ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ(1935-2014

Θωμάς Ιωαν. Παπαδόπουλος (1935 – 2014)
            Τον αείμνηστο Θωμά Παπαδόπουλο τον γνώρισα στα μέσα της δεκαετίας 1970, σε μία επίσκεψή μου στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, όπου ήταν προϊστάμενος στο τμήμα χειρογράφων και σπανίων εντύπων. Από την πρώτη στιγμή μου έκανε εντύπωση η ευγένειά του, η προθυμία του και η προσήνειά του και έκτοτε συνδεθήκαμε στενά.
            Ο Θωμάς Παπαδόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα στις 23 Νοεμβρίου 1935 και από μικρός έδειξε την κλίση του στα γράμματα. Όπως είπε ο ίδιος, σε συνέντευξη που έδωσε, «Από πολύ μικρό με ταξίδευε σε ομορφότερους κόσμους το διάβασμα. Ακόμη κι από την προσχολική ηλικία. Θυμούμαι πως άμα ο πατέρας έφερνε ψώνια τυλιγμένα σε κομμάτια εφημερίδας (έτσι γινόταν τότε), εγώ έκρυβα το κομμάτι εφημερίδας (που μπορούσε να βρωμοκοπάει και ψαρίλα), για να το διαβάσω. Γι’ αυτό μου είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «ο τρελλοδάσκαλος». Η απόκτηση εξωσχολικών βιβλίων, αυτών των κάποιων που κυκλοφορούσαν τότε, ήταν μόνο για λίγους. Θυμούμαι που είχε αναγγελθεί ότι θα κυκλοφορούσαν σε εβδομαδιαία τεύχη τα «Άπαντα» του Παπαδιαμάντη. Παρά τη λαχτάρα μου, μόνο το πρώτο τεύχος κατάφερα να αγοράσω».
            Όμως υπήρχαν τα «Λαϊκά Αναγνωστήρια», όπου γίνονταν διαλέξεις και λειτουργούσε πλούσια δανειστική βιβλιοθήκη. Τα «Λαϊκά Αναγνωστήρια» ιδρύθηκαν στις 23 Αυγούστου 1945, από πνευματικά ανήσυχους συμπολίτες και διαλύθηκαν στις 4 Ιουνίου 1996, αφού διέγραψαν μία διαδρομή μισού αιώνα, εκπληρώνοντας ζηλευτή πολιτιστική αποστολή, υπό την προεδρία του αείμνηστου Κώστα Τριανταφύλλου. Οι διαλέξεις γίνονταν σε μία μικρή αίθουσα, στο ισόγειο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, σ’ ένα χώρο που εξέπεμπε οικειότητα, ζεστασιά και πνευματικότητα, προσφερόταν για τη δημιουργία πνευματικών δεσμών και παρείχε ευκαιρίες και ερεθίσματα για γόνιμο διάλογο. Σ’ αυτό το χώρο καταφύγαμε πολλοί νέοι της εποχής, θέλοντας να μάθουμε, όσο γίνεται περισσότερα, για να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο, όπως πιστεύαμε.
            Με νοσταλγία θυμόταν, στις κατά καιρούς συναντήσεις μας, τη δανειστική βιβλιοθήκη των «Λαϊκών Αναγνωστηρίων», που στεγαζόταν στο γωνιαίο χώρο Δημ. Βότση και Μαιζώνος, στο ισόγειο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, όπου τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο είχε η αείμνηστη Τούλα Παπαχρονοπούλου. Μας γνώριζε όλους, όσοι συχνάζαμε εκεί, με τα μικρά μας ονόματα και όταν επιστρέφαμε το βιβλίο που είχαμε δανειστεί, απαιτούσε, με εξεταστική διάθεση, να της πούμε τις εντυπώσεις μας, για να διαπιστώσει αν πραγματικά το είχαμε διαβάσει.
            Από τους πιο τακτικούς θαμώνες της δανειστικής βιβλιοθήκης ήταν ο Θωμάς Παπαδόπουλος, σε σημείο που όταν τελείωνε το Γυμνάσιο, να δυσκολεύεται η αείμνηστη κ. Τούλα, να του βρει και να του δανείσει κάποιο βιβλίο, που να μην έχει διαβάσει.
            Αποφοίτησε από το Δ΄ Γυμνάσιο Πατρών το 1954, με άριστα και όπως είπε στη συνέντευξη που έδωσε, «Ίσως να μην κατάφερνα να το τελειώσω, αν από την προτελευταία τάξη δεν μου έστελνε κάποιος ιδιωτικός σύλλογος από την Αθήνα ένα χρηματικό ποσό κάθε μήνα ως υποτροφία». Ήταν το πρώτο παιδί επταμελούς οικογένειας και ο πατέρας του ήταν βιομηχανικός εργάτης, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για ένα φιλομαθή νέο. Είναι ευτυχής συγκυρία ότι αναγνωρίστηκε η ασίγαστη επιθυμία του για μόρφωση και σ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών του, έλαβε συνολικά 15 υποτροφίες, κυρίως κρατικές. Ελπίζοντας λοιπόν στην υποτροφία του ιδιωτικού συλλόγου από την Αθήνα, αποφάσισε να δώσει εξετάσεις για τη Φιλοσοφική Αθηνών, στις οποίες και πέτυχε με καλή σειρά και κέρδισε υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του και παρά τα σοβαρότατα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, εργαζόταν και βοηθούσε, όσο μπορούσε, την οικογένειά του.
