Π Α Ρ Ο Υ Σ Ι Α Σ Η Τ Ο Υ Δ Ι Γ Λ Ω Σ Σ Ο Υ Β Ι Β Λ Ι Ο Υ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ



      Π Α Ρ Ο Υ Σ Ι Α Σ Η   Τ Ο Υ  Δ Ι Γ Λ Ω Σ Σ Ο Υ  Β Ι Β Λ Ι Ο Υ
               Μαρίας Σπυροπούλου - Θεοδωρίδου (φιλολόγου)
            «Ο  Μαραθώνιος δρόμος της Ολυμπιάδας του 1896»
                «The Marathon race of the Olympiad of 1896»
                

                  Παρουσίαση: Αγλαϊα Τσαρούχη (φιλόλογος)
   Το συγγραφικό έργο της φιλολόγου κ. Μαρίας Σπυροπούλου - Θεοδωρίδου δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ογκώδες, όσο πολύπλευρο, και ποιοτικό ˙ έργο απαιτητικό αλλά και προσεγγίσιμο. Αναφέρεται σε τομείς της φιλολογίας, όπως η γλώσσα και η διδασκαλία της, της λογοτεχνίας, όπως οι εξαιρετικές εργασίες της για συγγραφείς και ποιητές όπως ο Παύλος Μάτεσης, ο Μ. Καραγάτσης, ο Οδ. Ελύτης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Τάκης Σινόπουλος κ.λπ., καθώς η εκτενής μελέτης της για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που έχει εκδοθεί σε βιβλίο με τίτλο Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη μαγευτικές αφηγήσεις.
   Τον τελευταίο καιρό έχει στρέψει το ερευνητικό της ενδιαφέρον στην ιστορία και ιδιαίτερα στην ιστορία του τόπου που ζει για πολλά χρόνια, δηλαδή το Μαρούσι. Τρανή απόδειξη του στενού δεσμού της με  αυτό τα δύο βιβλία που συνέγραψε, τα οποία αναφέρονται στην ιστορία αυτής της πόλης, σε όλα τα σημαίνοντα πρόσωπα που έζησαν σ' αυτή, καθώς και στις δραστηριότητές τους.  Από αυτές ασφαλώς δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί ο αθλητισμός στον οποίο διακρίθηκε ο γνωστός σε όλους μας δρομέας, πρώτος Ολυμπιονίκης Μαραθωνοδρόμος Σπύρος Λούης, γέννημα και θρέμμα της  πόλης του Μαρουσιού, η νίκη του οποίου υπήρξε ένα συγκλονιστικό γεγονός για την Ελλάδα εκείνης της εποχής. 
    Το βιβλίο λοιπόν για το οποίο θα μιλήσουμε σήμερα αφορά τον αθλητισμό, είναι το δεύτερο της σειράς αυτής και αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα του πρώτου. Είναι ένα βιβλίο εξειδικευμένο και όχι γενικού ενδιαφέροντος, περιγραφικό αλλά και συναισθηματικό που επιδιώκει τη γνώση, περισσότερο όμως  τη συγκίνηση, τον ενθουσιασμό, την εθνική υπερηφάνεια... Παράλληλα διατηρεί την αυτοτέλειά του και διαβάζεται ανεξάρτητα από το πρώτο.
    Όπως μαρτυρεί ο τίτλος του βιβλίου, το θέμα του είναι ο Μαραθώνιος δρόμος αλλά και οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896 στους οποίους εντάσσεται το αγώνισμα αυτό. Αναμενόμενη λοιπόν, η λεπτομερής περιγραφή του αθλήματος αφενός, και η αναφορά στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς αγώνες που τελέσθηκαν στην Αθήνα το 1896 αφετέρου. Τα δύο γεγονότα που από τη φύση τους είναι στενά συνδεδεμένα, συμπλέκονται αρμονικά και στο μέτρο και στην ένταση που αναλογεί στο καθένα μέσα σ' αυτήν τη μελέτη, έτσι ώστε ν' αποφεύγονται οι επικαλύψεις και οι δυσάρεστες ασάφειες.
    Ένα άλλο χαρακτηριστικό που συμβάλλει ιδιαίτερα στην ευκρίνεια και στην ευχερή κατανόηση των γραφομένων είναι η επιτυχής διάταξη του περιεχομένου, χάρις στη σοφή κατάταξη της ύλης σε ολιγοσέλιδα τμήματα με σύντομους αλλά περιεκτικούς τίτλους που γνωστοποιούν το θέμα κάθε κομματιού. Σ' αυτή την επιτυχή ταξινόμηση του υλικού διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο η κρίση και η συνθετική ικανότητα του ερευνητή, πράγματα τα οποία οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και να αποδώσουμε στην συγγραφέα.
    Επίσης, ένα άλλο από τα εμφανέστερα γνωρίσματα αυτής της εργασίας είναι η πληρότητα. Μια ματιά στα περιεχόμενα του βιβλίου επιβεβαιώνει την άποψη αυτή. Η συγγραφέας δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια μιας περιγραφής του συγκεκριμένου Μαραθώνιου, αλλά με επιμονή, φιλομάθεια και ερευνητικό πνεύμα περισυλλέγει στοιχεία και πληροφορίες σημαντικές, που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με το γεγονός και φωτίζουν πλήρως όλες τις πλευρές του θέματος. Έτσι, αρχίζοντας από τον Μαραθώνιο του 2012 (χρονολογία που ξεκίνησε η συγγραφή αυτού του βιβλίου) με ένα πέταγμα της σκέψης προσγειώνεται στο 1896, έτος της πρώτης σύγχρονης Ολυμπιάδας, και συγκεκριμένα σε εκείνη την Παρασκευή 29 Μαρτίου που πραγματοποιήθηκε ο θρυλικός αυτός πρώτος Μαραθώνιος - κομμάτι εκείνης της Ολυμπιάδας - αγώνας με τη δική του ιστορία και παράδοση. Προηγείται βέβαια της περιγραφής η αναβίωση των αγώνων και η ανάθεση της πρώτης Ολυμπιάδας στην Ελλάδα καθώς και η περιγραφή του γενικού κλίματος που επικρατούσε στη χώρα μας λόγω της δεινής οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης. Προστίθενται δε και τα οφέλη που θα αποκόμιζε ο τόπος από τους αγώνες και προβάλλονται οι Έλληνες και οι ξένοι συντελεστές αυτής της κίνησης.

 Η φτωχή Ελλάδα, ξεπερνώντας τον σκεπτικισμό και την πείσμονα αντίδραση  κυβερνητικών παραγόντων όσον αφορά την οικονομική δυνατότητα διοργάνωσης των αγώνων, αντίδραση ως ένα βαθμό πειστική, αφού η Ελλάδα είχε πρόσφατα κηρύξει πτώχευση, υιοθετεί τελικά την πρόταση του Δημήτριου Βικέλα. Είναι ζήτημα εθνικής υπερηφάνειας, φιλοτιμίας και γοήτρου οι Ολυμπιακοί αγώνες να επανέλθουν στην κοιτίδα τους· ταυτόχρονα και άμυνα αποτελεί το ιστορικό της αποθεματικό απέναντι στο ράπισμα της πρόσφατης χρεωκοπίας, προβάλλοντας στην παγκόσμια κοινότητα τις διαχρονικές και οικουμενικές αξίες των ελληνικών ιδεωδών. Επιπλέον, οι υπέρμαχοι της ιδέας αντέτειναν ότι η Ελλάδα πολλαπλά οφέλη θα αποκόμιζε από την τέλεσή τους στην Αθήνα, οικονομικά και άλλα χρήσιμα για το έθνος. Θα έπρεπε λοιπόν να γίνουν τα αδύνατα δυνατά, ώστε το εθνικό όνειρο να γίνει πραγματικότητα, στο πλαίσιο άλλωστε και μιας προσπάθειας εξευρωπαϊσμού της Ελληνικής κοινωνίας. 
  Αρκετοί υπήρξαν οι ιδιώτες χορηγοί που αποδέχτηκαν να αναλάβουν το κόστος των αγώνων, κυρίως  Έλληνες της διασποράς, με κυριότερο εξ αυτών τον ηπειρώτη, εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Αβέρωφ, γνωστό από την ανέγερση του Μετσόβιου Πολυτεχνείου και της Σχολής των Ευελπίδων. Εθνική τιμή θεώρησε για τον εαυτόν του ο Αβέρωφ την ανταπόκρισή του στην έκκληση της πατρίδας, μέσω επιστολής που ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, ως πρόεδρος του εν Αθήναις κεντρικού Συμβουλίου των Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων και ένθερμος υποστηρικτής της τέλεσής τους στην Αθήνα, του απηύθυνε στην Αλεξάνδρεια όπου ζούσε, για την ανάληψη της ανακαίνισης του Παναθηναϊκού Σταδίου, (Καλλιμάρμαρου) μετά την ανακατασκευή του από τον Ηρώδη τον Αττικό. Ίσως ο Αβέρωφ αισθάνθηκε ευτυχέστερος αυτού, αφού από «... έρημο αγρό, τόπο πλήρη λιθωμάτων, ακανθών και ακαθαρσιών συσσωρευμένων πανταχού, ουδέ σκελετό καν, αλλ' όγκο άμορφο...» το μεταμόρφωσε και το επανέφερε κυριολεκτικά στη ζωή, δαπανώντας το ιλιγγιώδες ποσό των 920.000 χρυσών δραχμών. «Το Παναθηναϊκό Στάδιο έμελλε να υπάρξη το κύριον πεδίον των αγώνων, η εν Αθήναις Άλτις, το κέντρον περί ό έμελλε να στραφή σύμπασα η πανήγυρις...».[1]
   Τιμή και ευγνωμοσύνη αποδόθηκε στον εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Αβέρωφ, για τον απαράμιλλο πατριωτισμό του με το στήσιμο του ανδριάντα του, έργο του καθηγητή γλυπτικής του Πολυτεχνείου Γ. Βρούτου, από Πεντελικό  μάρμαρο σε φυσικό μέγεθος, που κατασκευάστηκε με δαπάνη του Ταμείου των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε μπροστά από το Στάδιο, και αποκαλύφθηκε σε μια ενθουσιώδη και θερμή τελετή, απόντος του ιδίου λόγω ασθένειας, την 24η Μαρτίου 1896, την παραμονή της έναρξης των αγώνων. Στην εκδήλωση πρωτοστάτησε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος εκφωνώντας έναν μεστό, ευγνώμονα λόγο.

    Μετά την περιγραφή του πλαισίου του Μαραθώνιου η συγγραφέας επανέρχεται στον βασικό άξονα του θέματος, δηλαδή στα συμβάντα του πρώτου Μαραθώνιου, με λεπτομερή αναφορά στον οραματιστή του αγωνίσματος Μισέλ Μπρεάλ ̇ στη σύνδεση του Μαραθώνιου με ιστορικά γεγονότα καθώς και στους συμβολισμούς του.


