαγγες της Ε.Ο.Ν. ατέλειωτοι! Όλοι ντυμένοι! Περίπου 12-14 χιλιάδες! Εντύπωσις εις τον κόσμον καταπληκτική!»
                 Σε μια από τις  παρελάσεις μαθητών που οργάνωσε η Δικτατορία της 4η Αυγούστου στο Παναθηναϊκό Στάδιο, ο Μεταξάς απευθύνθηκε προς τον  Βασιλέα Γεώργιο και είπε τα εξής χαρακτηριστικά: «Ιδού, Μεγαλειότατε, ο στρατός σας, εις τον οποίον και μόνον πρέπει να στηρίζεστε» Ο Βασιλιάς θυμόταν το μάθημά του. και στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1941 συνεχάρη με ημερήσια διαταγή του την Ε.Ο.Ν. η οποία «με πλήρη συνείδησιν της μεγάλης ημέρας, παρήλασεν ενώπιόν μου εις αρτίους σχηματισμούς και παρετάχθη κατά την δοξολογίαν με υπερηφάνειαν και κατανόησιν (…) Δια της τοιαύτης εμφανίσεώς της, ελάμπρυνε την ημέραν της Εθνικής μας Εορτής, αναπληρώσασα τον Στρατόν μας, όστις γενναίως μάχεται δια την τιμήν και Ελευθερίαν της Πατρίδος».
              Από τότε η  παρέλαση των μαθητών   είχε   απόλυτη συνάρτηση με τη στρατιωτική, και η απουσία των μαθητών εθεωρείτο  αξιόποινη πράξη, ισοδύναμη με την παράβαση στρατιωτικών καθηκόντων . Η  περίοδος  μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο δεν διαφοροποίησε  τις συνθήκες. Η δικτατορία  των Συνταγματαρχών δε χρειάστηκε να κάνει τίποτα περισσότερο απ’ το να κοντύνει  τα μαλλιά των αγοριών και να μακρύνει τις φούστες των κοριτσιών. Στην πρώτη παρέλαση της επταετίας, ο  Σπαντιδάκης δήλωνε πολύ ευχαριστημένος: «Είμαι άπολύτως ικανοποιημένος από την εν γένει εμφάνισιν των παρελασάντων τμημάτων  της μαθητιώσης νεολαίας Θεσσαλονίκης. Κατεδείχθη, ότι οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί, ενστερνισθέντες τας αρχάς της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου, δίδουν ιδιαιτέραν προσοχήν εις την εκπαίδευσιν και μόρφωσιν της μαθητιώσης νεολαίας, της οποία το φρόνημα και το ήθος είναι λίαν υψηλά σήμερα».
                 Οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης δεν διανοήθηκαν να αμφισβητήσουν την αναγκαιότητα των υποχρεωτικών μαθητικών και στρατιωτικών παρελάσεων. Φρόντισαν μόνο να απαλύνουν τις ακρότητες του στρατιωτικού καθεστώτος και να προσαρμόσουν τον καταναγκασμό στα «δημοκρατικά ήθη». Άλλωστε και η Αριστερά που είχε απήχηση εκείνη την εποχή δεν ζήτησε ποτέ να καταργηθούν οι μαθητικές παρελάσεις. Απαίτησε μόνο να συμπεριληφθούν στους παρελαύνοντες και τα σωματεία των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης.
                  Τα τελευταία χρόνια καθιερώθηκε κατά τις παρελάσεις να κρατάει το Εθνικό σύμβολο τη σημαία μας  ο μαθητής ή μαθήτρια με τις καλλίτερες επιδόσεις στα μαθήματα ανεξάρτητα από την όποια άλλη συμπεριφορά του ή τον χαρακτήρα του.
                 Στα χρόνια μας οι μαθητικές παρελάσεις  έγιναν κοσμική συνάντηση και για τους μαθητές και  κυρίως τις μαθήτριες χώρος για να επιδείξουν την πιο κοντή και εφαρμοστή φούστα τους ή το πιο εντυπωσιακό ντεκολτέ τους.
                 Μεταξύ των σχολείων αποτέλεσαν σημείο για τον ανταγωνισμό  ποιο θα έχει την καλύτερη εμφάνιση κι ακόμη αποτέλεσε χώρο για να επιδείξουμε και να τονίσουμε το δείκτη του  ρατσισμού  μας.
                  Το ερώτημά που γεννάται είναι εάν οι παρελάσεις  που ήδη η Κυβέρνηση επιθυμεί να επαναφέρει και εκείνων των αρμάτων μάχης είχαν καθιερωθεί από τους Συνταγματάρχες της επταετίας θα συνέχιζαν να αποτελούν μέρος του εορτασμού των Εθνικών επετείων ή θα τις  θεωρούσαμε σαν μέρος μίας εποχής που θα έπρεπε να ξεχάσουμε;
ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΡΘΡΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20/10/2013 ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ "ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ" ΠΑΤΡΩΝ.