            Με την υποστήριξη του καθηγητή Γεωργίου Ζώρα, αφού είχε λάβει το πτυχίο του, του χορηγήθηκε υποτροφία της Ιταλικής Κυβέρνησης και πήγε στη Ρώμη, για μεταπτυχιακές σπουδές και έρευνες. Με ελληνικές και ξένες υποτροφίες που του χορηγήθηκαν στη συνέχεια, έμεινε τρία ολόκληρα χρόνια στην Ιταλία και επεξέτεινε τις έρευνές του σε βιβλιοθήκες και αρχεία και άλλων πόλεων. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ρώμης τον Οκτώβριο 1961 και το δίπλωμα που έλαβε έφερε το βαθμό «άριστα μετ’ επαίνου», «trenta e lode», στα ιταλικά. Οι εξετάσεις για την απόκτησή του ήταν δημόσιες, δηλαδή ενώπιον κοινού και η ογκώδης διπλωματική εργασία του χαρακτηρίστηκε από το Συμβούλιο των καθηγητών της Σχολής «έργο βαρύ», «opera poderosa». Ο τίτλος της ήταν «Τρία ανέκδοτα ποιήματα από τα «Χαρτιά» του Λέοντος Αλλατίου» και ήταν γραμμένη στα ιταλικά, «Tre poemi inediti dale Carte Allacciane». Δυστυχώς, οι πιεστικές υπηρεσιακές ανάγκες καθυστέρησαν για πάνω από δέκα χρόνια τη δημοσίευση αυτών των ποιημάτων στα ελληνικά και το ένα από αυτά, «Ο Δαβίδ», για το οποίο θα γίνει εκτενής λόγος στη συνέχεια, όταν δημοσιεύθηκε, θεωρήθηκε ως μία από τις σημαντικότερες φιλολογικές ανακαλύψεις των τελευταίων ετών.
            Ταυτόχρονα γράφτηκε και στη μεταπτυχιακή Σχολή για Αρχειονόμους και Βιβλιοθηκαρίους του ίδιου Πανεπιστημίου και όταν ήρθε η ώρα της διπλωματικής εργασίας, το Συμβούλιο των Καθηγητών τον ρώτησε για το θέμα που ήθελε να πραγματευθεί. Ο Θωμάς Παπαδόπουλος απήντησε ότι σκόπευε να ανασυγκροτήσει την παλαιότερη του 1800 Ελληνική Βιβλιογραφία, δηλαδή να αποδελτιώσει τα βιβλία που εκδόθηκαν μέχρι το 1800. Μεταξύ των Εισηγητών Καθηγητών για τη διπλωματική του εργασία, ήταν και η διακεκριμένη βυζαντινολόγος Enrica Follieri, η οποία είχε δημοσιεύσει μελέτη για την Ελληνική Βιβλιογραφία του 16ου αιώνα. Η απάντησή της, μόλις άκουσε το θέμα της μεταπτυχιακής εργασίας του, ήταν, ότι έμοιαζε με ουτοπία, αναλογιζόμενη το μέγεθος του έργου και τον κόπο που έπρεπε να καταβάλλει, εργαζόμενος μόνος του.
            Η αλήθεια είναι ότι είχε αρχίσει να δουλεύει την Ελληνική Βιβλιογραφία, από το καλοκαίρι του 1962 και μετά από μερικά χρόνια παρέδωσε την εργασία του, με τον τίτλο «Ανασυγκρότηση της Ελληνικής Βιβλιογραφίας μέχρι το έτος 1800». Πρόκειται για δύο τόμους 900 μεγάλων σελίδων, που οι καθηγηταί του τους υποδέχτηκαν με επαινετικά σχόλια. Μάλιστα του έδωσαν και ένα έγγραφο, με το οποίο συνιστούσαν στο Ελληνικό Κράτος, να δημοσιεύσει την εργασία του, για να καταδειχθούν οι πνευματικοί δεσμοί μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, αφού το μεγαλύτερο μέρος της παλαιάς εκείνης τυπογραφικής παραγωγής, πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία. Ευτυχώς για το Θωμά Παπαδόπουλο, που έχασε το έγγραφο, γιατί αν το υπέβαλε, μπορεί και να του δημιουργούσε προβλήματα.
            Στην Ιταλία, επισκέφθηκε τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες της χώρας. Πρώτα επισκέφθηκε τη βιβλιοθήκη Vallicelliana, που είναι κοντά στο Βατικανό. Εκεί άρχισε να αποδελτιώνει τα «χαρτιά» του Χιώτη Λέοντος Αλλατίου (1588 – 1669), που ήσαν 237 ογκώδεις τόμοι, με σύμμικτο υλικό στα ιταλικά, λατινικά, ελληνικά και σε άλλες γλώσσες. Οι σύγχρονοί του ευρωπαίοι επιστήμονες έλεγαν για τον Αλλάτιο, ότι η Χίος γέννησε δύο μεγάλους, τον Όμηρο και τον Αλλάτιο. Είχαν γίνει πολλές προσπάθειες να αποδελτιωθούν τα κατάλοιπά του, από επιφανείς Έλληνες ερευνητές, όπως ο Κων. Άμαντος, ο Νικ. Τωμαδάκης, ο Γεωργ. Ζώρας και ο Αθαν. Κομίνης, αλλά κανένας δεν μπόρεσε να παρουσιάσει κάτι ολοκληρωμένο. Μετά από πολύ κόπο ο Θωμάς Παπαδόπουλος κατόρθωσε να συντάξει τον κατάλογο με τα «Αλλατιανά», ο οποίος καταλαμβάνει δεκάδες πυκνογραμμένα τετράδια, αλλά παραμένει ανέκδοτος.