  Το άθλημα του Μαραθώνιου δρόμου είναι καινούργιο, φαντάζει συναρπαστικό και ασκεί έλξη και γοητεία στους αθλητές που συμμετέχουν. Ο Γάλλος εκπαιδευτικός, ελληνιστής φιλόλογος, ελληνολάτρης ρομαντικός Μισέλ Μπρεάλ, φίλος και συνεργάτης του Ντε Κουμπερτέν, ως μέλος μιας από τις επιτροπές που είχαν συσταθεί για να μελετήσουν ζητήματα που θα ανέκυπταν από την ανασύσταση των αγώνων, είχε τη φαεινή ιδέα να θεσμοθετήσει για πρώτη φορά το νέο αυτό άθλημα, τη δολιχοδρομία ως «Μαραθώνιο δρόμο», αγώνα που θα ξεκινούσε από τον Μαραθώνα και θα κατέληγε στην Πνύκα, τον ιστορικό λοφίσκο απέναντι από την Ακρόπολη, τόπο που στην αρχαιότητα φιλοξενούσε τις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου της Αθήνας, ακολουθώντας την διαδρομή του Φειδιππίδη. Πολλαπλός ο συμβολισμός του νέου αθλήματος. Ένα νέο αθλητικό γεγονός στο πρόγραμμα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων άμεσα συνδεδεμένο με την Ελληνική ιστορία! Πρωτίστως θα απέδιδε τιμή στην Ελλάδα.
  Η μάχη του Μαραθώνα υπήρξε καθοριστική για την ιστορία της Ευρώπης με τον αγώνα του αρχαίου ελληνικού κόσμου να προασπίσει την ελευθερία των ελληνικών πόλεων-κρατών, να αντισταθεί και να ανακόψει την ασιατική εισβολή υπό τον Πέρση στρατηγό Δάτη, με τους 10.000 Αθηναίους του Μιλτιάδη και τους 1.000 Πλαταιείς. Χωρίς αυτή την αντίσταση, η ανθρωπότητα θα στερούνταν τον αρχαίο πολιτισμό με τον πνευματικό πλούτο του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. που γεννήθηκε στον ελλαδικό χώρο, και ιδιαίτερα στην πόλη των Αθηνών, πολιτισμό που στα θεμέλιά του χτίστηκε και στηρίχτηκε ο ευρωπαϊκός. Επιπλέον, το νέο άθλημα θα σηματοδοτούσε εναργέστερα τις αξίες του «ευ αγωνίζεσθαι» και της ευγενούς άμιλλας των αγώνων της κλασικής αρχαιότητας, πνεύμα που ο Μπρεάλ θεωρούσε απαραίτητο και στη σύγχρονη διοργάνωση.
  Τέλος, η ευφυής πρωτοβουλία του θα είχε και παιδευτικό χαρακτήρα, αφού η ανιδιοτελής πράξη του Φειδιππίδη, γνωστή ήδη στην Ευρώπη, αποτελούσε το σύμβολο της υπέρτατης φιλοπατρίας και αυτοθυσίας για την πατρίδα. Δύσκολο και πρωτόγνωρο το εγχείρημα της θεσμοθέτησης ενός τέτοιου αγωνίσματος, τόσο ώστε ακόμη και η γλώσσα μας σήμερα υιοθετώντας τη λέξη «Μαραθώνιος» υπονοεί κάτι το ιδιαίτερα κοπιαστικό και χρονοβόρο. Είναι αμφίβολο αν ο Μπρεάλ είχε επίγνωση του μεγέθους της απόστασης αυτού του δρόμου.
  Εύλογη η εθνική συλλογική προσδοκία λοιπόν, μετά από όσα προαναφέρθηκαν, να είναι «Έλλην» ο νικητής. Η πραγμάτωση αυτού του εθνικού πόθου βάζει φτερά στα πόδια των αθλητών μας. Αποκαλυπτικός των διάχυτων εθνικών συναισθημάτων και ο Τύπος εκείνων των ημερών. «Ο μαραθώνιος δρόμος είχε καταστή εθνικόν ζήτημα και επ' αυτού είχε καρφωθή και εμπηχθή η Ελληνική σημαία με το σπαρτιατικόν θαρραλέον και ανδρικόν ρητόν ''Ή ταν η επί τας''!»[2]

    Για άλλη μια φορά η κ. Σπυροπούλου μας αποδεικνύει πόσο απαιτητική και τελειομανής είναι. Δεν αρκείται στις γλαφυρές περιγραφές της και στην αδιαμφισβήτητη ικανότητά της να εμβαθύνει στα γεγονότα και να στοχάζεται, συχνά συγκρίνει το παρελθόν με το παρόν, και επικαλείται το συναίσθημα του Έλληνα αναγνώστη.

  Ας γυρίσουμε νοερά 116 χρόνια πίσω για να απολαύσουμε, μέσα από την περιγραφή του Άννινου, την πορεία εκείνου του θρυλικού αγώνα του Μαραθώνιου δρόμου, που ο νικητής του Σπύρος Λούης έκανε την τότε φτωχή Ελλάδα να ριγήσει από συγκίνηση και εθνική υπερηφάνεια, πράγμα που είχε τόση ανάγκη εκείνη την εποχή, μιας και βρισκόταν στον απόηχο της οδυνηρής χρεωκοπίας του 1893 επί Χαρίλαου Τρικούπη και της προσπάθειάς της να ορθοποδήσει. Τι όμορφο θα ήταν ένα όνειρο που η αφήγησή του θα μιλούσε για μια παρόμοια εθνική επιτυχία σήμερα, που θα ανόρθωνε τον συλλογικό ψυχισμό μας, θα αποκαθιστούσε το εθνικό μας γόητρο παγκοσμίως και θα το τοποθετούσε στο βάθρο που πραγματικά του αξίζει! Όπως ακριβώς συνέβη τότε με εκείνη την εθνική ανάταση όταν «...η αόρατος πτέρυξ της Νίκης, η ψαύσασα τα ελληνικά μέτωπα εν τω Σταδίω, κατά τας ημέρας ταύτας, απήλειψεν απ' αυτών της χρεωκοπίας το στίγμα».[3]


    Η παράθεση αποσπασμάτων από γραπτά κείμενα γνωστών συγγραφέων που ζωντανεύουν τα γεγονότα μάς συγκινεί και μας μεταφέρει σ' εκείνη την εποχή, διεγείροντας έντονα συναισθήματα και περιπλανήσεις της φαντασίας. Παράλληλα, λειτουργεί και ως αποδεικτικό στοιχείο που ενισχύει την πειθώ των γραφομένων της και προσδίδει κύρος σε αυτά.
    Έτσι, συμμετέχοντας και εμείς οι αναγνώστες βιώνουμε την αγωνιώδη αναμονή για το αποτέλεσμα του αγώνα, η οποία αναμονή είχε αρχίσει πολύ πριν από την διεξαγωγή του αθλήματος. Ακολουθεί η περιγραφή του αγώνα από τον συγγραφέα,  και αυτόπτη μάρτυρα Μπάμπη Άννινο, η οποία είναι πράγματι συναρπαστική, όπως και η περιγραφή της πολυπόθητης νίκης. Ωστόσο, ένα απόσπασμα του Τύπου από την υποδοχή του νικητή Σπύρου Λούη στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου και τερμάτισε πρώτος, θα μας δώσει το μέγεθος της αποθέωσης, τις αυθόρμητες εκδηλώσεις θαυμασμού και λατρείας εκ μέρους των επισήμων και του λαού, καθώς και τη λαμπρότητα της γιορτής.

«...κραυγαί μυριόστομοι αντήχησαν, πίλοι εστροβιλίσθησαν εις τον αέρα...τα πρώτα δώρα προς τον νικητήν...μιά λευκή περιστερά αγγελιοφόρος της νίκης φαιδρά επέταξε με την ελληνική σημαίαν εις τους πόδας της...ζητωκραυγαί μετά λυγμών εξεπορεύοντο, οφθαλμοί εδάκρυσαν [...]. Ένας Αμαρουσιώτης ανήλθεν εις την υψηλοτέραν κορυφήν τους Σταδίου, εις το ακρόβαθρον του δεξιού αναλήμματος και ανέμενε με την ελληνικήν σημαίαν ανά χείρας. Εις μάτην  συνεσωρεύθησαν κάτωθεν όλοι οι σκοποί και όλοι οι αξιωματικοί επόπται διατάσσοντες αυτόν να κατέλθη. Εστάθη αδύναντον. Παρ' όλας τας απειλάς και παρ' όλας τας διαταγάς έμεινεν προσηλωμένος εκεί εις την θέσιν του ακίνητος. Και αιφνιδίως ως παράφρων έρριψε κραυγήν θριάμβου και ρίπτων τον πίλον του υψηλά ανύψωσε μικράν ελληνικήν σημαίαν εις τας χείρας του κραυγάζων: ''Ενικήσαμεν!'' Την στιγμήν εκείνην όλοι οι θεαταί οι εξηκοντακισχίλιοι υψώθησαν ως είς άνθρωπος εκ της θέσεώς των και εστράφησαν προς την είσοδον. [...] Από του λόφου του Αρδηττού την στιγμήν καθ' ήν ενεφανίσθη ο νικητής του Μαραθωνίου εις το Στάδιον θα εξετοξεύθησαν εις τον αέρα τουλάχιστον χίλιοι πίλοι. Και επήλθε τοσαύτη συνώστισις, ώστε η ανθρωπομάζα εκείνη η συμπαγής εκλονίσθη βιαίως ως να έσεισεν το ανθρωπόφυτον εκείνο δάσος ισχυρός άνεμος. [...] πελώριος εφάνη εις τα λευκά του ενδύματα τρέχων ο Αμαρουσιώτης Λούης με την ηλιοκαμμένην μορφήν και τότε ο Διάδοχος και όσοι ήσαν εκεί εκ του επισήμου κόσμου, έθλιψαν την χείραν του και αυτόν κατησπάζοντο [...] Ο Λούης εισήλθε  ακμαιότατος».[4]

    Η τόσο επιθυμητή νίκη του Σπύρου Λούη δεν γιορτάστηκε μόνο στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Οι πανηγυρισμοί απλώθηκαν σ' όλη την Ελλάδα, μα πιο πολύ στην ιδιαίτερη πατρίδα του το Μαρούσι, όπου οι συγχωριανοί του μαζί με τον δοξασμένο συντοπίτη τους έπιναν, χόρευαν και τραγουδούσαν φθάνοντας σε σημείο παροξυσμού, χαράς και αισιοδοξίας. Αυτήν την ενθουσιώδη ανταπόκριση περιγράφουν οι εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής που καταγράφουν το πανηγυρικό κλίμα των ημερών και το ξέσπασμα της έξαλλης χαράς, ευτυχίας και εθνικής υπερηφάνειας που κατέκλυσε τις καρδιές όλων των Ελλήνων.
  Κορυφαία γεγονότα των επινικίων θεωρήθηκαν η μεγαλοπρεπής βραδινή λαμπαδηδρομία και το πρόγευμα που παρέθεσαν τα Ανάκτορα προς τιμήν των Ολυμπιονικών.   