Τα χρόνια του Μνημονίου



Τα χρόνια του Μνημονίου

σε 12 στάσεις και 30 παροιμίες

Όπως μπορώ να πιθανολογήσω από τις εξελίξεις των πραγμάτων, οι πιο πολλοί από τους «υπεύθυνους ηγέτες» μας δεν πίστεψαν στις παροιμίες που άκουγαν από τους γονείς και τους παππούδες τους.
Οι μύθοι του Αισώπου μας έμαθαν επίσης πολλά. Οπως για την χελώνα που τερματίζει πριν από το λαγό Και φυσικά δεν πείσθηκαν από αυτές, ώστε να τις ενσωματώσουν στην πολιτική πρακτική τους, παρ' όλο που κατά περίπτωση τις έχουν χρησιμοποιήσει στο λόγο τους. Αυτό το τελευταίο, που είχε ερευνήσει και καταγράψει ο καθηγητής Μ. Αλ. Αλεξιάδης (2011), με αποτρέπει από το να πω ότι δεν τις έχουν καν ακούσει. Αν είχαν πεισθεί, όμως, αν είχαν εφαρμόσει τις συστάσεις και τα διδάγματα των παροιμιών, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα για όλους. Αυτοί θα εξασφάλιζαν λιγότερο επικριτικά σχόλια από την Ιστορία και εμείς θα εξασφαλίζαμε μια καλύτερη ζωή. Ας θυμηθούμε μαζί κάποιες από τις παροιμίες που θα έπρεπε να έχουν πραγματώσει, αν άκουγαν τα μηνύματά τους.
1 Δανεισμός. Καταγράφω τη μόνη και διαχρονική αλήθεια, είτε δανείζει διεθνής οργανισμός είτε εγχώρια τράπεζα είτε ιδιώτης:
Εδανειζόμουν κι έτρωγα κι έλεγα ο Θιός μ' ευχήθη/ μα ήρθε καιρός και επλήρωνα κι είπα ο Θιός μ' οργίσθη.
Κι ακόμα ο κόσμος γνωρίζει και δηλώνει:
Το ξένο ψωμί είν' όλο λύσσα
Που σε ταΐζει, σ' ορίζει.
2 Η επιστροφή των δανεικών όπως μάθαμε «στο πετσί μας» γίνεται με την υψηλή φορολογία που εισπράττουν σταθερά από συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, που αποκαλούνται στον Τύπο και στα ΜΜΕ «τα συνήθη υποζύγια». Ισως για να συνδεθεί η διαπίστωση με την παροιμία:
Ο κοντριασμένος (=πληγιασμένος) γάιδαρος σαν ακούσει των κοράκων τη φωνή λέει: Για τη ράχη μου είναι.
3 Η είσπραξη από τον κόσμο γίνεται με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, που, όπως είδαμε, κατά κανόνα εξουθενώνει το φορολογούμενο. Αγνοούν τις συστάσεις που λένε:
Άρμεγε γάλα και μη βγάζεις αίμα.
Φτάνει σου το μαλλί και άφησε το δέρμα.
Μη γδέρνεις αν θέλεις να κουρεύεις.
Δυστυχώς, όμως, φαίνεται πως δεν έμαθαν ή δεν θυμούνται ούτε τους μύθους του Αισώπου ούτε τις δημώδεις εκδοχές τους. Αλλιώς θα είχαν στο νου τους την ιστορία με την κότα, που γένναγε τα χρυσά αβγά - πριν βεβαίως τη σφάξουν.
4 Το κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας, διαρκής επιδίωξη των Ελλήνων επί πολλές γενεές, όχι μόνο βρίσκεται σε αμφισβήτηση για πολλούς, αλλά κινδυνεύει και να πέσει στο κεφάλι μας, όπως συνέβη στον αρχαίο βασιλιά της Ηπείρου, τον Πύρρο. Έτσι θα πρέπει να αναθεωρηθεί η παροιμία που υποστηρίζει ότι:
Τέσσερα κεραμίδια να 'χεις δικά σου, είσαι αφέντης.
Ίσως ακόμα και να αντικατασταθεί από την κεφαλονίτικη, που προκρίνει:
Όχι χτήμα να 'χω/ για να μη πληρώνω σ' άρχο (=άρχοντα).
5 Για την εργασία η χριστιανική ηθική υποστηρίζει: «Ο μη εργαζόμενος, μηδέ εσθιέτω», αλλά εννοεί αυτόν που αποφεύγει τη δουλειά, όχι αυτόν που δεν έχει δουλειά. Ο λαός μας λέει:
Βρες δουλειά να βρεις βασίλειο,
αλλά τώρα το... βασίλειο δεν σε παίρνει ούτε ως... υπήκοο, ίσως μόνο ως δούλο. Γι' αυτό και όταν υπάρχουν θέσεις εργασίας δίνονται με αυξημένο ωράριο, με μειωμένες αποδοχές, είναι ανασφάλιστες και βραχείας διάρκειας. Κατά το λεγόμενο...
Ας δουλεύει η μούλα μας κι ας βογγάει.
Αλλά ακόμα και τέτοιες θέσεις διεκδικούνται από πολλούς, καθώς...
Η πείνα είναι βαρύτερη από το τσαπί.
6 Μια και ήδη αναφέρθηκε η πείνα, γνωρίζουμε πια πως πολλοί συνάνθρωποί μας την αντιμετωπίζουν, ακόμη και μικρά παιδιά. Οι δάσκαλοι με ευαισθησία και ευθύνη μάς έχουν κρατήσει ενήμερους. Και όσο κι αν η πείνα δεν είναι ντροπή, κανείς δεν θέλει να...
Βρομάνε τα χνότα του από την πείνα.
Είναι λοιπόν η πείνα μία από τις πιο θλιβερές συνέπειες της κρίσης. Η ελληνική παροιμιολογία καταγράφει την πείνα - ακόμη και την έλλειψη ψωμιού:
Όπου πεινάει στον ύπνο του καρβέλια ονειρεύεται.
Ο χορτάτος λέει ψωμί κι ο νηστικός ψωμάκι.
Το ψωμί τα δάκρυα στένει, το ψωμί τα σταματαίνει.
Σαν πεινάς και δεν νυστάζεις, όσο θέλεις κουκουλώσου.
Έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορέσεις να κλείσεις μάτι...
7 Ιδίως αν είσαι άστεγος και κοιμάσαι στο δρόμο, όπως συμβαίνει με πολλές εκατοντάδες συμπολίτες μας. Αυτός που...
Έκαψε το καλύβι του να μη τον τρώνε οι ψύλλοι
δεν έχει πια τίποτα να φοβηθεί και τίποτα να χάσει. Πολύ περισσότερο αν δεν το έκαψε αυτός, κι ούτε... είχε ψύλλους, αλλά του «έτυχε» ως μία «παράπλευρη απώλεια» της κρίσης.
8 Λέγανε παλιά πως... Στον καταραμένο τόπο, Μάη μήνα βρέχει.
Τώρα όμως που τα μετεωρολογικά φαινόμενα υπακούουν όχι πια στις γνωστές αλλά σε νέες, χαοτικές αρχές, βρέχει και τον Ιούνιο. Ομως αυτό είναι το λιγότερο, άλλα είναι που ενοχλούν και μάλιστα πολύ περισσότερο. Ετσι ταιριάζουν περισσότερο οι δύο επόμενες παροιμίες:
Στον καταραμένο τόπο,/ οι μαϊμούδες προεστοί.
Στων αμαρτωλών τη χώρα / άδικος κριτής καθίζει.
Αλίμονο! Τα σημάδια πλήθυναν πολύ για να μην τα βλέπουμε ή να κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε.
9 Ζούμε σε χρόνια παρακμιακά, με ξεφτισμένα ή ξεχασμένα ιδανικά. Δεν είναι κλειστά μόνο τα μαγαζιά στους δρόμους, είναι κλειστές και οι καρδιές μας. Στεγνώσαμε από ελπίδες, προοπτικές και ιδανικά:
Επεσαν τ' άστρα και τα τρώνε τα γουρούνια.
10 Ζούμε σε χρόνια παρακμιακά. Και η παραπλανητική εικόνα από τη Μύκονο παίζει στα κανάλια με τους θαμώνες ημίγυμνους και εκτός ελέγχου, μαυρισμένους στα σολάρια, να καταβρέχονται μεταξύ τους με γαλλική σαμπάνια:
Αρχοντιά και τράγια ψώρα.
Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια και μαργαριτάρι.
Ολα τα 'χει η Μαριορή, ο φερετζές της λείπει.
Μόνο που σ' αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για Μαριορή, αλλά για Marie ή Mary - τουλάχιστον. Και δηλώσεις στα μικρόφωνα και στις κάμερες για συνέχιση με τον τρόπο τους, με πλήρη αδιαφορία για άστεγους, άνεργους, απολυμένους, φτωχοποιημένους:
Κάθεται η τσιμπλού στη στράτα και γελά τη μαυρομάτα.
Εκατσε η πομπή στις στράτες και περγέλα τους διαβάτες.
Αυτή η ασήμαντη μειονότητα προβάλλει προς τους τρίτους μια εικόνα που δεν έχει καμιά σχέση με το βασανισμένο τόπο και τους ανθρώπους του, που αγωνιούν και αγωνίζονται για την επιβίωση.
11 Ζούμε, βεβαίως, στην παρακμή. Οι προοπτικές, ακόμη και σε μια βίαιη αφύπνιση, θα απαιτήσουν καιρούς -«χρόνια και ζαμάνια»- για να αποκαταστήσουν τα επίπεδα μιας ανεκτής και αξιοπρεπούς διαβίωσης, κυρίως, δε, να μας κάνουν να σηκώσουμε το σκυμμένο κεφάλι:
Αλί σε τούτους τους καιρούς, σε τούτα τα ζαμάνια/ που γίναν θυμιατό τ' αγγειά και τα σκατά λιβάνια.
(Αγγειά: «δοχεία νυκτός», ουροδοχεία)
12 Και ποιες οι προοπτικές για τον κόσμο; Ο λαϊκός λόγος υποστηρίζει πως...
Το άδικο το τρως, μα δεν το χωνεύεις.
Ετσι, θα πρέπει να περιμένουμε τις επιπτώσεις αυτής της «δυσπεψίας», την αντίδραση του οργανισμού, όχι μόνο βιολογικά αλλά και κοινωνικά. Οταν ο λαός οργίζεται και φωνάζει, τότε οργίζεται και ο Θεός:
Φωνή λαού, οργή Θεού.
Λαός ξαγριεμένος, φουσκωμένη θάλασσα.
Και η θάλασσα δεν ξεπλένει μόνο. Τις πιο πολλές φορές πνίγει!
* Συγγραφέας, λαογράφος, επίκ. καθηγητής Ιατρικής, επίκ. δρ Παιδαγωγικού του Πανεπιστημίου Αθηνών
Σημείωση: Για τις παροιμίες χρησιμοποιήσαμε τις δημοσιευμένες σε περιοδικά ή βιβλία συλλογές των Ν. Ανδριώτη (1929), Δ.Σ. Λουκάτου (1952), Γ.Α. Μοσχόπουλου (1966) και Ν.Γ. Πολίτη (1899). Χρήσιμα, γενικότερα μού ήταν τα βιβλία του Μ.Γ. Μερακλή («Ελληνική Λαογραφία - Κοινωνική συγκρότηση κ.λπ.», 2004) και του Μ. Αλ. Αλεξιάδη («Νεώτερη Ελληνική Λαογραφία κ.λπ.» και «Εντυπα μέσα επικοινωνίας και λαϊκός πολιτισμός - Νεωτερικά Λαογραφικά» 2011).
 

ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ Ι. ΒΕΡΡΑ, με τίτλο : ΧΡΩΜΑΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑΣ



ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΒΡΑΔΙΝΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΩΝ
Δευτέρα  14 Οκτωβρίου 2013 μ.μ.,
Παρουσίαση της ποιητικής Συλλογής
                ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ Ι. ΒΕΡΡΑ,  με τίτλο : ΧΡΩΜΑΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Oμιλία-Εισήγηση
 Ευφροσύνης Κωσταρά,
Φιλολόγου – Διδάκτορος Θεατρολογίας Παν/μίου Πατρών)

            Η ποίηση υπάρχει πολύ προτού αρχίσει να γράφεται. Έχει ταξιδέψει με τα σύννεφα σε ουρανούς, έχει κυλήσει με το νερό της βροχής σε θάλασσες, ποτάμια κι ορμητικούς χειμάρρους, έχει αιχμαλωτιστεί στα μάτια των παιδιών που παίζουν ανέμελα σε καλοκαιρινά δειλινά, των ανθρώπων που βιώνουν τον έρωτα, την προσδοκία, την αγωνία, τον πόνο ή την ευτυχία. Στιγμές σαν αυτές προσπαθεί να αιχμαλωτίσει η Γαλάτεια Βέρρα στην ποίησή της, η οποία ξεχειλίζει από ευαισθησία· μια ευαισθησία που πυρώνεται από το ανθρώπινο δράμα που συντελείται ολόγυρά μας γεμάτο θύελλες, ναυάγια, απογοητεύσεις, παραπλανήσεις, ματαιώσεις. Βιώνοντάς το η ίδια έντονα συναισθηματικά και συνειδησιακά επιδιώκει την κάθαρσή του μέσα από την ποιητική της πένα. Η πορεία της διαδρομής, που ξεκίνησε με την πρώτη ποιητική συλλογή με τον τίτλο Η ευγένεια των ήχων, συνεχίζεται στη δεύτερη ποιητική της παρουσία με τίτλο Χρώματα αλήθειας, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, σε μια φροντισμένη έκδοση, που από την πρώτη κιόλας επαφή μαγνητίζει τις αισθήσεις με το άλικο χρώμα του εξώφυλλου και το περίτεχνο παιχνίδι των χρωμάτων του πίνακα που φιλοτέχνησε η Τατιανή Αγάθου. Στα χρώματα της ποιητικής παλέτας της Γαλάτειας Βέρρα ενυπάρχουν ποικίλες αποχρώσεις και διαβαθμίσεις. Η ίδια έχει αναφέρει σε συνέντευξή της: «Τα χρώματα ενέχουν πολλές πτυχώσεις και εκφάνσεις της αλήθειας και θεωρώ πως αυτοί που την αναζητούν οφείλουν να είναι δέκτες πολλαπλών αισθητηριακών δομών. Και πρέπει να είναι πάνω απ’ όλα άνθρωποι συνέπειας, υψηλού ήθους και πνευματικότητας». Ο τίτλος της συλλογής, μια δυνατή μεταφορά, προαναγγέλλει το περιεχόμενο των ποιημάτων. Ο αναγνώστης θα βρει σ’ αυτά αλήθειες ζωής που ενστερνίζεται η ποιήτρια, η οποία δεν διστάζει, μιλώντας συχνά σε α΄ ενικό πρόσωπο, να καταθέσει την προσωπική της αλήθεια, να αποκαλύψει τους βαθύτερους στοχασμούς της, φόβους, αγωνίες, οράματα και ελπίδες. Αυτό συνιστά και το δώρο της στον αναγνώστη, η περιήγηση και μέθεξη του οποίου στον ποιητικό της κόσμο γίνεται αφορμή βαθιάς ενδοσκόπησης. 
            Ακόμα ωριμότερη ποιητικά η Γαλάτεια Βέρρα συνεχίζει στη 2η συλλογή της το ποιητικό της ταξίδι στον κόσμο των αναμνήσεων, αλλά και του παρόντος, συνδέοντας με μαεστρία παρελθόν, παρόν και μέλλον σ’ έναν χειμαρρώδη λόγο 116 ποιημάτων, στα οποία η αθωότητα και ο ενθουσιασμός της παιδικής ηλικίας αναμειγνύονται με τις ρεαλιστικές εικόνες μιας κοινωνίας που παραπαίει αποδυναμωμένη ηθικά. Παρά τη σύντομη έκταση των ποιημάτων, ο λόγος τους συνιστά έναν ποιητικό ποταμό, γοητευτικό και συχνά αδάμαστο. Η γλώσσα της ποιήτριας είναι οικεία και άμεση, συγχρόνως δε υπαινικτική και πολύσημη, μέσα από μια σειρά ποιητικών μηχανισμών που επιστρατεύει: έντονοι συνειρμοί, ονειρικές, σουρεαλιστικές εικόνες, δυνατές μεταφορές και αντιθέσεις, αποσιωπήσεις, ελλειπτικές προτάσεις, και απροσδόκητοι συνδυασμοί λέξεων, η προσεκτική επιλογή των οποίων προσδίδει στο στίχο έναν εσωτερικό ρυθμό και αρμονία. Συχνές είναι και οι επιδράσεις από τη γλώσσα των Χριστιανικών κειμένων, με την οποία η ποιήτρια φαίνεται ιδιαίτερα εξοικειωμένη. Ως προς τη μορφή τα ποιήματά της έχουν τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης, μοντέρνας ποίησης: άλλα από αυτά είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, χωρίς μέτρο, με διαλυμένη την παραδοσιακή ποιητική φόρμα και τη στίξη, ενώ άλλα είναι πεζόμορφα, το ποιητικό κείμενο, δηλαδή, δεν κατανέμεται σε δομημένες στροφικές ενότητες, αλλά αναπτύσσεται σαν πεζό. Γλώσσα, μορφή και περιεχόμενο, λοιπόν, συνδημιουργούν την προσωπική ποιητική της Γαλάτειας Βέρρα.