            Οι άλλες αρχειακές έρευνές του περιεστράφησαν γύρω από το θέμα της ελληνικής διασποράς στην Ιταλία, από το 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα και ιδίως εκείνης που είχε σχέση με την Καθολική Εκκλησία, το Παπικό Κολλέγιο της Ρώμης, που ιδρύθηκε το 1576, τους μαθητές του και τις δραστηριότητές τους, μετά την αποφοίτησή τους και τους Έλληνες και Δυτικούς μισσιονάριους, στον ελλαδικό χώρο. Είδε και ερεύνησε πολλά ιταλικά αρχεία, προπαντός εκκλησιαστικά και εκτός Ρώμης και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το περιώνυμο αρχείο της «Προπαγάνδας της Πίστεως», που ιδρύθηκε το 1622, με σκοπό να διαδώσει τον καθολικισμό σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Είδε πολλές εκατοντάδες ογκώδεις σύμμικτους τόμους, με αρχειακό υλικό, αρκετό από το οποίο μικροφωτογράφησε, αλλά δεν πρόλαβε να δημοσιεύσει. Ο σοφός δάσκαλός του Γεώργιος Ζώρας, που γνώριζε τί είχε βρει, του είπε ότι και δύο ζωές αν ζούσε, δεν θα προλάβαινε να τα δημοσιεύσει όλα. Δυστυχώς δεν κατάφερε να τον διαψεύσει.
            Στις 3 Σεπτεμβρίου 1964, προσελήφθη ως έκτακτος υπάλληλος στη Βιβλιοθήκη της Βουλής και μετά από μερικά χρόνια μονιμοποιήθηκε. Κατά την περίοδο που ήταν έκτακτος, τοποθετήθηκε προϊστάμενος, ταυτόχρονα στα δύο από τα πέντε τμήματά της, στο τμήμα χειρογράφων και σπανίων εντύπων και στο τμήμα αγορών. Τον Ιούλιο 1997 παραιτήθηκε, όταν έγινε εθελουσία έξοδος των  υπαλλήλων της Βουλής. Τα δώδεκα τελευταία χρόνια της υπηρεσίας του τα πέρασε ως Προϊστάμενος της Μπενακείου Βιβλιοθήκης, που είναι ένα αποκεντρωμένο τμήμα της Βιβλιοθήκης της Βουλής, το οποίο έχει ως βάση, τη βιβλιοθήκη Ρενάν–Ψυχάρη και είναι εγκατεστημένο στο δυτικό τμήμα του κτιρίου της Παλαιάς Βουλής, με είσοδο από την οδό Ανθίμου Γαζή.
            Στα 33 συνολικά έτη της υπαλληλικής του ζωής, κατέκτησε ένα σπάνιο ρεκόρ, μεταξύ των υπερεξακοσίων συναδέλφων του, που υπηρετούσαν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Τα τελευταία 25 χρόνια τα πέρασε καθηλωμένος στον ίδιο υπαλληλικό βαθμό, διότι δεν φρόντισε, όπως συνηθίζεται, να διασυνδεθεί ανάλογα, για να προωθηθεί. Για όσους είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε, αυτό ήταν άλλος ένας λόγος να τον εκτιμάμε. Για τον ίδιο, ήταν τίτλος τιμής.
            Ο Θωμάς Παπαδόπουλος, μπορεί να μην είναι ευρέως γνωστός, διότι δεν φρόντισε να προβληθεί τηλεοπτικά, όπως τόσοι άλλοι προπαγανδισταί, που αυτοαποκαλούναι ιστορικοί, όμως συγκαταλέγεται στους διακεκριμένους Έλληνες ιστορικούς ερευνητάς. Το συγγραφικό και ερευνητικό έργο του ξεπερνάει τις 50 μικρές και μεγάλες μελέτες και ανακοινώσεις σε συνέδρια και είναι δημοσιευμένο σε συλλογικούς τόμους ή αυτοτελώς. Τα πεδία των ερευνών του είναι ιστορικά, βιβλιολογικά και βιβλιογραφικά και στον τομέα της ελληνικής βιβλιογραφίας, η συμβολή του είναι ανεκτίμητη.
            Βιβλιογραφία είναι η καταγραφή των εντύπων που κυκλοφόρησαν μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο, σ’ ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Λόγω της αρχαιοελληνικής γραμματολογίας και της πατερικής παράδοσης της Εκκλησίας μας, οι ελληνόφωνες εκδόσεις, που αποτελούν το αντικείμενο της ελληνικής βιβλιογραφίας, απασχόλησαν από πολύ νωρίς ξένους βιβλιογράφους, οι οποίοι ασχολήθηκαν με την καταγραφή και την αποδελτίωσή της. Πρωτοπόρος ήταν ο Γάλλος φιλόλογος – ιστορικός Emille Legrand, ο οποίος συνέθεσε το corpus της ελληνικής βιβλιογραφίας από τον 15ο αιώνα, που εκδόθηκε το παλαιότερο ελληνικό βιβλίο, μέχρι το 1790, σε 11 ογκώδεις τόμους. Το έργο άρχισε να δημοσιεύεται από το 1885 και προκάλεσε αίσθηση στη διεθνή ιστορική κοινότητα, η οποία ενδιαφερόταν για τις ελληνικές εκδόσεις ανά τους αιώνες. Έκτοτε, κανένας δεν επιχείρησε να το ανασυνθέσει. Απλά έγιναν, κατά καιρούς, διάφορες προσθήκες – συμπληρώσεις νέων εντύπων, που βρέθηκαν σε βιβλιοθήκες, διότι η διασπορά των έργων της συγγραφικής και εκδοτικής δραστηριότητας των Ελλήνων, είναι μεγάλη.