    Όπως είναι γνωστό, το τέλος των αγώνων σφραγίζει η τελετή της απονομής επάθλων - μεταλλίων. Υψηλό φρόνημα αλλά και συγκίνηση περιρρέει την ατμόσφαιρα. Τα έπαθλα απλά και λιτά, ένας κλώνος κοτίνου, κι' ένα κλωνάρι δάφνης συνοδευόμενα από ασημένιο ή χάλκινο μετάλλιο αντίστοιχα. Αναπόφευκτη η σύγκριση με τα μέγιστα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν οι σημερινοί Ολυμπιονίκες. Ενδιαφέρον είναι το Κύπελλο του θεσμοθέτη του Μαραθωνίου δρόμου Μισέλ Μπρεάλ που προόριζε για τον Σπύρο Λούη ̇ διαβάζουμε τα εξής:

   Ο αθλοθέτης του Μαραθώνιου δρόμου Μισέλ Μπρεάλ, παρ' όλη την επιθυμία του, δεν αξιώθηκε να παραδώσει ο ίδιος το Κύπελλο στον Σπύρο Λούη, τη φιάλη όπως αποκαλούνταν τότε, που ο ίδιος είχε εμπνευστεί και σχεδιάσει. Είχε την πρόνοια ωστόσο, να το στείλει εγκαίρως στην Επιτροπή των αγώνων η οποία το παρέδωσε σε κομψή δερμάτινη θήκη. Αξίζει όμως να αφιερώσουμε λίγα λόγια περιγράφοντας το Κύπελλο του Μπρεάλ, το εθνικό αυτό ανεκτίμητο κειμήλιο. Κατασκευασμένο από καθαρό ασήμι, φέρει στο άνω μέρος του χαραγμένη την αφιέρωσή του μεταφρασμένη από τον Δημήτριο Βικέλα: ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ 1896 ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΝ ΑΘΛΟΝ ΕΔΩΚΕ ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΡΕΑΛ. Στο κάτω μέρος του είναι διακοσμημένο με παράσταση που απεικονίζει υδρόβια φυτά και ιπτάμενα πτηνά, συνδέοντάς το ευθέως ο Μπρεάλ με την χλωρίδα και την πανίδα της ελώδους περιοχής του ιστορικού χώρου του Μαραθώνα.

   Μετά τη στέψη και τη βράβευση του Λούη, προσέρχεται και ο Δεύτερος Μαραθωνοδρόμος νικητής Χαρίλαος Βασιλάκος από τη Λακωνία που έγινε ο νεώτερος Ολυμπιονίκης Μαραθωνοδρόμος σε ηλικία 20 ετών ˙ υπήρξε αθλητής στίβου με μακρά πορεία και μεταγενέστερα είναι εκείνος που εισήγαγε τον αγώνα βάδην στην Ελλάδα. Η είσοδός του στο Καλλιμάρμαρο πυροδοτεί νέα έκρηξη ενθουσιασμού.

Ο δεύτερος νικητής, δρομέας του Μαραθωνίου Χαρίλαος Βασιλάκος, απόλαυσε και αυτός τιμές, (μετάλλιο, δίπλωμα, στεφάνι) επευφημίες, ζητωκραυγές, συγχαρητήρια τηλεγραφήματα και δώρα σχεδόν ισάξια με εκείνα του Σπύρου Λούη.

    Η απλότητα και η λιτότητα των επάθλων ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το Ολυμπιακό πνεύμα, η απήχηση όμως που είχε στον κόσμο ήταν τεράστια και η δόξα αιώνια. Μεγαλειώδης η εορτή της απονομής, συγκινητική η λήξη που περατώνεται με μια φαντασμαγορική παρέλαση των Ολυμπιονικών στο Παναθηναϊκό Στάδιο, καθώς αναφέρει η συγγραφέας.

  Στην πρώτη σειρά βαδίζει ο Λούης, ευρισκόμενος σε αμηχανία και σύγχυση, λόγω των συνεχών επευφημιών, στέλνοντας ασπασμούς δεξιά και αριστερά με τα δυο του χέρια, ενώ κάποιος από τους θεατές στην άκρη του στίβου του βάζει στα χέρια μια μικρή Ελληνική σημαία· και ο Λούης κινεί τη σημαία θριαμβευτικά και υπερήφανα μέχρι το τέλος της παρέλασης!

   Την ιστορία των ιδεών και του πολιτισμού δεν γράφουν μόνον οι ήρωες αλλά και οι ποιητές. Οι μεν πρώτοι ενσαρκώνουν, υλοποιούν ιδέες με τρόπο θαυμαστό, οι δε δεύτεροι τις εξυμνούν και τις διαδίδουν στους λαούς. Οι ήρωες αποτελούν το έναυσμα, την πηγή της έμπνευσης, οι ποιητές επινοούν, και με τον γραπτό τους λόγο συμβάλλουν στην κατάκτηση της αιωνιότητας, πράγμα που συνιστά την ουσία και τη δικαίωση της ζωής. Ένας από αυτούς είναι ο Αργύρης Εφταλιώτης που υμνεί τον Σπύρο Λούη με το περίφημο ποίημά του «Ωδή στον Σπύρο Λούη». 
   Συνήθως, μετά τα γεγονότα και τη συναισθηματική τους έξαρση, ο ενθουσιασμός καταλαγιάζει και φθάνει η στιγμή του απολογισμού ̇ αυτόν τον αναλαμβάνει η κ. Σπυροπούλου.

   Ο απολογισμός της διοργάνωσης των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας υπήρξε κάτι περισσότερο από θετικός. Αναμφίβολα, τόσο η φιλοξενία και η διοργάνωση των Αγώνων από την Αθήνα όσο και η νίκη του Έλληνα, κατά το εθνικό ζητούμενο, Σπύρου Λούη υπήρξαν συγκλονιστικά γεγονότα για ολόκληρη την Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα. Το ηθικό των Ελλήνων αναπτερώθηκε, τα όνειρα απόκτησαν υπόσταση, ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο γεννήθηκαν, κλίμα αισιοδοξίας και εθνικής αυτοπεποίθησης διαχύθηκε παντού, ένα κράτος πρόσφατα χρεωκοπημένο και στιγματισμένο ανορθώθηκε και ανασύρθηκε από την αφάνεια....Η εμβληματική φράση και ευχή του βασιλιά Γεωργίου Α' στο λόγο που εκφώνησε στη διάρκεια του γεύματος που παρέθεσε στα Ανάκτορα «...η Ελλάς έσται το ειρηνικόν εντευκτήριον των Εθνών, το διαρκές και μόνιμον πεδίον των Ολυμπιακών αγώνων»  έθεσε για πρώτη φορά τη διάσταση της διαχρονικότητας και οικουμενικότητας των ελληνικών αξιών και ιδεωδών. Συνακόλουθα, κατά τον Τύπο εκείνων των ημερών «Το Παναθηναϊκόν Στάδιον παρέστη ημίν τας ημέρας ταύτας ως θεότευκτος κολυμβήθρα, αφ' ής ολόκληρος ο Ελληνικός λαός ανέδυ αποκτών νέαν ζωήν και περιβαλλόμενος νέον, ως φωτός, ιμάτιον [...] τα ελληνικά πλήθη πανταχού μετέβαλον όψιν, φαιδρά τις ζωηρότης διεχύθη επ' αυτά· το Ολυμπιακόν βάπτισμα τους απέδωκε την εις εαυτά εμπιστοσύνην και νέαν αλκήν και ελπίδας και θάρρος».[5]

     Το ηρωικό ιδεώδες που ενέπνευσε τον Σπύρο Λούη και τον δεύτερο Ολυμπιονίκη συναθλητή Χαρίλαο Βασιλάκο έχει γαλουχήσει και διαπλάσει πάμπολλες γενιές Ελλήνων, καθώς ανάγεται στις αρχές της ιστορίας μας, τότε που οι άνθρωποι αγωνίζονταν κυρίως με τη δύναμη της ψυχής και του σώματος. Αποτελούσε ύψιστο ιδανικό για τους νέους και εκφράστηκε με γενναίες πράξεις στους πολέμους αλλά και με παλληκαριά και ανώτερο ήθος στον αθλητισμό. Παράλληλα, χρησιμοποιήθηκε ως πρωταρχική ύλη που μεταλλάχθηκε σε τραγούδι, ποίημα, ύμνο από τους ποιητές κάθε εποχής. Τύχη αγαθή για τους λογοτέχνες μας η αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων που τους όρισε συνεχιστές μιας ένδοξης επικής παράδοσης και δημιουργούς ασύγκριτων ποιητικών έργων, όπως η «Καλλιπάτειρα» του Λορέντζου Μαβίλη, «Ο διθύραμβος του ρόδου» του Άγγελου Σικελιανού και το «Φως της Ολυμπίας» του Τάκη Δόξα.  
    Στο σημείο αυτό θα περίμενε κανείς το ευτυχές τέλος του βιβλίου. Κι' όμως όχι. Η συγγραφέας μας εξαντλεί το θέμα της και από την ηθική του πλευρά, γιατί πιστεύει πως υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα που πρέπει να συζητηθεί, να γίνει αντικείμενο προβληματισμού από όλους μας και κατά το δυνατόν προσπάθειας να επαναφέρουμε τα χαμένα ιδανικά του αρχαίου κόσμου στην υλιστική εποχή μας. Τρανό παράδειγμα και προτροπή γι' αυτό, ο αθλητής, πρώτος Ολυμπιονίκης Μαραθωνοδρόμος Σπύρος Λούης, ο οποίος δεν ξεπέρασε μόνο τα όρια του κατά τη διάρκεια του αγώνα αλλά και τις μυθικές σειρήνες που τον καλούσαν προς τον ευδαιμονισμό και την καλοπέραση, δελεάζοντάς τον με πάμπολλα δώρα και παραπλανητικές προσφορές. Κι' εκείνος με την απλότητα και το πρακτικό πνεύμα του εργαζόμενου ανθρώπου, ζήτησε μία  άμαξα για να διευκολυνθεί στην ταπεινή εργασία του, δηλαδή τη μεταφορά νερού από το Μαρούσι στην Αθήνα. Έτσι, αφόπλισε τους πάντες αλλά και δίδαξε τους νέους την ευγενή άμιλλα συνταιριασμένη με την ανιδιοτέλεια.
  Δυστυχώς, αυτό καθώς και άλλα εξαίρετα πρότυπα ανιδιοτέλειας, που ξεκινούν από την αρχαιότητα και συνεχίζονται στις νεώτερες Ολυμπιάδες δεν στάθηκαν ικανά να συγκρατήσουν τον αθλητισμό μακριά από την οικονομία της ελεύθερης αγοράς και την εμπορευματοποίησή του στις τελευταίες δεκαετίες. Ο βασικός κανόνας της μη κερδοφόρας απασχόλησης παραβιάστηκε από πολλούς αθλητές χωρίς δισταγμούς, χωρίς αιδώ. Την ίδια θλιβερή μοίρα είχαν και άλλα υψηλά νοήματα και αρχές όπως η συμφιλίωση και η ειρήνη μεταξύ των λαών, η ευγενής άμιλλα που σημαίνει θεμιτό συναγωνισμό, χωρίς χρήση αναβολικών, η αλληλεγγύη, η πίστη στον άνθρωπο και άλλα πολλά. Εύλογα η συγγραφέας φθάνοντας στο τέλος του βιβλίου ανατρέχει στην αρχή και μάλιστα στον αρχαιολάτρη και οραματιστή βαρώνο Πιέρ Ντε Κουμπερτέν που εμπνεύστηκε και εργάστηκε για την αναβίωση των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων και ο οποίος έγραψε τα εξής:

«...ασμένως ευχαριστώ τους βοηθήσαντάς μοι εις ευόδωσιν αυτού, τους πιστεύοντες μετ 'εμού ότι ο μεν αθλητισμός θα εξέλθη εξ αυτού μέγας και εξηυγενισμένος, η δε νεολαία θα αντλήση εξ αυτού την αγάπην της ειρήνης και το σέβας της ζωής».[6] 

   Δεν γνωρίζω αν όλες οι αξίες και τα ιδεώδη χάθηκαν ανεπιστρεπτί, αλλά θα τελειώσω με τη σκέψη ότι ο κόσμος μας αλλάζει (τα πάντα ρει), άρα υπάρχει ελπίδα.