            Και σ’ αυτή τη συλλογή την ποιήτρια συνοδεύει η μουσική της σκευή και παιδεία, αναδυόμενη μέσα από μια σειρά οπτικοακουστικών εικόνων, που μας ταξιδεύουν στον κόσμο των ήχων και της μουσικής. Άλλοτε ως φόντο τρυφερών ερωτικών συναντήσεων -αναφέρω, για παράδειγμα, τις μελωδίες του Σοπέν που ακούγονται στο ρομαντικό δείπνο σε ρεστοράν στο ποίημα «Η άχρονη δύναμη των αισθημάτων», ή το ρυθμικό βαλς που ξυπνά μνήμες νεανικών ερώτων στο ποίημα «Πήλινα σκιρτήματα»-, και άλλοτε ενέχοντας τη θέση συμβόλου -όπως, για παράδειγμα, στα ποιήματα «Ανιχνεύοντας μυστικά» και «Στιγμιαία αφορμή»-, η μουσική πλαισιώνει το έργο της, αποτελώντας ένα από τα όπλα της ενάντια στη διάβρωση του χρόνου, όπως δηλώνεται στο ποίημα με τον τίτλο «Η μουσική ενάντια στη φθορά». Μαζί δε με τη βαθιά πίστη της στη θεϊκή παρουσία και πρόνοια λειτουργεί καθαρτήρια και εξαγνιστικά στον προσωπικό της αγώνα απέναντι σε ποικιλόμορφες χίμαιρες.
            Η ποίηση της Γαλάτειας Βέρρα, παρότι τα ποιήματα της εν λόγω συλλογής δεν έχουν συγκεκριμένο θεματικό προσανατολισμό, αλλά διαμοιράζονται σε πολλαπλούς θεματικούς άξονες, ενέχει δύο βασικές διαστάσεις, που συχνά εμπλέκονται μεταξύ τους: την υπαρξιακή και την κοινωνικοπολιτική. Στο πρώτο κομμάτι μπορούν να ενταχθούν τα ποιήματα θεολογικού περιεχομένου, στα οποία η ποιήτρια διεξάγει έναν προσωπικό διάλογο με το δημιουργό του κόσμου, τον Ήλιο της ζωής, το Δάσκαλο της οικουμένης, όπως τον αποκαλεί, εκφράζοντας την αγωνία της για το μέλλον του ανθρώπου, που έχει αποκοπεί από την πηγή του Φωτός. Στα ποιήματα αυτά είναι έντονο το προσωπικό βίωμα και η βαθιά στοχαστική διάθεση. Σας διαβάζω ενδεικτικά: Από το ποίημα «Αίνος διαχρονικός»: Δάσκαλε της οικουμένης,/ με της σοφίας το σκήπτρο./ Εσύ θα ποιμάνεις τα ανθρώπινα με οικτιρμούς./ Στα σπλάχνα σου βρέθηκε η αγάπη./ Στο αίμα σου η σωτηρία./ Στο βλέμμα σου η λύτρωση/ Έγινες μύρο που θα αναβλύζει δίχως τέλος. «Βίωμα»: Πάντοτε υπήρξες στα σπλάχνα μου έκρηξη. Η λάβα σου θα καίει τη συνειδητότητά μου. Ο βίος σου θα προκαλεί τον δικό μου βίο. «Αιμάτινη ελπίδα»: Σου στέλνω χαιρετισμό ψυχής. Το δάκρυ σου στα μάτια μου νωπό. Προσδοκώ την ένωσή μας στον μέλλοντα αιώνα. «Εξομολόγηση»: Δεν ζητώ αντίτιμο για τη ζωή που βίωσα. Μου αρκεί το χαμόγελο του ζώντος Θεού. Μου αρκεί η συγκίνηση της χειραψίας του εύλογα αναμενόμενου.
Το προσωπικό βίωμα αποτυπώνεται, υπό άλλη μορφή, και στα ποιήματα εκείνα που απαθανατίζουν στιγμές τρυφερές από την παιδική ηλικία, τα οποία φαίνεται να λειτουργούν ως ένα είδος αντίδοτου στη σκληρή πραγματικότητα των παρόντων καιρών. Με πολύχρωμες πινελιές η ποιήτρια ζωγραφίζει σ’ αυτά το πρόσωπο της ευτυχίας σε στιγμιότυπα των παιδικών χρόνων που έχουν χαραχτεί στη μνήμη μέσα από ήχους, αρώματα και γεύσεις. Αναφέρω, για παράδειγμα, το μικρό μπλε ποδήλατο με τις ταπεινές ρόδες και την ασθενική κόρνα, που χάρισε όμορφα ταξίδια στο άπειρο των ονείρων, συντρόφευσε στη μοναξιά, διηγήθηκε ιστορίες, αφουγκράστηκε στιγμές ή τη γλυκιά ΙΟΝ αμυγδάλου με το χαμογελαστό περιτύλιγμα, που κρυμμένη στο βάθος της τσέπης προσκαλεί μέχρι σήμερα σε μικρές αποδράσεις. Μια βόλτα στα εαρινά περιβόλια με τους λεμονανθούς και τα ρόδα γίνεται αφορμή να ξυπνήσει ο ενθουσιασμός και η παιδιάστικη αφέλεια, ενώ το ξάγρυπνο βλέμμα της στο προσκεφάλι των τριών μικρών νεράιδων της ζωής της, των αγαπημένων της ανιψιών, προκαλεί ρίγη χαράς και ευτυχίας: Τώρα νιώθω πως υπάρχω. Υπάρχω πιο ουσιαστικά. Πιο ακέραια, θα ψιθυρίσει συγκινημένη στο ποίημα «Οι τρεις νεράιδες». Παράλληλα, απλά αντικείμενα της καθημερινότητας γίνονται αφορμή ποίησης και μετατρέπονται σε σύμβολα και φορείς νοημάτων. Αναφέρω, για παράδειγμα, το ραβδί που μαζεύοντας την πείρα της ζωής γερνά υπάκουα μαζί με τον κάτοχό του, τη γραβάτα που δένει τον μετέωρο ανδρισμό, το βάζο που θρυμματίζεται ένοχα, τα μεταφορικά γυαλιά με την αφαίρεση των οποίων ο κόσμος παύει να αντικρίζεται μυωπικά, το σιωπηλό ποτήρι στο τραπέζι των οικογενειακών στιγμών και τα παιδικά σεντόνια με τους ήρωες καρτούν που κρατούν συντροφιά κάποιες νύχτες μετέωρων επιλογών.