            Το τεράστιο έργο της ανασύνθεσης της ελληνικής βιβλιογραφίας ανέλαβε να φέρει εις πέρας και το ολοκλήρωσε με θαυμαστή πληρότητα και μεθοδικότητα, ο Θωμάς Παπαδόπουλος και ο καρπός του μόχθου του περιέχεται σε δύο ογκώδεις τόμους 1.400 σελίδων και οι δύο, που εκδόθηκαν το 1984 και το 1986, στη σειρά «Πραγματεία της Ακαδημίας Αθηνών», μετά από απόφαση της Ολομέλειας και κατόπιν Εισήγησης των ακαδημαϊκών Ιωαν. Θεοδωρακόπουλου και Διον. Ζακυνθινού.
            Μετά τη δημοσίευση του πρώτου τόμου, με υποτροφία του Ιδρύματος Fullbright, πήγε το Σεπτέμβριο 1985, για τρείς μήνες, στην Αμερική, όπου ερεύνησε μεγάλες βιβλιοθήκες και επέστρεψε κατά δώδεκα κιλά ελαφρύτερος, όπως μου είπε, αλλά με μία συγκομιδή που η δημοσίευσή της κατέλαβε 150 σελίδες του δεύτερου τόμου της «Ελληνικής Βιβλιογραφίας», στις οποίες βιβλιογραφούνται 281 άγνωστα έντυπα, που βρήκε στις εκεί βιβλιοθήκες.
            Για κάθε έντυπο που βιβλιογράφησε, υπάρχει ακριβής περιγραφή του τίτλου και στοιχεία για την έκδοση και για τις βιβλιοθήκες που υπάρχουν αντίτυπα. Καταγράφονται περίπου 7.500 έντυπα, από το 1466 μέχρι το 1800, τα οποία βρίσκονται σε δημόσιες, πανεπιστημιακές, μοναστηριακές, δημοτικές και ιδιωτικές βιβλιοθήκες.
            Το έργο του βιβλιογράφου προϋποθέτει στέρεη φιλολογική και ιστορική παιδεία και πολλή υπομονή. Είναι επίπονο, ανιαρό, άχαρο και αχάριστο, διότι όλοι προστρέχουμε στις βιβλιογραφίες, γενικές ή ειδικές, για να αντλήσουμε στοιχεία για τις εκδόσεις που μας ενδιαφέρουν, αλλά σπανίως κάνουμε αναφορά στις βιβλιογραφικές πηγές που χρησιμοποιήσαμε. Γι’ αυτό χαρακτήρισα το έργο του βιβλιογράφου αχάριστο. Δηλαδή ο βιβλιογράφος, που είναι ίσως ο πιο βαρύμοχθος ιστορικός ερευνητής, δεν έχει την ευκαιρία να χαρεί για τον κόπο του, μετρώντας τις βιβλιογραφικές αναφορές στο έργο του, που θα έπρεπε να είναι περισσότερες από οποιονδήποτε άλλο, αλλά δυστυχώς είναι πολύ λιγότερες.
            Και επειδή δεν θέλω να γίνω ανιαρός, όπως είναι το έργο του βιβλιογράφου, επιλέγοντας για την «Ελληνική Βιβλιογραφία» του Θωμά Παπαδόπουλου, θα σημειώσω, ότι αφότου κυκλοφόρησε, ο Legrand σχεδόν έπεσε σε αχρησία. Έκτοτε, όλοι, όταν αντιμετωπίζουμε κάποια βιβλιογραφική απορία, καταφεύγουμε στην εργασία του Παπαδόπουλου, που είναι σημείο αναφοράς και θα συνεχίσει να είναι σημείο αναφοράς, διότι δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος άλλος θα έχει το κουράγιο και το ψυχικό σθένος να καταπιαστεί μ’ ένα τόσο γιγάντιο έργο, πέραν του ότι δεν υπάρχει ελκυστικό πεδίο για συμπληρώσεις και διορθώσεις. Από το Legrand στον Παπαδόπουλο, υπήρχε μεγάλη απόσταση. Από τον Παπαδόπουλο στον τυχόν επίδοξο διάδοχό του, δεν θα υπάρχει και γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν θα υπάρξει διάδοχος.
            Οι βιβλιογραφικές του έρευνες, σε ελληνικές και ξένες βιβλιοθήκες, έγιναν στο περιθώριο των υπαλληλικών του υποχρεώσεων, απαιτούσαν μόχθο, γνώση και κατανόηση και τα έξοδα τα κάλυπτε εξ ολοκλήρου ο ίδιος, χωρίς απώτερο όφελος. Πραγματοποίησε πολλές επισκέψεις σε μεγάλες βιβλιοθήκες εκτός Αθηνών, για να συγκεντρώσει υλικό και οι επισκέψεις αυτές γίνονταν υπό αντίξοες συνθήκες, διότι όχι μόνο δεν είχε συμπαραστάτες στο έργο του, αλλά κάποιοι, από λόγους αντιζηλίας ή από αδυναμία να αντιληφθούν την αξία των ερευνών του, του όρθωναν εμπόδια. Του Lengrand του έστειλαν βιβλιογραφικό υλικό πολλοί βιβλιοθηκάριοι, ιδίως μοναστηριών, βιβλιόφιλοι και παλαιοβιβλιοπώλες, ενώ ο Θωμάς Παπαδόπουλος αγωνίστηκε μόνος του, για να βρει και να καταγράψει το υλικό που δημοσίευσε.
            Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στη Βιβλιοθήκη τη Βουλής, πλέον των συνηθισμένων καθημερινών καθηκόντων του, ασχολήθηκε και με τη σύνταξη και έκδοση του δίτομου έργου «Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αρχέτυπα και Εκδόσεις ΙΕ΄ και ΙΣΤ΄ αιώνος». Από σεμνότητα αρνήθηκε να βάλει το όνομά του, αλλά είναι γνωστό σε όσους ασχολούμεθα με την ιστορία του ελληνικού βιβλίου, ότι η σπουδαία αυτή έκδοση, δεν θα είχε πραγματοποιηθεί, χωρίς τη δική του αποκλειστική συμβολή.
            Από το 1971 μέχρι το 1981 διετέλεσε γραμματέας της Επιτροπής έκδοσης των 14 πρώτων τόμων της σειράς «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας». Πρόκειται για τα έγγραφα που φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής και σχετίζονται με τον αγώνα της Ανεξαρτησίας και τη συγκρότηση του νέου ελληνικού Κράτους. Τους δύο πρώτους τόμους εξέδωσε το 1857 και το 1862 ο Γεωργ. Τερτσέτης, αλλά στοιχειοθετήθηκαν πάλι από την αρχή. Όλα τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής ήσαν εξωϋπηρεσιακοί παράγοντες, οι οποίοι συνέρχονταν στο χώρο της Βιβλιοθήκης, για να συντονίσουν το έργο που ετοίμαζε ο μόνος υπάλληλος της Βιβλιοθήκης, ο Θωμάς Παπαδόπουλος. Όταν η έκδοση βρισκόταν στο μέσον προεργασίας του 14ου τόμου, πληροφορήθηκε, ότι ο Γενικός Διευθυντής της Βουλής, τον είχε κρίνει, επί τρία χρόνια, μη προακτέο, απορρίπτοντάς τον από τη διεκδίκηση διευθυντικής θέσης, με το εξής φαιδρό σκεπτικό: «Δεν είναι δυνατόν ο Παπαδόπουλος να εκτελεί σωστά τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, γιατί ασχολείται με πολλά: είναι προϊστάμενος τμήματος, διδάσκει στη Σχολή Βιβλιοθηκονομίας, είναι γραμματέας της Επιτροπής εκδόσεως των «Αρχείων της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» και επιπλέον δημοσιεύει και επιστημονικές μελέτες». Το γεγονός αυτό τον εξόργισε και τον ανάγκασε να παραιτηθεί, μόλις ολοκληρώθηκε η έκδοση του 14ου τόμου. Έκτοτε, διεκόπη το εκδοτικό πρόγραμμα της δημοσίευσης των «Αρχείων της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», διότι δεν βρέθηκε κάποιος άλλος, ικανός να το συνεχίσει.
            Τέλος, στις δραστηριότητές του εντάσσεται και η από το 1977 μέχρι το 1979, διδασκαλία του μαθήματος της γενικής βιβλιογραφίας, στο Τμήμα Βιβλιοθηκονομίας του Τ.Ε.Ι. Αθηνών.
            Εκτός από την «Ελληνική Βιβλιογραφία», για την οποία έγινε ήδη λόγος, στις δημοσιευμένες βιβλιογραφικές έρευνές του, περιλαμβάνεται η τρίτομη ογκώδης «Ιονική Βιβλιογραφία», περίπου 2.000 σελίδες και η καταγραφή των ελληνικών βιβλίων των Βιβλιοθηκών του Αγίου Όρους, που κυκλοφόρησε το 2000, σ’ έναν ογκώδη τόμο 700 σελίδων. Δηλαδή, η δημοσιευμένη βιβλιογραφική συγκομιδή του αγγίζει τις 5.000 σελίδες, αν προσμετρηθούν και άλλες μικρότερες συμβολές του σε περιοδικά κ.λπ., όπως προσθήκες, διορθώσεις και συμπληρώσεις προηγούμενων καταγραφών άλλων βιβλιογράφων. Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία και αναδεικνύει και τη βαρύτητα και την πληρότητα της προσφοράς του, είναι ότι μετά τη δημοσίευση των βιβλιογραφικών εργασιών του, ελάχιστες προσθήκες και συμπληρώσεις έχουν γίνει σ’ αυτές.