[1] Τιμολέων Φιλήμων (Γεν. Γραμματέας του 12μελούς Συμβουλίου των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896) Ολυμπιακοί αγώνες 776 π.Χ - 1896 μ. Χ., Εκδ. Charles Beck, Αθήνα 1896, σ.3
[2] Εφημ. Ακρόπολις 30/3/1896
[3] Εφημ, Εφημερίς, 1/4/1896
[4] Εφημ. Ακρόπολις, 30/3/1896
[5] Εφημ. Εφημερίς, 1/4/1896
[6] Πιέρ Ντε Κουμπερτέν, Ολυμπιακοί αγώνες 776 π.Χ - 1896 μ. Χ., Εκδ. Charles Beck, Αθήνα 1896, σ.7

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΚΙΔΕΙΟ ΣΧΟΛΗ ΛΑΟΥ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΥΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΣΛΑΒΙΚΟΣ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ
(Εκσλαβισμός των κατοίκων ή αφομοίωση τού ξένου στοιχείου από το επικρατούν ελληνικό;)

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΚΙΔΕΙΟ ΣΧΟΛΗ ΛΑΟΥ
 ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΥΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΤΗΝ  13η ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016

Ακόμη και σήμερα, πολλοί είναι εκείνοι που δεν γνωρίζουν τα σχετικά με το παρελθόν, την ιστορία και τις ρίζες μας. Όμως θα είναι εξαιρετικά άδικο, να χρεωθούν το γεγονός αυτής της άγνοιας, άνθρωποι οι οποίοι περιμένουν από τους ερευνητές, για να μάθουν την αλήθεια, χωρίς προσμείξεις και περικοπές. Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει, όταν κάποιος αποφασίζει να ασχοληθεί μόνος του με την ιστορία και να έρθει αντιμέτωπος με σκαιώδη ζητήματα, τα οποία είναι αναγκαίο να βάλει σε τάξη, για να εξάγει όσο το δυνατόν πιο ασφαλή συμπεράσματα. Έρχεται λοιπόν, ο ερευνητής, ακόμη κι αν φαινομενικά έχει αποκρυσταλλώσει την άποψή του, σε θέση αρκετά δύσκολη, όταν γύρω του ξεπροβάλουν νέα και αξιοπρόσεκτα στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αποσιωπά τίποτα, αλλά να ερευνά σε μεγαλύτερο βάθος, μεμονωμένα αλλά και συνολικά το κάθε τι, κι αναλόγως να το δέχεται ή να το απορρίπτει.
Όμως και η συλλογιστική του, η οποία οδηγεί στην υιοθέτηση ή την κατάρριψη μίας προγενέστερης άποψης, ενός εξεταζομένου στοιχείου, πρέπει να είναι εμφανής. Να εκτίθεται στο κοινό που θέλει να έχει και το ίδιο άποψη. Έτσι, πλέον είναι ο καθένας προσωπικά, σε θέση να δεχτεί μία ιστορική αλήθεια, εάν κατανοήσει το σκεπτικό τού ερευνητή, το οποίο οδηγεί σε αυτήν, ή ακόμη και να μην τη δεχτεί, εάν δεν πείθεται από τον τρόπο που κινήθηκε ο ερευνητής. Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα, ο άνθρωπος αποφασίζει να ερευνήσει μόνος και να βρεθεί κι εκείνος στον ωκεανό τής ιστορίας και τού μυθεύματος, με κουπί τις ιστορικές πηγές και πυξίδα την κρίση του, για να βρει την ακτή τής αλήθειας που είναι σε θέση να απαντήσει και να καταρρίψει κάθε ψευδή ή αλλοιωμένη θεωρία.
Μία τέτοια θεωρία, η οποία κατά καιρούς απεδείχθη σαθρή από πλήθος επιστημόνων, συνεχίζει όμως να έχει ακόμη και σήμερα θιασώτες, είναι εκείνη που προήλθε από το Γερμανό ερευνητή Jakob Philipp Falmerayer (Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ) . Σχετίζεται δε, η συγκεκριμένη πασίγνωστη θεωρία, με τον εποικισμό σλαβικών φυλών στην Πελοπόννησο και ιδιαιτέρως με την αφομοίωση και εξαφάνιση κάθε ελληνικού στοιχείου από αυτήν. Οποιοσδήποτε κληθεί να βγάλει συμπέρασμα αγόγγυστα, ίσως να μην καταφέρει ουσιαστικά να αποκτήσει ιδίαν άποψη, αλλά να πελαγοδρομήσει. Κανένας μας δε θα δεχθεί να αποποιηθεί την ελληνικότητά του, αλλά οι αντιρρήσεις μας κατά πόσο έχουν την ισχύ μίας δομημένης επιχειρηματολογίας;
Σίγουρα στη μακραίωνη ιστορία τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, σλαβικά και διάφορα άλλα φύλα ήρθαν σε επαφή με τους Βυζαντινούς. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο, διότι είναι απολύτως φυσικό οι λαοί να έρχονται σε επαφή, είτε ειρηνικά είτε εμπόλεμα. Με αυτό τον τρόπο άλλωστε έγιναν πάμπολλες εδαφικές και εθνολογικές ανακατατάξεις για την ανθρωπότητα, μέσα στο πέρασμα τού χρόνου. Έτσι λοιπόν και οι Σλάβοι άρχισαν να συμπλέκονται με το Βυζάντιο. Παρακάτω θα εξηγήσουμε το πότε ακριβώς συνέβη αυτό, τον τρόπο αλλά και την υποτιθέμενη εξαφάνιση των γηγενών κατοίκων τού Μωρηά, λόγω τής σλαβικής κυριαρχίας.
Ας γνωρίσουμε όμως εν πρώτοις, την ιστορία των Σλάβων, συνοπτικά. Πρόκειται για ένα ινδοευρωπαϊκό φύλο προερχόμενο από την ανατολική Ευρώπη. Πιθανώς, η προγονική τους κοιτίδα να ήταν κοντά στο σημερινό Κίεβο. Δεχόμενοι εισροές από άλλα βορειοευρωπαϊκά φύλα, όπως οι Βίκινγκς, αλλά και ασιατικά όπως οι Ούννοι, άρχισαν να αυξάνονται και διασπείρωνται στις γύρω περιοχές. Κατ΄ αυτό τον τρόπο άρχισαν να διαιρούνται σε Βορείους Σλάβους, οι οποίοι εντοπίζονται στη Ρωσία κυρίως, σε Νοτίους, οι οποίοι είναι πιο γνωστοί σε μας καθώς βρίσκονται  στα Βαλκάνια, και σε Δυτικούς, όπως είναι οι Πολωνοί, Τσέχοι και Σλοβάκοι. Ήδη από τα τέλη τού 5ου αιώνος, κατείχαν περιοχές κοντά στη Βαλτική θάλασσα και κατευθύνονταν προς το νότο, όμως δε μαρτυρείται παρουσία τους κάτω από το Δούναβη πριν τον 6ο αι.. Οι αρχαϊκοί Ρώσοι όπως και οι αρχαϊκοί Βούλγαροι, δεν ανήκουν στα σλαβικά φύλα, αλλά πολλές φορές συγχέονται. Οι μεν Ρώσοι κατάγονται από την Σκανδιναβία, αν και εγκαθιστάμενοι σε περιοχές με πολλούς Σλάβους, η αλληλοαφομοίωση σίγουρα υπήρξε. Στην περίπτωση των ουννικής καταγωγής Βουλγάρων, η υποταγή των Σλάβων σε αυτούς, λειτούργησε καταλυτικά για τον ολοκληρωτικό εκσλαβισμό τους έως τον 10ο αι.. Άρα σήμερα δεν είναι σφάλμα να θεωρούμε τούς Ρώσους και τούς Βουλγάρους ως Σλάβους, όμως αναφερόμενοι στους προγόνους τους, την εποχή εκείνη, είναι ιστορικό ατόπημα να συγχέουμε την προέλευση των φυλών.
Ουσιαστικά, δεν υπάρχει περαιτέρω γνώση για τούς Σλάβους, πριν εισέλθουν στην βαλκανική χερσόνησο. Κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού αυτοκράτορος Ιουστίνου Α’ (518-527), άρχισαν να εμφανίζονται μεμονωμένα, στις επαρχίες νότια τού Δουνάβεως. Συστηματικές επιδρομές στα βυζαντινά εδάφη, πραγματοποιούνται αφού οι Σλάβοι σε επαφή με τούς Βουλγάρους απέκτησαν δύναμη, και ίσως λόγω της πίεσης από αυτούς, άρχισαν να λεηλατούν τις συνοριακές περιοχές τους Κράτους. Μόνιμη εγκατάσταση στα Βαλκάνια άρχισαν να πραγματοποιούν στα μέσα του 6ου αι., όταν ο Ιουστινιανός συνάπτοντας ειρήνη με τους Αβάρους το 558, εκείνοι συμφώνησαν να σταματήσουν κάθε επιδρομή των Σλάβων υποτελών τους στην αυτοκρατορία. Όμως το 578 οι Άβαροι άρχισαν επιδρομές μαζύ με τούς Σλάβους και το 580-81 επετέθησαν στη βυζαντινή πόλη Σίρμιο κοντά στο σημερινό Βελιγράδι. Οι Βυζαντινοί όντας απασχολημένοι με τον αγώνα κατά των Περσών στην Ανατολή, άφησαν τούς Σλάβους να κατοικήσουν μόνιμα στη βόρεια Βαλκανική έως το τέλος τού 6ου αι.. Στις αρχές τού 7ου αι., άρχισαν ξανά οι λεηλασίες με κύριο στόχο τη Θεσσαλονίκη, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το 626, όταν ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος απουσίαζε από την Κωνσταντινούπολη, Άβαροι και Σλάβοι, κατευθύνθηκαν εναντίον τής Πόλεως, αλλά απέτυχαν να απειλήσουν σοβαρά την ηρεμία της. Έκτοτε, δεν προσπάθησαν ξανά να επιτεθούν στο Κράτος. Βέβαια, στα μέσα του 7ου αι., η παρουσία τους στο μεγαλύτερο μέρος τής Βαλκανικής χερσονήσου είχε πλέον γίνει συνεχής και μόνιμη.
Όσον αφορά τη φύση εκείνων των πρωτόγονων Σλάβων, είναι αξιοπαρατήρητη η χαλαρότητα τής κοινωνικής και πολιτικής τους οργάνωσης. Θεμέλιο τής κοινωνίας τους αποτελούσε η οικογένεια, μιας και από το σύνολο των οικογενειών, πήγαζε η συγκρότηση τής κάθε κοινότητας. Ο ιστορικός του 6ου αιώνος, Προκόπιος, προβάλει τη δημοκρατική συνείδηση τους. Αυτός ίσως ήταν ο λόγος που οι μικρές φυλές δεν έγιναν ένα συμπαγές έθνος. Έπειτα, η συνεχής υποταγή σε μη Σλάβους, φαίνεται σε πολλούς ιστορικούς ως ενδεικτική τής ηπιότητας των ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, τον έβδομο αιώνα, ένας Φράγκος ονόματι Σάμο, ένωσε τούς Δυτικούς Σλάβους των γερμανικών περιοχών σε ένα βασίλειο. Δύο αιώνες αργότερα σχηματίστηκαν το κράτος τής Μοραβίας και τα Δουκάτα τής Βοημίας και Πολωνίας, αλλά και αυτά με υποβοήθηση των Φράγκων. Στα Βαλκάνια συνέχιζε για καιρό να μην υπάρχει οργάνωση ανάμεσα τους, ούτως ώστε οι Βυζαντινοί αποφάσισαν να τούς εκχριστιανίσουν και στη συνέχεια να τούς υποτάξουν. Οι πρώτοι που μετεστράφησαν  στον χριστιανισμό, ήσαν οι Μοραβοί το 863 και το παράδειγμά τους άρχισαν να ακολουθούν και τα υπόλοιπα σλαβικά φύλα.
Πολλές γνώμες έχουν διατυπωθεί σχετικά με την χρονική στιγμή κατά την οποία σλαβικά φύλα εγκαθίστανται στην Πελοπόννησο. Κάποιοι ερευνητές θεωρούν πως στα μέσα του 8ου αι., βασιλεύοντος τού Κωνσταντίνου Ε’ τού Κοπρώνυμου, έχουμε την πρώτη εγκατάσταση στην περιοχή, άλλοι την τοποθετούν στα τέλη του 6ου αι. κι άλλοι στον 7ο αι.. Ξεκινώντας να μελετούμε την χρονολογική σειρά των γεγονότων, όπως αυτά αναφέρονται από τις ιστορικές πηγές, τούς αυτόπτες μάρτυρες και τα χρονικά τής εποχής, μπορούμε να κατανοήσουμε περισσότερα για τους σκοτεινούς εκείνους αιώνες.
Κύρια πηγή για την τοποθέτηση τού εποικισμού στον 6ο αι., είναι μία συνοδική επιστολή του πατριάρχη Νικολάου προς τον αυτοκράτορα Αλέξιο τον Κομνηνό, η οποία γράφτηκε στα τέλη του 11ου αι., και εξιστορεί πώς ο Απόστολος Ανδρέας κατέστρεψε θαυματουργικά τους Αβάρους οι οποίοι κατείχαν ολόκληρη την Πελοπόννησο επί διακόσια δέκα οκτώ έτη. Κανένας Ρωμαίος δεν μπορούσε να επισκεφθεί την περιοχή, η οποία αποκόπηκε από τη ρωμαϊκή διοίκηση, όμως ο Άγιος μέσα σε μία μόλις ώρα τους αφάνισε. Αναφέρεται ακόμη ο πατριάρχης, σε κάποιο χρυσόβουλο που υπεγράφη από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο και με το οποίο προήχθη η εκκλησία των Πατρών σε μητρόπολη, λόγω τής ευγνωμοσύνης στον Άγ. Ανδρέα για τη βοήθειά του. Ο Νικηφόρος  βασίλευσε από το 802 έως το 811, άρα η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Σλάβους έγινε μεταξύ του 584 και του 593. Από τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο, μαθαίνουμε πως για την πολιορκία της Πάτρας οι Σλάβοι είχαν την υποστήριξη των Σαρακηνών και ότι την ίδια εποχή ερημώθηκε η Ρόδος κι άλλα νησιά. Η επίθεση αυτή των Σαρακηνών έγινε το 807, άρα αν αφαιρέσουμε τα 218 έτη κατοχής μέχρι τη νίκη των Βυζαντινών, βρισκόμαστε στο έτος 589, κατά το οποίο τοποθετείται η εισβολή των Σλάβων.
Όσα όμως λέει ο πατριάρχης Νικόλαος, αναιρούνται εντελώς εξετάζοντας τα ένα προς ένα. Αν βασιστούμε στα λόγια του, τότε η Πελοπόννησος δεν κατακτήθηκε από Σλάβους αλλά από Αβάρους. Όμως καμμιά φυλή Αβάρων δεν έφτασε ποτέ μέχρι την Πελοπόννησο, σε αντίθετη περίπτωση, θα ήσαν ποικίλες οι πηγές τής εποχής που θα ανέφεραν κάτι τέτοιο και μάλιστα εκτενώς. Εάν ακόμη θέσουμε ως έτος εισβολής το 589 που δέχεται και ο Φαλμεράυερ, ή έστω το μεσοδιάστημα από το 584- 593 που αναφέρει ο πατριάρχης Νικόλαος, τότε και πάλι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το γεγονός πως τόσο οι Άβαροι όσο και οι Σλάβοι, την εποχή εκείνη δεν προχώρησαν πέρα από τη Θράκη, νικήθηκαν άλλωστε από τους Βυζαντινούς και απωθήθηκαν πέρα από το Δούναβη, όπως αναφέρει και ο λεπτομερέστατος Edward Gibbon (Έντουαρντ Γκίμπον). Ολόκληρη η Πελοπόννησος δεν αποκόπηκε ποτέ από το Βυζαντινό Κράτος, ανήκε πάντοτε το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της στην Αυτοκρατορία, και καμμία πηγή δεν αναφέρει το αντίθετο, που αν συνέβη κάποτε, θα αποτελούσε κυριότατη αναφορά σε όλους ανεξαιρέτως τους ιστοριογράφους. Ωστόσο, και η εξαφάνιση των Σλάβων μετά την εξ ολοκλήρου επαναφορά της Πελοποννήσου στην Αυτοκρατορία, είναι λανθασμένη. Διότι πολλές φορές αργότερα υπήρξε αποστασία από εναπομείναντες Σλάβους, αναγκάζοντας τους αυτοκράτορες να στείλουν στρατεύματα προς συμμόρφωσιν.