Στην ενότητα αυτή των ποιημάτων εντάσσονται κι εκείνα που αναφέρονται στην αναπόληση μιας δυνατής, οριστικά χαμένης αγάπης. Αισθητά λιγότερα σε αριθμό από την πρώτη συλλογή, σαν η μνήμη αυτή να ξεθωριάζει και να σβήνει σταδιακά απ’ τη σκέψη, η πληγή να επουλώνεται με τη συνειδητοποίηση της αλήθειας που κρυβόταν πίσω από την εξιδανίκευση και το απατηλό όνειρο. Τα ποιήματα «Συνειδητή λησμονιά», «Η άχρονη δύναμη των αισθημάτων», «Πόθος διαχρονικός», «Στιγμή αιχμαλωσίας» και «Κακός συγχρονισμός» συνιστούν ένα ύμνο στον έρωτα ως ανώτερο, βαθύ, ευγενές συναίσθημα. Στους στίχους τους αποτυπώνεται με λυρισμό το αίσθημα της απώλειας, και συγχρόνως της λύτρωσης που προκαλεί η απελευθέρωση από τα αόρατα βασανιστικά δεσμά.
Κυρίαρχο σώμα, ωστόσο, της συλλογής συνιστούν τα ποιήματα που αναφέρονται στην κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και κυρίως ηθική κρίση της εποχής μας. Ο ποιητικός φακός στρέφεται συχνά απότομα και αιφνίδια από το νοσταλγικό παρελθόν και τους αισθαντικούς στίχους των τρυφερών αναπολήσεων στο αδυσώπητο παρόν, σε γνώριμες εικόνες της καθημερινής ζωής περιγράφοντας με αμεσότητα ατομικές και κοινωνικές καταστάσεις φθοράς και διάλυσης, που προβάλλονται μέσα στο γενικό κλίμα της εποχής, όπου κυριαρχεί η απογοήτευση και η πτώση των ευγενών αξιών. Πρόκειται για την άλλη όψη της ποίησης της Γαλάτειας Βέρρα. Εδώ η ποιήτρια εισχωρώντας στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και της κοινωνίας σκιαγραφεί με ειρωνική, κάποτε σαρκαστική διάθεση τη θλιβερή εικόνα ενός κόσμου εκπεσόντων ανθρώπων, μοναχικών και κουρασμένων, που ψάχνουν κάποιο φως ελπίδας. Οι όψεις της ζωής προκάλεσαν αφυδάτωση οδυνηρή./ Αναιμικοί έρωτες στέγνωσαν το δέρμα της αγάπης./ Η έρημος των ψευδαισθήσεων πυρακτωμένη./ Ατέρμονο το χώμα των άγονων σωμάτων θα αναφέρει στο ποίημα «Ξηρασία», ενώ στα ποιήματα «Αδιέξοδη πορεία» και «Άνισος Βηματισμός» θα προβάλει την εικόνα της ματαιότητας από το κυνήγι της εφήμερης δόξας και του χρήματος: Συνηθίσαμε στο κομμάτιασμα. Καταπίνουμε αγόγγυστα πέτρινη τροφή. Γεννήσαμε παιδιά των συμφορών. Το μέλλον ενός τέτοιου κόσμου, όπου ο άνθρωπος έγινε δέσμιος των υλικών στο κάτοπτρο του εγωπαθούς, όπως αναφέρει στο ποίημα «Ιδιοκτησία», ανταλλάσσοντας τις αρετές με χώμα, όπως βροντοφωνάζει στον «Εγερτήριο παλμό», διαγράφεται δυσοίωνο, αν δεν επέλθει μια συνειδητή αντιστροφή αυτής της πορείας: Αυτός ο κόσμος χάνει ερείσματα. Κομματιάζεται και γελά. Αποδομείται και χαίρεται. Αναιρείται και καμαρώνει, αναφέρει στο ποίημα: «Δυσοίωνο μέλλον», ενώ απογοητευμένη από την απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από την πηγή του φωτός, της ζωής και της ελπίδας αναφωνεί στο ποίημα «Προφάσεις εν αμαρτίαις»: Ήλιε, με σταθερή απόφαση προσφέρεις δείπνο μυστικό στο μαρασμό της οικουμένης. Κι αυτή προφασίζεται πάντοτε την πολυάσχολη. Ευαισθητοποιημένη κοινωνικά και πολιτικά η ποιήτρια παρουσιάζει με γλώσσα καυστική ποικίλες καταστάσεις της σημερινής πραγματικότητας, ασκώντας σκληρή κριτική στους εξουσιαστές του κόσμου και τους συνεργούς τους. Σταχυολογώ:
            Από το ποίημα «Ως πότε»: Οι εξουσιαστές του κόσμου λίγοι, βλοσυροί, μισητοί. Στράγγιξαν τον τίμιο μόχθο. Κλότσησαν περιφρονητικά τους πένητες. Γέμισαν ψεύδη την ανθρωπότητα. Χόρτασαν την άπληστη σάρκα.
            Από το ποίημα «Φήμες», στο οποίο είναι διάχυτη η ειρωνεία: Στην Ευρώπη λέν πως ζουν πολιτισμένα οι άνθρωποι. Πως απαντούν ευγενικά σε ό,τι τους ρωτήσεις. Πως γευματίζουν με ευπρέπεια περισσή. Λένε ακόμη πως είναι πρόθυμοι και καταδεκτικοί. / Κι, όμως, αλίμονο, πίσω από τα στημένα γέλια, τα ρούχα τ’ ατσαλάκωτα, δέχονται ηγέτες θηρία λυσασμένα, έτοιμα να καταβροχθίσουν κάθε αδύνατο, άσημο, αδιάφορο.