            Για την απόφασή του να ασχοληθεί με την Ελληνική Βιβλιογραφία, μας πληροφορεί ο ίδιος, στη συνέντευξη που προαναφέραμε, ότι όλα έγιναν ένα απόγευμα, το καλοκαίρι του 1962, στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, στη Βενετία. Είχε λάβει μία δίμηνη υποτροφία από την Ακαδημία Αθηνών, για τη Βενετία, προκειμένου να πραγματοποιήσει έρευνα στο εκεί ονομαστό Κρατικό Αρχείο (Archivio di Stato). Όσο διήρκεσε η παραμονή του στη Βενετία, φιλοξενείτο στο εκεί Ελληνικό Ινστιτούτο, που διηύθυνε η τότε βυζαντινολόγος Σοφία Αντωνιάδη και συμφιλοξενούμενος για παρόμοιες έρευνες, ήταν και ο τότε καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μανούσος Μανούσακας, διάδοχος της Αντωνιάδη στη διεύθυνση του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίτας. Σε μία απογευματινή τους βόλτα, στην ονομαστή πλατεία του Αγίου Μάρκου, ο Μανούσακας του είπε: «Δεν θα βρεθεί κάποιο κορόιδο να συμμαζεύσει και να βάλει σε μία τάξη την παλαιότερη του 1800 βιβλιογραφία μας;» Για το «κορόιδο» του εξήγησε, ότι ο κόπος του θα ήταν μακροχρόνιος και μεγάλος και δεν θα μπορούσε να δρέψει μ’ αυτόν επιστημονικές δάφνες, μπορεί και να θλιβόταν κιόλας, σε πολλές περιπτώσεις, διότι πολλοί θα έπαιρναν στοιχεία από το έργο του, χωρίς ούτε κάν να τον αναφέρουν. Του είπε ότι ο Legrand την είχε δημοσιεύσει αρκετά ανακατεμένη και ότι μετά έγιναν συμπληρώσεις από άλλους επιστήμονες, αλλά δεν μπορούσε να εξακριβωθεί με ασφάλεια, ποιά παλαιά ελληνικά βιβλία ήσαν γνωστά και ποιά έπρεπε να θεωρούνται αθησαύριστα (άγνωστα). Αυτό ήταν. Και ο Θωμάς Παπαδόπουλος ανέλαβε οικειοθελώς και με πολύ συστηματικό τρόπο, να παίξει το ρόλο του «κορόιδου». Αν κρίνουμε δε από το αποτέλεσμα, τα πήγε μιά χαρά και το όνομά του θα είναι, αν όχι για πάντα, διότι ο χρόνος εχθρεύεται τα παντοτινά, πάντως για πολλές δεκαετίες, ταυτισμένο με την Ελληνική Βιβλιογραφία μέχρι το 1800.
            Ως ιστοριοδίφης, διέθετε αυξημένη κρίση, που τον βοήθησε στις έρευνές του, σε μεγάλες βιβλιοθήκες της Ιταλίας και αλλού, να εντοπίσει και να δημοσιεύσει δυσπρόσιτα κείμενα, που η έκδοσή τους πλούτισε την ελληνική γραμματολογία. Η πιο εντυπωσιακή περίπτωση είναι η κριτική έκδοση ενός διαλογικού στιχουργήματος με τον τίτλο «Δαυίδ», άγνωστου Χίου ποιητή, που είναι το πρώτο γνωστό λογοτέχνημα, από τη θρυλούμενη μεσαιωνική πνευματική παράδοση της περιοχής του Αιγαίου και επιβεβαιώνει, ότι η πνευματική δημιουργία στο νησιωτικό χώρο, δεν περιορίστηκε μόνο στην Κρήτη και τα Επτάνησα. Την έκδοση του «Δαυίδ», πραγματοποίησε η «Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας» και το έργο παρουσιάστηκε επί σκηνής, σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου, από το «Αμφιθέατρο», με μουσική μπαρόκ της Ελένης Καραΐνδρου, κατά τα εγκαίνια του «Ομηρείου Πνευματικού Κέντρου» της Χίου, το Νοέμβριο 1980. Επίσης παίχτηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στο Φεστιβάλ «Έκφραση» και στο Φεστιβάλ Πεντέλης, στον υπαίθριο χώρο του παλατιού της Δούκισσας της Πλακεντίας. Δυστυχώς δεν είχε αντάξια διάδοση, διότι η παρουσίασή του, απαιτεί σκηνή μεγάλων διαστάσεων, η οποία να μπορεί να χωρισθεί σε δύο επίπεδα, τον επάνω και τον κάτω κόσμο και τόσο ψηλές σκηνές, είναι ελάχιστες στα ελληνικά θέατρα.
            Το ποίημα το ανακάλυψε ο Θωμάς Παπαδόπουλος στα χειρόγραφα του Λέοντος Αλλατίου, στη Βιβλιοθήκη Vallicelliana της Ρώμης και είναι γραμμένο στα «φραγκοχιώτικα», δηλαδή με γράμματα του λατινικού αλφαβήτου. Ανάλογη περίπτωση είναι και τα «καραμανλίδικα», στην Τουρκία, κατά τα οποία, αποδίδονται ελληνικές λέξεις, με γράμματα του τουρκικού αλφαβήτου. Αυτός ο τρόπος γραφής και έκδοσης βιβλίων, αποτελεί συνήθεια των μεταβυζαντινών χρόνων, για την επικράτηση της οποίας, κατά μία άποψη, ήταν υπεύθυνη η Καθολική Εκκλησία και το Ισλάμ αντίστοιχα, που πίστευαν, ότι έτσι θα απομάκρυναν σιγά – σιγά τους κατοίκους των μερών αυτών, από την ελληνική παιδεία και την Ορθοδοξία. Δηλαδή, κατά τους εμπνευστές του, ήταν ένας τρόπος άμβλυνσης του θρησκευτικού και του παιδευτικού αισθήματος. Κατά το Θωμά Παπαδόπουλο, η πρώτη αιτία αυτής της συνήθειας ήταν η ανάγκη των συγγραφέων να βρουν στοιχεία, στους τόπους που ζούσαν, να τυπώσουν στα ελληνικά, τα έργα τους. Όμως, αλλά δεν ήταν εύκολο να βρουν τυπογραφείο, που να διαθέτει στοιχεία στην ελληνική γλώσσα και γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν ανάλογα στοιχεία του λατινικού ή του τουρκικού αλφαβήτου, που ήσαν διαθέσιμα.