Ας μη λησμονούμε πως οι Βυζαντινοί συγγραφείς πάντοτε διέκριναν τους Αβάρους από τους Σλάβους, ενώ ο Πορφυρογέννητος βεβαιώνει κατηγορηματικά, πως οι εχθροί που νικήθηκαν στην Πάτρα ήσαν Σλάβοι κι όχι Άβαροι. Οι Άβαροι δεν ήταν σλαβικό φύλο, έφτασαν στην Ευρώπη από τις ταταρικές ερήμους, υποδουλώνοντας μερικά σλαβικά φύλα, όπως ήσαν επί παραδείγματι οι Άντες και δημιουργώντας μία αχανή αυτοκρατορία. Ο Φαλμεράυερ εσφαλμένα τους τοποθετεί  επικεφαλής της κατάκτησης, ως αρχηγούς των Σλάβων, υποκύπτει όμως και σ’ ένα ακόμη λάθος. Δίνει στο τοπωνύμιο Αβαρίνο την ετυμολογική εξήγηση που το θέλει να προκύπτει από το όνομα των Αβάρων. Φαινομενικά θα μπορούσε να παραπλανήσει, όμως γνωρίζοντας πως η φυλή η οποία πήρε από τους Βυζαντινούς την ονομασία Άβαροι, -κατά την αρχαιοελληνική συνήθεια να εξελληνίζονται τα βαρβαρικά ονόματα-, ονομαζόταν  Ομπρί (Obri). Τουτέστιν δεν ονόμασαν οι Ομπρί την πόλη τους Αβαρίνο, αλλά οι Βυζαντινοί ονόμασαν την πόλη έτσι. Στ’ αλήθεια όμως, οι Βυζαντινοί συγγραφείς δε μεταχειρίζονται αυτό το όνομα. Παρά στα Χρονικά του Μωρέως, γίνεται λόγος για ονομασία της πόλεως Αβαρίνο από τους Φράγκους. Η ονομασία, τέλος, Άβαρα ή Αβαρίνο, απαντάται σε διάφορα μέρη τής Αυτοκρατορίας, όπου ουδέποτε εμφανίστηκαν οι Άβαροι. Προσωπικά, όσον αφορά τη λέξη Αβαρίνο, βρίσκω όντως μία δυτικότροπη χροιά, ιδίως στην κατάληξή της, χωρίς ωστόσο να είμαι γλωσσολόγος.
Στο γεγονός ότι οι Άβαροι και οι Σλάβοι κατατροπώθηκαν από τα βυζαντινά στρατεύματα πολύ μακρυά από την Πελοπόννησο, συμβάλουν οι γραπτές διηγήσεις δύο σπουδαίων συγγραφέων, οι οποίοι βρέθηκαν πολύ κοντά στα γεγονότα. Ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, έγραψε στις αρχές του 7ου αι. οκτώ βιβλία όπου εξιστορεί λεπτομερώς όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις από το 582 έως το 602, δηλαδή κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μαυρικίου. Ο Θεοφάνης, ο οποίος έζησε στο δεύτερο μισό του 8ου και αρχές του 9ου αι., έγραψε στην Χρονογραφία του, συνοπτικά αλλά με σαφή χρονική αλληλουχία, όλα τα σημαντικά γεγονότα από τα χρόνια του Διοκλητιανού έως του Μιχαήλ, ήτοι την ιστορία 528 χρόνων. Και οι δύο αυτοί συγγραφείς, αναφέρουν πως  Άβαροι και Σλάβοι έφτασαν μέχρι την Θράκη και στη συνέχεια εκδιώχθησαν. Τα ερωτήματα πού προκύπτουν εάν συμμεριστούμε την άποψη τού πατριάρχη και τού Φαλμεράυερ, είναι τα εξής: Γιατί στα 591, οι Άβαροι επιτίθενται στο Βυζάντιο από το Βελιγράδι και δε δημιουργούν ένα μέτωπο από την Πελοπόννησο που είχε υποτίθεται ήδη κατακτηθεί; Γιατί αναγκάζονται να κατακτήσουν ξανά τα περάσματα τού Αίμου, που θα έπρεπε να είναι ανοικτά για αυτούς εφ όσον είχαν ήδη κατακτηθεί; Γιατί ο χαγάνος των Αβάρων οπισθοχωρεί μπροστά στον βυζαντινό στρατό, τον οποίο ο Φαλμεράυερ θεωρεί άχρηστο; Γιατί το 591 οι Άβαροι δεν προχωρούν πέρα από την Θράκη; Γιατί ο αυτοκράτωρ Μαυρίκιος σε επιστολή του προς τον στρατηγό Πρίσκο, φανερώνει ότι το 591 οι Άβαροι κατείχαν μόνο τη Θράκη;
Η μαρτυρία του πατριάρχη Νικολάου, όπως διαφαίνεται από την αντιπαραβολή της με άλλα κείμενα κι από τις εν γένει ιστορικές μας γνώσεις, καταδικάζεται ως αναληθής. Πράγμα που θα δούμε και παρακάτω. Ο Φαλμεράυερ, ο οποίος στηρίζεται ολοκληρωτικά σε αυτήν, υποκύπτει σε μέγα επιστημονικό ατόπημα. Και τούτο, διότι αφ ενός ο Νικόλαος δεν είναι αξιόπιστη πηγή λόγω του τεράστιου χρονικού κενού ανάμεσα στα γεγονότα και την εποχή του, ένα κενό 5 ολόκληρων αιώνων, αφ ετέρου διότι δεν γράφει ιστορία, μελετώντας προσεκτικά και ελέγχοντας αυστηρά το κάθε τι, όπως για παράδειγμα ο Θεοφάνης και ο Σιμοκάττης. Η πιο σημαντική όμως διαφορά ανάμεσα στους ιστοριογράφους και τον πατριάρχη, είναι το κίνητρο που τους ωθεί στην καταγραφή των γεγονότων. Οι δύο τάσσονται υπέρ της ιστορικής αντικειμενικότητας και αλήθειας. Ο Νικόλαος όμως, δεν έχει σκοπό να γράψει ιστορία, αλλά να προβάλει την αξία της εκκλησίας των Πατρών, τον αποστολικό θρόνο, που πρέπει να αναδειχθεί, καθώς βάζει τον ίδιο τον Απόστολο Ανδρέα να σώζει την πόλη θαυματουργικά. Η υπερβολή των 218 ετών σλαβικής κατοχής, έρχεται να κορυφωθεί με τη μεγαλύτερη υπερβολή της σωτηρίας της πόλεως από τον Πρωτόκλητο, μέσα σε μία μόλις ώρα! Ο σκοπός τού πατριάρχη ήταν να αποδείξει στον παραλήπτη τής επιστολής του, Αλέξιο Κομνηνό, ότι η αναβάθμιση των μητροπόλεων είναι υψίστης σημασίας ζήτημα.
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στο σύγγραμμά του- απάντηση στην ανθελληνική θεωρία τού Φαλμεράυερ, λέει για το Νικόλαο, πως «θέλοντας να μεγαλοποιήσει το γεγονός της αναβάθμισης των μητροπόλεων, παρουσίασε από τη μια τον εχθρό που εξολοθρεύτηκε πολύ πιο φοβερό από ό, τι ήταν, κι από την άλλη τα αποτελέσματα τής ήττας του πολύ μεγαλύτερα επίσης. Μπέρδεψε έπειτα τούς Αβάρους, διότι δε γνώριζε ποιοι ακριβώς ήσαν οι εχθροί που νικήθηκαν στην Πάτρα το 807, ούτε πότε ήρθαν στην Πελοπόννησο. Ως πατριάρχης υπήρξε περισσότερο εξοικειωμένος με τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, οπότε βρίσκοντας στην εκκλησιαστική ιστορία πως οι Άβαροι είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο  πριν διακόσια χρόνια, συμπέρανε ότι εκείνοι εξοντώθηκαν με τη βοήθεια του Απ. Ανδρέα.»
Να αναφερθούμε τώρα στο σημείο, που ο Νικόλαος χαρακτηριστικά αναφέρει, ότι δεν μπορούσε κανένας Βυζαντινός να πατήσει στην Αχαΐα για 218 χρόνια. Ο Θεοφάνης γράφει πως στα 783, η Ειρήνη η Αθηναία έστειλε στην Πελοπόννησο το στρατηγό Σταυράκιο με σπουδαία στρατιωτική δύναμη εναντίον των αποστατών Σλάβων. Εκείνος τους υπέταξε και έφερε αιχμαλώτους και λάφυρα στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό έγινε 24 χρόνια πριν τη μάχη της Πάτρας και την οριστική εκδίωξη τους στα 807. Άρα ούτε αυτή η αναφορά τού Νικολάου, μας βρίσκει σύμφωνους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στο γεγονός πως ο Φαλμεράυερ, σε πολλά σημεία της μετάφρασης του, κάνει λάθη, συγχέει περιοχές ή ονόματα. Και γενικώς δίνει μία περιέργως αλλοιωμένη εικόνα πραγμάτων. Εν μέρει, προϊόν της άγνοιας και επιπόλαιας έρευνας του, ή ακόμη των επιδιώξεων του, θέλοντας να εξάγει το συμπέρασμα στο οποίο αρεσκόταν ο ίδιος και όχι την αλήθεια αυτή καθεαυτή. Σύμφωνα με τον Φαλμεράυερ, ο στρατηγός Σταυράκιος εισέβαλε στην Ελλάδα και επέπεσε στην Πελοπόννησο. Ο Θεοφάνης όμως αναφέρει ότι ο Σταυράκιος κατήλθε στην Ελλάδα και εισήλθε στην Πελοπόννησο. Ο Γερμανός ερευνητής, θέλει αλλάζοντας τη σημασία των ρημάτων, να ενισχύσει την άποψη ότι οι Σλάβοι είχαν διαμορφώσει ένα καθεστώς διοίκησης στην περιοχή, που δεν επέτρεπε στο βυζαντινό στρατό να εισέλθει χωρίς βία.
Παρ’ όλ’ αυτά να μην ξεχάσουμε να αναφερθούμε στο έργο του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου Προς τον ίδιον Υιόν Ρωμανόν, ειδικά στο κεφάλαιο μθ’ (49), όπου για άλλη μία φορά καταρρίπτονται όλα όσα λέει ο πατριάρχης Νικόλαος. Λέγοντας ο Πορφυρογέννητος ότι οι Σλάβοι σκέφτηκαν να αποστατήσουν, ευθύς αμέσως καταλαβαίνουμε ότι ήσαν φόρου υποτελείς και όχι κυρίαρχοι του τόπου. Εξακολουθεί ο αυτοκράτωρ, λέγοντας πως οι Σλάβοι κατέλαβαν τα σπίτια των γειτόνων τους Γραικών, άρα υπήρχαν ακόμη Έλληνες στην περιοχή και δεν είχαν εξαφανιστεί. Ήσαν μάλιστα αρκετοί ώστε να κατατροπώσουν τούς Σλάβους, εν τέλει. Τέλος, ο Πορφυρογέννητος λέγοντας ότι οι Σλάβοι επετέθησαν στην Πάτρα και ότι ο εκεί στρατηγός βρισκόταν στο κάστρο της Κορίνθου, εξάγεται το συμπέρασμα ότι τουλάχιστον η Πάτρα και η Κόρινθος δεν κυριεύτηκαν από Σλάβους και οι Έλληνες ήσαν ελεύθεροι να εισέρχονται εκεί.
Επί προσθέτως, ο Πορφυρογέννητος στηρίζεται σε μαρτυρία τού Ιεροκλή τού επονομαζόμενου Γραμματικού, ο οποίος έζησε μεταξύ 8ου κι 9ου αι.. Και ο οποίος έγραψε τον Συνέκδημο. Έναν κατάλογο δήλα δη, των πόλεων και επαρχιών που ανήκαν στη δικαιοδοσία τού Βυζαντίου. Ο Φαλμεράυερ κατηγορεί τον Ιεροκλή ως αναξιόπιστη πηγή, που δε μένει σε απλή καταγραφή, αλλά ‘’δίνει’’ στους Βυζαντινούς πόλεις που δεν τους ανήκουν, αλλάζοντας επί το αρχαιοπρεπέστερον τα σλαβικά τους ονόματα. Όμως, όπως διαπιστώνουμε μελετώντας τον Συνέκδημο, ο Ιεροκλής δίνει στις τοποθεσίες τα ονόματα που είχαν στην εποχή του, κι όχι τις αρχαίες τους ονομασίες.
Επιστρέφοντας τώρα στη μαρτυρία τού πατριάρχη Νικολάου, και προσπαθώντας να εξηγήσουμε πώς οδηγήθηκε σε αυτήν, καταλήγουμε σε μία πηγή από την οποία άντλησε το περιεχόμενο των γραπτών του. Αυτή είναι η εξάτομη Εκκλησιαστική Ιστορία τού Ευάγριου τού Σχολαστικού, έργο του τέλους του 6ου αι. Ο Ευάγριος τοποθετεί μια εισβολή Αβάρων στα 589. Όμως δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο μέρος όπου εισέβαλαν οι Άβαροι, ούτε βεβαίως μιλά για Πελοπόννησο, αλλά γενικολογεί γύρω από την αόριστη ονομασία ‘’Ελλάδα’’. Και το πράττει αυτό ο Ευάγριος, μιας και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ακριβώς τα γεγονότα, οπότε δεν μπορεί να τοποθετήσει την εισβολή για την οποία από κάπου πληροφορήθηκε, σε σαφές τοπικό πλαίσιο. Συνήθης τακτική των μεσαιωνικών συγγραφέων αυτή, που ίσως προκαλεί εντύπωση σήμερα. Όπως και η διεγερμένη φαντασία τους, που οδήγησε σε ποικίλες υπερβολικές διηγήσεις, μύθους και δοξασίες που πολλές απ’ αυτές κρατούν έως σήμερα. Πέραν τούτου, το μεγαλύτερο ελαφρυντικό που αναγνωρίζουμε στον Ευάγριο, έχει να κάνει με την απόσταση που τον χώριζε από το σημείο ενδιαφέροντος του, την Πελοπόννησο. Βρίσκεται στην Κοίλη Συρία ο ιστοριογράφος μας, και για εκείνον, το όνομα Ελλάδα περιγράφει το ευρωπαϊκό τμήμα τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μακρυνό και άγνωστο για την Ανατολή. Όπως και οι δυτικοί αναφέρουν την Ανατολή συγκεχυμένα, με το ίδιο σκεπτικό.
Άλλη πηγή τού Νικολάου ίσως είναι το Χρονικόν τής Μονεμβασίας, όπου δίνεται η πληροφορία ότι το δυτικό τμήμα τής Πελοποννήσου, βρισκόταν υπό σλαβική κατοχή  για διακόσια δεκαοκτώ έτη με ταυτόχρονη απομάκρυνση των αυτοχθόνων. Ωστόσο, ο συντάκτης τού Χρονικού, ο οποίος συν τοις άλλοις μάς είναι άγνωστος, στοχεύει στο να προσδώσει μεγαλύτερο κύρος στη μητρόπολη Πατρών και έτσι αυτή να επεκτείνει τη δικαιοδοσία της. Σε πολλά σημεία τής διήγησής του πέφτει σε λάθη, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να δώσουμε ιστορική αξία στο κείμενό του, αλλά να μάς απασχολεί μόνο λογοτεχνικά, όπως και άλλα Χρονικά αγνώστων ή όχι συγγραφέων. Στα γραπτά των οποίων ο μύθος και η αλήθεια είναι αλληλένδετες έννοιες ˙ να σάς θυμίσω στο σημείο αυτό το Χρονικόν του Μωρέως.
Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα στοιχεία, συμπεραίνουμε πως αυτοί που νικήθηκαν στα 807 στην Πάτρα, δεν ήσαν Άβαροι, αλλά Σλάβοι. Οι Άβαροι ουδέποτε ήρθαν στην Πελοπόννησο, ενώ στα 589 δεν έγινε καμμία σλαβική εισβολή. Οι Σλάβοι  πριν το 807 ήσαν υποτελείς και ξεσηκώθηκαν. Μετά την εξέγερση και την ήττα τους δεν εκμηδενίστηκαν, αλλά συνέχισαν να προσπαθούν για την ανεξαρτησία τους, ως την πλήρη αφομοίωσή τους. Καλώς μέχρι εδώ. Όμως πότε ήρθαν εκείνοι οι πρώτοι Σλάβοι στην περιοχή; Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος τοποθετεί τον εποικισμό κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού Κωνσταντίνου τού Κοπρώνυμου, όταν είχε ξεσπάσει μια επιδημία λοιμού. Η ασθένεια αυτή κατά τον Θεοφάνη, έπληξε τον ηπειρωτικό κορμό τής χώρας το έτος 764. Στοιχείο με το οποίο συμφωνεί ο Πορφυρογέννητος και το αποδέχονται με τη σειρά τους ο Άγγλος Gibbon και Ρώσος Καραμζίν (Николай Михайлович Карамзин). Με τη σειρά μας αποδεχόμαστε την άποψη αυτή, διότι είναι ιστορικά τεκμηριωμένη, από σύγχρονες πηγές της εποχής, και από ιστοριογράφους με πίστη στην έρευνα της αλήθειας, όπως ο Πορφυρογέννητος. Ο ίδιος μάς διηγείται πότε ήρθαν για πρώτη φορά οι Σλάβοι, ποια φύλα εξ αυτών εγκαταστάθηκαν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας, με ποιον τρόπο, πώς διοικούνταν, ποιες σχέσεις είχαν μεταξύ τους και με τους Βυζαντινούς και πολλά άλλα στοιχεία, για να αποκτήσουμε συνολική εικόνα της περιόδου.
Έχοντας απαντήσει πια στο ερώτημα της χρονολογίας κατά την οποία ήρθαν οι Σλάβοι στην Πελοπόννησο, θα μιλήσουμε τώρα σχετικά με την έκταση και το είδος τής εποικιστικής κίνησης τους. Η φράση τού Πορφυρογέννητου είναι η εξής: «Σκλαβώθηκε όλη η χώρα τής Πελοποννήσου και έγινε βαρβαρική». Με γνώμονα αυτή τη φράση, ο Φαλμεράυερ θεωρεί ότι σκλαβώθηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος κι έγινε βαρβαρική. Πώς όμως καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα εφ όσον ο αυτοκράτωρ – ιστοριογράφος δε λέει ολόκληρη η Πελοπόννησος; Μιλά απλώς για χώρα τής Πελοποννήσου. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ένα μέρος, ένα τμήμα ή κάτι άλλο χωροταξικό πάντως, μέσα στην ευρύτερη επικράτεια τής Πελοποννήσου. Η λέξη χώρα πήρε κατά καιρούς, ακόμη και σήμερα, διάφορες σημασίες. Από τον 10ο αι. σήμαινε την πόλη, πράγμα που συναντάμε ξανά σε σύγγραμμα του Πορφυρογέννητου, συγκεκριμένα στο Βίο τού Βασιλείου. Πολλάκις όμως σήμαινε και την ατείχιστη περιοχή, το ύπαιθρο, σε αντίθεση με την πόλη. Αυτή τη σημασία είχε από την αρχαιότητα έως το Μεσαίωνα και με αυτή χρησιμοποιείται στο απόσπασμα που μας ενδιαφέρει. Διότι όπως κι ο ίδιος ο Φαλμεράυερ παραδέχεται, πέφτοντας σε μία ακόμη αντίφαση, οι πόλεις και όσα μέρη είχαν τείχη δε σκλαβώθηκαν. Άρα μόνο το ύπαιθρο τής Πελοποννήσου έπεσε σε βαρβαρικά χέρια. Με ποιο τρόπο έγινε αυτό;
Ο Πορφυρογέννητος, αναφέροντας ότι όλο το μεταναστευτικό εκείνο κύμα πραγματοποιήθηκε εν μέσω θανατηφόρας επιδημίας λοιμού, μας δίνει αφορμή να σκεφτούμε λίγο παραπάνω. Οι Σλάβοι ήρθαν και αποίκισαν στα έρημα εξ αιτίας του λοιμού μέρη. Ο Πορφυρογέννητος, δίνει την πληροφορία ότι τα χωριά τους χτίστηκαν κοντά στα ελληνικά, άρα όχι μόνο υπήρχαν ελληνικά χωριά, αλλά οι Σλάβοι ήρθαν να ζήσουν ειρηνικά, χωρίς να τα καταστρέψουν. Σε αυτό συμφωνούν τόσο ο Ζινκέισεν και ο Βαρθολομαίος Κοπιτάρος όσο και ο ίδιος ο Φαλμεράυερ. Πέραν τούτου, εάν ο εποικισμός εκείνος είχε γίνει με τη μορφή βίαιης εισβολής, τότε όλες ανεξαιρέτως οι πηγές θα το ανέφεραν λεπτομερώς. Οι Σλάβοι έποικοι με τη σειρά τους θα παρουσιάζονταν ως κατακτητές και όχι υποτελείς, οι οποίοι στη συνέχεια αποστατούν.
Για τις κατά καιρούς επιδρομές των Σλάβων, κανένας δε σιωπά. Ο ιστορικός Προκόπιος εξιστορεί τις επιδρομές στα χρόνια τού Ιουστινιανού, δήλα δη στον 6ο αι. οι οποίες υπήρξαν καταστροφικές. Κανένας όμως δεν αποδέχεται ότι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο βυζαντινό κράτος, πριν τα μέσα του 8ου αι.. Συνήθιζαν τα σλαβικά φύλα να επιτίθενται στα βορειοευρωπαϊκά σύνορα του Κράτους, να λεηλατούν και να αρπάζουν, επιστρέφοντας στη χώρα τους ή συγκρουόμενα με το βυζαντινό στρατό, να εξολοθρεύονται. Όλες τους οι επιθέσεις περιγράφονται από τον Προκόπιο, τον Αγαθία, τον Μένανδρο και το Σιμοκάττη, αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες των γεγονότων. Γενικότερα, έγιναν γνωστοί με το όνομα Σκλαβηνοί, Σκλάβοι, Σθλάβοι, ονομασίες συνώνυμες με τις λέξεις δούλος ή αιχμάλωτος  μιας και υποδουλώνονταν εύκολα, και ήσαν ήδη από την εποχή τού Ηράκλειου υποτελείς στον Ρωμαίο αυτοκράτορα, ο οποίος έφερε ιερείς να τούς βαπτίσουν και να τους διδάξουν το χριστιανισμό. Δεν είχαν την στρατιωτική οργάνωση των γερμανικών ή των ουραλοαλταϊκών φυλών, γι’ αυτό κατατροπώνονταν εύκολα.
Στο σημείο ετούτο, κάνοντας ένα άλμα στον δέκατο αιώνα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια εξίσου κατατοπιστική πραγματικότητα. Η Βενετία έχοντας πλέον αναπτυχθεί σε σημαντικό κέντρο εμπορίου και ναυτική βάση, συναλλάσσεται με τούς Σαρακηνούς, διεξάγοντας έντονο δουλεμπόριο. Τόσο από τη Δαλματία όσο και από τη βόρεια Βαλκανική, νεαροί Σλάβοι εξάγονται και πωλούνται στους Άραβες τής Βορείου Αφρικής και Αιγύπτου. Για πολλούς, αυτή είναι άλλη μία εκδοχή τής προέλευσης τού ονόματος Σλάβος από τον σκλάβο, που έφθανε με τα βενετικά πλοία στο μουσουλμανικό κόσμο προς πώληση. Αυτό το φαινόμενο που ανάγεται ακόμη και μέχρι τα τέλη τού 11ου αι., (οπότε στην Ευρώπη η δουλεία άρχισε να εκλείπει σταδιακά, λόγω της υποχώρησης τού φεουδαρχικού συστήματος εμπρός στην ανάπτυξη της εμπορικής κεφαλαιοκρατίας του ύστερου Μεσαίωνος) σημαίνει πολλά. Και ενδιαφέρει τη μελέτη μας, διότι αποδεικνύει όχι ότι η κυρίαρχη τάξη των δούλων αποτελείτο από Σλάβους, -καμμία σχέση, αυτό θα ήταν ανεπίτρεπτο ολίσθημα-, αλλά ότι ακόμη και σε αυτή την εποχή, η κοιτίδα των Σλάβων δεν έπαψε να είναι η περιοχή τής Βόρειας Βαλκανικής χερσονήσου και όχι η Πελοπόννησος. 
Επιστρέφοντας τώρα στην κανονική ροή των γεγονότων όπως τα περιγράψαμε μέχρι εδώ, να τονίσουμε πως συχνά υπογράφονταν συμφωνίες μεταξύ Βυζαντίου και διαφόρων σλαβικών φυλών, αφού δεν αποτελούσαν ενιαίο, συμπαγές έθνος. Μέχρι τις αρχές του 7ου αι., τίποτα δεν τους υποχρέωνε να εγκαταλείψουν την πλούσια γη τους, έτσι μόνο σε επιδρομές στόχευαν. Ας μην ξεχνάμε, πως δε θα μπορούσαν να προβούν σε γενικευμένη επίθεση, καθώς δεν είχαν στρατιωτική διοίκηση, αλλά βρίσκονταν ακαθοδήγητοι σε κάθε πολεμικό εγχείρημα. Κι αυτό, γιατί στην χώρα τους δε γνώριζαν το σίδερο, οπότε ασχολούνταν με τη μουσική, τη γεωργία και την κτηνοτροφία και δεν είχαν καθορισμένη πολεμική οργάνωση. Τότε όμως, ήσαν οι Άβαροι αρχικά κι έπειτα οι Βούλγαροι, που επετέθησαν στα εδάφη των Σλάβων και τους υποδούλωσαν. Έτσι, εκείνα τα βόρεια φύλα κατέφυγαν για άσυλο στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η οποία είχε συμφέρον να τους τοποθετήσει στις περιοχές που ερημώθηκαν λόγω του καταστροφικού λοιμού τού 767 όπως προείπαμε. Ο λοιμός εκείνος ήρθε στην Πελοπόννησο από τη Σικελία και την Καλαβρία, οπότε και οι Σλάβοι ήρθαν ως ανθρώπινο αντιστάθμισμα στην περιοχή.
Φυσικά, εάν οι ίδιοι οι Σλάβοι έρχονταν σαν κατακτητές, δε θα επέλεγαν σε καμμία περίπτωση να επιτεθούν ή ακόμη περισσότερο να ζήσουν στο Μωρηά που μαστιζόταν από τη φοβερή ασθένεια. Εάν ήθελαν έστω να επιτεθούν κάπου, θα κατευθύνονταν προς την Αργολίδα που είχε αποφύγει το κακό. Αλλά, ως γεωργοί που ήσαν, με τη θέλησή τους δε θα έφταναν στα απόμακρα όρη αλλά θα προτιμούσαν τις εύφορες πεδιάδες. Πώς λοιπόν να δεχτούμε ότι ήρθαν εισβάλοντας στη βυζαντινή επικράτεια; Μάλλον η ίδια η Αυτοκρατορία τους χρησιμοποίησε, για να επανδρώσει τις ακατοίκητες περιοχές και να τους απομακρύνει βεβαίως από τα βόρεια σύνορά της. Κάποιους λοιπόν έστειλε στην Ασία, στο θέμα τού Οψικίου και στη Βιθυνία, κι άλλους στο Μωρηά. Αυτό δεν έδειξε να ενοχλεί τους Σλάβους, καθώς ήσαν συνηθισμένοι στο ν’ αλλάζουν τόπο, ενώ τους έδινε ευκαιρίες για μεγαλύτερη ανεξαρτησία, μακρυά από την αυστηρή κρατική εξουσία. Βέβαια, αυτό δε στάθηκε δυνατό, καθώς γνωρίζοντας εθνική διάσπαση, πολλές φορές οι επιμέρους ομάδες Σλάβων δεν είχαν καλές σχέσεις μεταξύ τους, ζούσαν και δρούσαν χωριστά. Δεν κατάφεραν ποτέ να δημιουργήσουν ενιαία δύναμη, τόσο μεγάλη κιόλας, που να μπορεί να δημιουργήσει εσωτερικό πλήγμα στην τεράστια Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ή να ανάψει εσωτερικά μέτωπα σε διάφορες περιοχές, ούτως ώστε να τις αποκόψει από την κρατική διοίκηση, και να δημιουργήσει εστίες με σαφή εθνικό προσανατολισμό, που με τη σειρά τους να πιέσουν το Βυζάντιο για προνόμια ή γιατί όχι, για αυτομόληση από εκείνο.
Στο Μωρηά, μετά την ήττα τού 807, οι Σλάβοι, υπέστησαν πολλές οικονομικές κυρώσεις. Ήσαν στο εξής υποχρεωμένοι να συντηρούν τούς υπαλλήλους και απεσταλμένους τού Βυζαντινού Κράτους, πού διέρχονταν από την Πάτρα. Θεωρήθηκαν πάροικοι, και αφορίστηκαν στο μητροπολιτικό ναό. Η νίκη αποδόθηκε στη βοήθεια τού Αγίου Ανδρέα, στην εκκλησία τού οποίου παραχωρήθηκαν λάφυρα. Ο επίσκοπος τής πόλεως μάλιστα, ενώ ήταν μέχρι τότε βοηθός επίσκοπος της Κορίνθου, ανήχθη στη μητροπολιτική τάξη, προσδιοριζόμενος πλέον ως μητροπολίτης Αχαΐας. Θεωρήθηκε ανώτερος σε τιμή από τούς επισκόπους Μεθώνης, Λακεδαίμονος και Κορώνης
Οι μεταρρυθμίσεις τού Νικηφόρου Α’, συνετέλεσαν αποφασιστικά στην αφομοίωση τού πληθυσμού. Με εξαίρεση τις φυλές των Μηλιγγών και των Εζεριτών Σλάβων στην περιοχή τού Ταϋγέτου, που διατήρησαν την εθνική τους ιδιαιτερότητα ως την Τουρκοκρατία. Αυτοί, μετά την αποστασία και την ήττα τού 807, προτίμησαν να αποσυρθούν σε βραχώδη όρη και διατήρησαν για πολύ καιρό τα ήθη και τα έθιμά τους, χωρίς να αφομοιωθούν από το κυρίαρχο ελληνικό στοιχείο ή από τα φραγκικά ήθη μετά την ίδρυση τού Πριγκηπάτου τού Μωρέως.
Όσον αφορά στον υποτιθέμενο εκσλαβισμό των γηγενών κατοίκων, δε συνίσταται εφ όσον οι Σλάβοι δεν ήρθαν ως κατακτητές, καταστροφείς και ιθύνοντες μίας νέας τάξης πραγμάτων. Άφησαν στην περιοχή μόνο τη συμβολή τους στη δημιουργία ονομάτων για βουνά, ποτάμια, χωριά και είδη αγροτικής χρήσης, που χρησιμοποιούνται ακόμη και  διακρίνονται σχετικώς εύκολα, λόγω της συνήθους καταλήξεως σε –τσα, -βα (π.χ. Καμενίτσα, Χαλανδρίτσα, Ζέρζοβα κλπ.). Κάθε άποψη σχετική με τον υποτιθέμενο εκσλαβισμό των κατοίκων τής περιοχής, εφ όσον δεν εγκαθιδρύθηκε οποιοδήποτε καθεστώς διοίκησης, και εφ όσον η χρήση τής ελληνικής γλώσσας στην Αχαΐα είναι αδιάλειπτη έως σήμερα, καταρρέει και εν μέρει εξυπηρετεί μόνο κάποιες ανθελληνικές στάσεις και όχι την ιστορική αλήθεια. Επιπροσθέτως, να τονίσουμε πώς ακόμη και κατά την Φραγκοκρατία ή την Τουρκοκρατία, όταν όντως οι εγχώριοι κάτοικοι υποδουλώθηκαν, δεν παρουσιάστηκαν αλλοιώσεις στην γλώσσα, την θρησκεία ή τις παραδόσεις. Όπως, τέλος, γνωρίζουμε σαφέστατα, οι Σλάβοι στα μέσα τού 9ο αι., εκχριστιανίστηκαν από τούς Θεσσαλονικείς ιεραποστόλους Κύριλλο και Μεθόδιο και απέκτησαν γραφή, με τη χρήση τού κυριλλικού αλφαβήτου.