            Από το ποίημα «Κρίσιμοι καιροί», όπου με κοφτές προτάσεις και λόγο λακωνικό αποδίδεται ο γοργός βηματισμός της λαίλαπας: Είναι καιρός που τίποτα δεν λειτουργεί σωστά. Οι πολίτες πιόνια μιας σκακιέρας άνομης. Η δικαιοσύνη λέξη άγνωστη σε περγαμηνές ξεχασμένες. Η δημοκρατία εικονική. Οι πολιτικοί ανεπαρκείς. Τα γεγονότα κίβδηλα. Τα σχέδια νεκρά. Το μέλλον μελανό. Οι ελπίδες ισχνές αγελάδες. Βρισκόμαστε πραγματικά στο έλεος των καιρών.
Η ποιήτρια, ωστόσο, δεν μένει μόνο στην περιήγηση σε πνιγηρές εικόνες της πτώσης του ανθρώπου, αλλά επιτυγχάνει να αναδυθεί από αυτές μαζί με τον αναγνώστη της, δίνοντας την υπόσχεση αποκατάστασης, σπέρνοντας στο χέρσο τόπο της πολύπτυχης κρίσης τον σπόρο της ελπίδας, χρωματίζοντας το γκρίζο με λευκές πινελιές: Πετώ το πένθος το βαρύ. Τα μαύρα ενδύματα. Θα στρέψω το βλέμμα στο λευκό. Στο χρώμα που απαλλάσσει από ενοχές. Στο χρώμα που μεταγγίζει συμφιλίωση θα βροντοφωνάξει στο ποίημα «Το κοιμητήριο του χρόνου».
            Έχοντας εμπιστοσύνη στον άνθρωπο του ηρωισμού και της αγωνιστικότητας οραματίζεται την ανοδική του πορεία με φτερά διάφανα, καμωμένα από ύλη αστρική, θεωρώντας πως, καθώς είναι πλασμένος από φως, αργά ή γρήγορα θα στρέψει το βλέμμα προς αυτό. Οι πλάτες της αρετής δεν θα καμφθούν. Τα γόνατα της τιμής δεν θα λυγίσουν. Οι γενναίες ψυχές δεν θα γνωρίσουν θάνατο. Τα μάτια της αλήθειας δεν θα αντικρίσουν το σκοτάδι θα αναφέρει στο ποίημα «Το γιατί», ενώ στο ποίημα «Θυμός Λυτρωτικός» θα ομολογήσει: Στην άκρη του νήματος της ύπαρξής σου θα σε καρτερεί ο ήλιος που δεν θα γνωρίσει δύση. Το φως που δεν θα γνωρίσει σκοτάδι. Η χαρά που δεν θα την σκιάσει ο πόνος. Η νίκη που δεν θα γευθεί την απώλεια.
            Πιστεύοντας, μάλιστα, στην αρωγή της τέχνης στους χαλεπούς καιρούς οδηγείται σ’ ένα αγωνιστικό κάλεσμα των απανταχού ποιητών για ένωση και εγρήγορση στις επάλξεις: Ποιητές όλων των αιώνων ενωθείτε. Πολεμήστε τον αόρατο εχθρό. Αρκετά βιώσαμε τον εξαναγκασμό. Καθεστωτικά σύννεφα απλώνονται ασφυκτικά γύρω μας. Όχι πια. Μόνο δύναμη, τόλμη, αποφασιστικότητα. Μόνο δάκρυα χαράς, ζωής, ειρήνης θα διακηρύξει στο ποίημα «Διαμαρτυρία».
Εντέλει, μέσα από την περισυλλογή σε στιγμές μοναχικές, που η ίδια μόχθησε για να κερδίσει, όπως εξομολογείται στο ποίημα «Παράδοξος τοκετός», ανακαλύπτει και αποκαλύπτει στον αναγνώστη το κύριο όπλο αντίστασης στη φθορά των καιρών: την αγάπη, τη γνήσια ευαγγελική αγάπη, που παραμένει αναλλοίωτη στο χρόνο, που δεν εξαναγκάζει, δεν αιχμαλωτίζει, δεν απαιτεί, όπως θα πει στο ποίημα «Ηρωίδα», την αγάπη που αποτελεί τη ρήγισσα των αρετών, γι’ αυτό και της πρέπει ένα ευλαβικό προσκύνημα, σαν αυτό που μας προτρέπει στο ποίημα «Άηχη πραγματικότητα». Η ίδια νιώθοντας το σπόρο της αλήθειας να ανθίζει μέσα της μέρα με τη μέρα και να μετατρέπεται σε δέντρο ολάνθιστο με κορμό αλύγιστο και φύλλα πλατιά, βρίσκει τη δύναμη να αντισταθεί στο μένος των καιρών δηλώνοντας με παρρησία: Οι δυσοίωνες εποχές δεν αστειεύονται. Ούτε κι εγώ. Άλλωστε, φαίνεται να έχει στα χέρια της τη λύση: Κρατώ τη ράβδο της ουσίας στα πήλινα χέρια./ Κρατώ το γέλιο στα χωμάτινα χείλη./ Ελπίζω στην άφθορη αυγή.
Έχει ειπωθεί ότι «το ενιαίο κέντρο στο έργο κάθε ποιητή είναι η μοναδικότητα της ατομικής του ψυχής. Αυτή, αν μπορέσει -εννοείται- να την περάσει και μέσα στην ποίησή του, αποτελεί την ταυτότητά του στον ποιητικό χώρο –κι από κει εκπορεύεται κι η πρωτοτυπία του» (Στεργιόπουλος, Το Δόντι, 2011, 140). Πρόκειται καθαρά, νομίζω, για την περίπτωση της Γαλάτειας Βέρρα, η οποία ήδη μέσα από τις δύο πρώτες ποιητικές συλλογές της κατάφερε να δώσει το στίγμα της, διαμορφώνοντας μια προσωπική ποιητική, σχεδόν άμεσα αναγνωρίσιμη. Για τη Γαλάτεια Βέρρα η τέχνη της ποιήσεως γίνεται πράξη ρομαντικής εξέγερσης, μέσο βίωσης ενός επαναστατικού παλμού, πηγή λυρισμού, θήρευσης χρωμάτων και μουσικών, καταφύγιο για τις αισθήσεις και τα αισθήματα της ίδιας και του αναγνώστη της.
                                                           


ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ...ΤΙΜΟΥΝ ΤΑ ΠΡΩΤΑ..

ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ...ΤΙΜΟΥΝ ΤΑ ΠΡΩΤΑ...
ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΗΜΟΥΝΑ ΚΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΘΑΡΘΕΙΣ...

«Εάν μια μέρα με δεις "γέρο"... εάν λερώνομαι όταν τρώω και δεν μπορώ να ντυθώ... έχε υπομονή. Θυμήσου πόσο καιρό μου πήρε για να σου τα μάθω...
Εάν όταν μιλάω μαζί σου επαναλαμβάνω τα ίδια πράγματα, μην με διακόπτεις, άκουσε με. Oταν ήσουν μικρός κάθε μέρα σου διάβαζα το ίδιο παραμύθι μέχρι να σε πάρει ο ύπνος.

Όταν δεν θέλω να πλυθώ μην με μαλώνεις και μην με κάνεις να αισθάνομαι ντροπή... Θυμήσου όταν έτρεχα από πίσω σου και έβρισκες δικαιολογίες όταν δεν ήθελες να πλυθείς. Όταν βλέπεις την άγνοιά μου στις νέες τεχνολογίες, δώσε μου χρόνο και μη με κοιτάς ειρωνικά, εγώ είχα όλη την υπομονή να σου μάθω το αλφάβητο.

Όταν κάποιες φόρες δεν μπορώ να θυμηθώ ή χάνω τον συνειρμό των λέξεων, δώσε μου χρόνο για να θυμηθώ και εάν δεν τα καταφέρνω μην θυμώνεις... Το πιο σπουδαίο πράγμα δεν είναι εκείνο που λέω αλλά η ανάγκη που έχω να είμαι μαζί σου και κοντά σου και να με ακούς.

Όταν τα πόδια μου είναι κουρασμένα και δεν μου επιτρέπουν να βαδίσω μην μου συμπεριφέρεσαι σαν να ήμουν ένα "βάρος", έλα κοντά μου με τα δυνατά σου μπράτσα, όπως έκανα εγώ όταν ήσουν μικρός και έκανες τα πρώτα σου βήματα.

Όταν λέω πως θα ήθελα να "πεθάνω"... μη θυμώνεις, μια μέρα θα καταλάβεις τι είναι αυτό που με σπρώχνει να το πω. Προσπάθησε να καταλάβεις πως στην ηλικία μου δεν ζεις, επιβιώνεις. Μια μέρα θα ανακαλύψεις ότι παρόλα τα λάθη μου πάντοτε ήθελα το καλύτερο για σένα, για να σου ανοίξω τον δρόμο.

Βοήθησέ με να περπατήσω, βοήθησέ με να τελειώσω τις ημέρες μου με αγάπη και υπομονή.

Σε αγαπώ παιδί μου...»