            Η δημοσίευση του «Δαυίδ», με την εξαιρετικά εκτενή και κατατοπιστική Εισαγωγή του Θωμά Παπαδόπουλου, δίκαια χαρακτηρίστηκε «απόκτημα του Νεοελληνικού Θεάτρου», διότι έρχεται να καλύψει το κενό ανάμεσα στα τελευταία κείμενα της όψιμης Κρητικής Αναγέννησης, των πρώτων δεκαετιών του 18ου αιώνα, με τα χαμένα θεατρικά στιχουργήματα του τέλους του 18ου αιώνα.
            Μία άλλη σημαντική συμβολή του, είναι η δημοσίευση άγνωστων επιστολών του Αδαμάντιου Κοραή, της περιόδου 1795–1799, που σώζονται σε Κώδικα της φλωρεντινής βιβλιοθήκης Marucelliana. Η αξία τους έγκειται στο ότι φωτίζουν μία στενάχωρη περίοδο της ζωής του, για την οποία δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία.
            Αφού ο Κοραής έλαβε το πτυχίο της Ιατρικής, από το Πανεπιστήμιο του Montpellier, πήγε στο Παρίσι, όπου αποφάσισε οριστικά να μην εξασκήσει το ιατρικό επάγγελμα, αλλά να ασχοληθεί με τις φιλολογικές επιστήμες. Η άφιξή του στο Παρίσι συνέπεσε με τις παραμονές της έκρηξης της Γαλλικής Επανάστασης και για να εξασφαλίσει στοιχείωδη έσοδα, για τη συντήρησή του, αναγκάστηκε να εργασθεί σκληρά. Υπήρχαν βέβαια αρκετοί φίλοι του, που προσφέρονταν να τον βοηθήσουν, αλλά αυτό πλήγωνε τον υπερήφανο χαρακτήρα του. Για να είναι οικονομικά ανεξάρτητος, μετέφραζε στα γαλλικά και δημοσίευε, ιατρικά συγγράμματα, εκλαϊκευτικού μάλλον χαρακτήρα ή αντέγραφε κείμενα από Κώδικες, που βρίσκονταν σε παρισινές βιβλιοθήκες, κατά παραγγελία τρίτων. Η δεύτερη αυτή απασχόληση δεν του ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, διότι τα έσοδα που αποκόμιζε ήσαν πενιχρά, για το μόχθο που κατέβαλε.
            Οι 15 επιστολές που δημοσίευσε ο Θωμάς Παπαδόπουλος, αφορούν τη συνεργασία του με τον άγγλο πρωθιερέα Robert Holmes, ο οποίος, από το 1788, είχε αποφασίσει να δημοσιεύσει, σε κριτική έκδοση, την Παλαιά Διαθήκη, κατά το κείμενο το Εβδομήκοντα. Ο Holmes ανέθεσε σε διάφορους λογίους, που ζούσαν σε πόλεις όπου υπήρχαν πλούσιες βιβλιοθήκες (Φλωρεντία, Ρώμη, Παρίσι), να του αντιγράψουν, επ’ αμοιβή, ιερά κείμενα, από Κώδικες που φυλάσσονταν σ’ αυτές και να κάνουν και σχετική παλαιογραφική παραβολή. Από τις επιστολές του Κοραή, εκείνο που αναδεικνύεται είναι ότι δούλεψε πολύ, πικράθηκε περισσότερο και αμείφθηκε ελάχιστα.
            Όπως προανέφερα, οι ερευνητικές αναζητήσεις του Θωμά Παπαδόπουλου ξεκίνησαν από τα κατάλοιπα του Λέοντος Αλλατίου, από τα οποία προέρχονται οι περισσότερες δημοσιεύσεις του, που είναι πολλές, αλλά δεν μπορούμε να αναφερθούμε εκτενώς, διότι θα παραβιάσουμε το χρόνο. Με το συγκεκριμένο Χιώτη σοφό, ποτέ δεν έπαψε να ασχολείται και το τελευταίο βιβλίο του είναι ένα σχεδίασμα βιογραφίας του, που κυκλοφόρησε το 2007 και περιέχει πολλά και άγνωστα στοιχεία.
            Θέλω να επισημάνω, ότι ο τιμώμενος άντλησε το υλικό όλων των δημοσιευμάτων του, μόνο από αρχεία, ιδίως από τα κατάλοιπα του Αλλατίου και οι πηγές που χρησιμοποίησε είναι πρωτογενείς και οι περισσότερες ήταν άγνωστες, μέχρι που τις δημοσίευσε. Στον πρόλογο του βιβλίου του για τον Αλλάτιο, νοιώθει την ανάγκη να τον «υπερασπιστεί», διότι, όπως γράφει, «Οι Έλληνες συμπατριώτες του, οι σύγχρονοι και οι μεταγενέστεροι, τον αδίκησαν». Πριν ασχοληθεί μαζί του ο Θωμάς Παπαδόπουλος, οι φοιτηταί των των ελληνικών Πανεπιστημίων μάθαιναν ελάχιστα γι’ αυτόν και κυρίως ότι τον βαραίνει η προδοσία του πατρογονικού δόγματος, επειδή εκουσίως, όπως υποστηριζόταν, ασπάσθηκε τον καθολικισμό, από υστεροβουλία, για να ανελιχθεί στην παπική αυλή. Ο Παπαδόπουλος, με τη νηφαλιότητα που διακρίνει τις ιστορικές εκτιμήσεις του και χωρίς φανατισμό και προκαταλήψεις, ανασκεύασε πολλές ανακρίβειες και απέδειξε, ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ότι άλλαξε το δόγμα του. Η αλήθεια είναι ότι ήταν φιλοκαθολικός, διότι ανατράφηκε, σπούδασε και έζησε στην παπική αυλή και ότι την αντιπαλότητα μεταξύ των δύο δογμάτων, την απέδιδε σε προσωπικές φιλοδοξίες. Η συγγραφή του βιβλίου για τον Αλλάτιο, ήταν για το συγγραφέα του, εκπλήρωση ηθικού χρέους και αυτό εισπράττει όποιος σκύψει στις σελίδες του.