(Ας παρουσιάσουμε εν κατακλείδι, τα στάδια του Σλαβικού εποικισμού στην Βυζαντινή Πελοπόννησο, συνοπτικά)
Συνοπτική Παρουσίαση Σλαβικού εποικισμού στην Πελοπόννησο

·        Μέσα 8ου αι., σλαβικά φύλα έρχονται στην Πελοπόννησο
·        Εγκαθίστανται σε έρημα λόγω λοιμώδους ασθένειας, μέρη της υπαίθρου, κυρίως ορεινά
·        Έρχονται ειρηνικά, κατόπιν συμφωνιών, μην έχοντας επιλογή, λόγω τής κατάκτησης της χώρας τους από τους Αβάρους κι έπειτα από τους Βουλγάρους
·        Εξυπηρετούν την ανάγκη τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για επάνδρωση των έρημων τόπων, αλλά και για διασκορπισμό των Σλάβων στο εσωτερικό της με σκοπό την αφομοίωσή τους
·        Δεν έχουν οργανωμένη διοίκηση, ενώ οι κύριες ασχολίες τους είναι αγροτικές
·        Δεν εγκαθιδρύουν οποιοδήποτε καθεστώς διοίκησης
·        Αποστατούν στα 807, όμως ηττώνται και πλέον αρχίζουν να αφομοιώνονται σταδιακά
·        Οι φυλές των Εζεριτών και Μηλιγγών Σλάβων συνεχίζουν να διατηρούν την εθνική τους υπόσταση, ζώντας αποκομμένοι στα υψίπεδα του Ταϋγέτου μέχρι την Τουρκοκρατία
·        Διατηρούνται ακόμη σλαβικά τοπωνύμια όρεων, ποταμών, χωριών κ.λπ., σε πολλές περιοχές





ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Θέλω στο σημείο αυτό, να ευχαριστήσω πρώτα από όλους τον πρόεδρο τής Διακιδείου Σχολής Λαού Πατρών, κ. Ιωάννη Αθανασόπουλο, ο οποίος με συμπεριέλαβε στον κύκλο των εκλεκτών ομιλητών που έχουν ομιλήσει σε αυτήν την ιστορική αίθουσα. Επίσης, τούς κ.κ. Στέφανο Σκαρπέλλο και Σπύρο Σκιαδαρέση, οι οποίοι ενθάρρυναν την προσπάθειά μου. Τέλος, όλους εσάς, που παραβρίσκεστε και με τιμάτε με την παρουσία σας. Εύχομαι σε όλους υγεία, μακροημέρευση, ειρήνη. Και το 2016 να είναι έτος φωτεινό και να φέρει ελπίδα για αλλαγή και στροφή στις ρίζες μας. Μια στροφή που πάντα έχει να μας διδάξει κάτι. Και ιδιαιτέρως μέσα από τη μελέτη τής ιστορίας μας, μπορούμε να σταθούμε πολύ πιο δυναμικά απέναντι στο μέλλον. Να στηριχθούμε σε αυτήν την ιστορία για να μη δειλιάσουμε ούτε στιγμή, ό, τι και αν έρχεται κατά πάνω μας. Ας δώσουμε λοιπόν σε αυτή την κληρονομιά που φέρουμε, την αξία που έχει. Ας μην τη λησμονούμε, ας μην την παραγκωνίζουμε, ας μην επιτρέπουμε την παραποίησή της.
Η σημερινή μου ομιλία, αφιερούται σε έναν σπουδαίο άνθρωπο, ιστορικό ερευνητή,  που πολλοί είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε. Εγώ ως παιδί, έχω μνήμες από εκείνον, στην συγκεκριμένη μάλιστα αίθουσα, ενώ ήταν ήδη υπερήλικας, αλλά με πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό έως το τέλος. Αναφέρομαι στον ιστορικό ερευνητή της τοπικής μας ιστορίας, δικηγόρο των Πατρών, κ. Κωνσταντίνο Τριανταφύλλου. Αιωνία του η μνήμη!





Βιβλιογραφία (χρήσιμη για όποιον θέλει να γνωρίζει περισσότερα)

ΠΗΓΕΣ:
§        Agathiae Myrinaei Historiarum, libri 5, Corpus scriptorum historiae byzantinae,  Bonnae 1828.
§        Euagrius, Ecclesiastical History, εκδ. J. Bidez – L.Parmentier, The Ecclesiastical History of Euagrius with Scholia, Amsterdam 1964.
§        Θεοφάνης, Χρονογραφία, τ. Β’ - Γ’, εκδ. αρχιμ. Α. Κουστένης, Αθήνα 2010.
§        Hieroclis, Synecdemus: accedunt fragmenta apud Constantinum Porphyrogennetum servata et nomina urbium mutat, Bibliotheca scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana, Lipsiae 1893.
§        Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος,  Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν, τον Θεοστεφή και Πορφυρογέννητον Βασιλέα, PG 113, 157-422.
§        Μονεμβασίας Χρονικόν, εκδ. Ν. Βέης, Το περί τής κτίσεως τής Μονεμβασίας Χρονικόν, Αθήνα 1909.
§        Μορέως Χρονικόν, εκδ. Π. Καλονάρος, Το Χρονικόν τού Μορέως, Αθήνα 1940.
§        Nicholas Patriarch of Constantinople, Letters, Corpus fontium historiae Byzantinae, Washington 1973.
§        Προκόπιος Καισαρείας, Ιστορία των πολέμων, εκδ. Βυζαντινοί συγγραφείς (Νέα Σύνορα), Αθήνα 1996.
§        Theophylacti Simocattae historiarum, libri 8, Corpus scriptorum historiae byzantinae,  Bonnae 1843.
ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
§   Βακαλόπουλος Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Α’- Η’, 1961.
§   Βακαλόπουλος Α., Καίρια θέματα στην ιστορία μας, 1990.
§   Βακαλόπουλος Α.,Ο χαρακτήρας των Ελλήνων. Ανιχνεύοντας την εθνική μας ταυτότητα, Αθήνα 2003.
§   Γιαννακόπουλος Κ., Μεσαιωνικός Δυτικός Πολιτισμός και οι κόσμοι τού Βυζαντίου και τού Ισλάμ, (μτφρ. Π. Χρήστου), Θεσσαλονίκη 1993.
§   Gibbon Ed., The decline and fall of the Roman Empire, Encyclopaedia Britannica, Chicago 1952.
§   Zinkeisen J.W., Geschichte Griechenlands, Leipzig 1832.
§   Θανασουλόπουλος Κ., Τα τοπωνύμια τής Αχαΐας ως ιστορικές μνήμες τού μεσαιωνικού εποικισμού της, Πάτρα 2007.
§   Καραγιαννόπουλος Ι., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’ (565-1081), Θεσσαλονίκη 1993.
§   Карамзин Михайлович Николай, История государства Российского, εκδ. Κ. Παπουλίδης, Η Ιστορία της Ρωσσικής Αυτοκρατορίας του Νικόλαου Καραμζίνου στα ελληνικά: μεταφραστικές και εκδοτικές προσεγγίσεις, Θεσσαλονίκη 2012.
§   Κορδώσης Μ., Η σλαβική εποίκηση στην Πελοπόννησο με βάση τα σλαβικά τοπωνύμια, 1981.
§   Κυριακίδης Σ., Οι Σλάβοι εν Πελοποννήσω, Θεσσαλονίκη 1947.
§   National Geographic, Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 11.
§   Νυσταζοπούλου- Πελεκίδου Μ., Σλαβικές εγκαταστάσεις στη μεσαιωνική Ελλάδα, Αθήνα 1995.
§   Παπαρρηγόπουλος Κ., Περί του εποικισμού Σλάβων στην Πελοπόννησο - απάντηση στην ανθελληνική θεωρία του Φαλμεράυερ.
§   Πρακτικά Συνεδρίου Προς τιμήν και μνήμην των Αγίων αυταδέλφων Κυρίλλου και Μεθοδίου των Θεσσαλονικέων, φωτιστών των Σλάβων, Θεσσαλονίκη 1986.
§   Σωτηρίου Στ., Έλληνες και Σέρβοι, Αθήνα 1996.
§   Ταρνανίδης Ι. – Ευαγγέλου Η., Μεσαιωνική γραμματεία των Σλάβων, ιστορία και διαχρονική εξέλιξη, Θεσσαλονίκη 2013.
§   Fallmerayer J. F., Περί τῆς καταγωγῆς τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων, (μτφρ. Κ. Ρωμανός), Ἀθήνα 1984.
§   Χριστοφιλοπούλου Α., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. Β’, Θεσσαλονίκη 1997.