            Δυστυχώς δεν πρόφθασε να δημοσιεύσει τον αμητό των Αλλατιανών ερευνών του, που κατέγραψε σε σαράντα πολύφυλλα τετράδια. Είναι πλήγμα για την επιστήμη η κοίμησή του και όσοι τον γνωρίσαμε, θα τον θυμόμαστε για τη σεμνότητά του, το ήθος του, την εργατικότητά του, την υπευθυνότητά του και το εύρος των γνώσεών του, που ανυστερόβουλα και αφειδώλευτα μοιραζόταν με όποιον ζητούσε τη βοήθειά του. Σήμερα, πολλοί δηλώνουν ιστορικοί, ιστοριοδίφες και άλλα συναφή, ενώ κατ’ ουσία είναι «αποδομηταί» της ιστορικής μας μνήμης, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το μέλλον της χώρας μας. Ο τιμώμενος, ήταν από τους τελευταίους έντιμους ιστορικούς ερευνητάς και με το θάνατό του, οι ιστορικές επιστήμες έγιναν φτωχότερες. Νομίζω ότι ταιριάζει στην περίπτωσή του, αυτό που είπε ο Ίων Δραγούμης, όταν πληροφορήθηκε το θάνατο του Περικλή Γιαννόπουλου, «Κρίμα, κι είμαστε τόσο λίγοι». Δεν ξέρω βέβαια όμως πόσοι είναι οι λίγοι σήμερα.
Χρήστος Αθαν. Μούλιας.
Δικηγόρος – Συγγραφέας.



ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ TOY ΠΟΙΗΤΗ ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΤΣΟΥΚΑ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ TOY ΠΟΙΗΤΗ ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΤΣΟΥΚΑ
ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Στα πλαίσια των Φιλολογικών βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών που γίνονται με τη συνεργασία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης-Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Πατρέων , την προσεχή Δευτέρα 15η Δεκεμβρίου 2014 και ώρα 7 μ.μ. στα πλαίσια των προγραμματισμένων εκδηλώσεων θα τελεστεί Φιλολογικό Μνημόσυνο του Εθνεγέρτη Ποιητή Σπύρου Ματσούκα.
Για τον εθνεγέρτη ποιητή και άγνωστο εθναπόστολο Σπύρο Ματσούκα και το πολύτιμο έργο του θα μιλήσει ο γνωστός συμπολίτης συγγραφέας και πρόεδρος του Συνδέσμου Ναυπακτίων της Πάτρας Ηλίας Δημητρόπουλος.
Την εκδήλωση θα προλογίσει και θα συντονίσει ο πρόεδρος της Εταιρείας Λεωνίδας Μαργαρίτης.
Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΘΩΜΑ ΙΩΑΝ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ



ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ
ΘΩΜΑ ΙΩΑΝ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
ΟΜΙΛΙΑ ΜΟΥΛΙΑ
ΣΤΗ  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ


                     Στα πλαίσια των Φιλολογικών βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών   που   γίνονται με τη συνεργασία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης-Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Πατρέων ,  την προσεχή  Δευτέρα 8η Δεκεμβρίου    2014 και ώρα 7 μ.μ. στα πλαίσια των προγραμματισμένων εκδηλώσεων  θα  τελεστεί Φιλολογικό Μνημόσυνο  του  πρώην Διευθυντή της Βιβλιοθήκης της Βουλής γνωστού πατρινού φιλόλογου, συγγραφέα και ιστορικού ερευνητή Θωμά Ιωάννη Παπαδόπουλο.
 Ο αείμνηστος Θωμάς Παπαδόπουλος  ταξίδεψε για την αιωνιότητα στις αρχές του περασμένου Ιουλίου και μας άφησε ένα πλούσιο,σημαντικό και αξιόλογο  έργο.
Για τον  αείμνηστο συγγραφέα  και για το πολύτιμο έργο του θα  μιλήσει ο γνωστός συμπολίτης Δικηγόρος- Συγγραφέας-Ιστορικός Ερευνητής Χρήστος Μούλιας   με θέμα:
 «ΜΝΗΜΗ Θωμά Ιωάν.Παπαδοπούλου»

            Ο Θωμάς Παπαδόπουλος μετά την αποφοίτησή του  από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, έλαβε  υποτροφία της Ιταλικής Κυβερνήσεως και πήγε για μεταπτυχιακές σπουδές στη Ρώμη. Εκεί είχε την ευκαιρία να αποδελτιώσει τα κατάλοιπα του Χιώτη σοφού Λέοντος Αλλατίου(1588-1669)που αποτελούνται από 236 ογκώδεις τόμους, με σύμμεικτο υλικό στα Ιταλικά, Λατινικά ,Ελληνικά και άλλες γλώσσες . Δημοσίευσε άγνωστες επιστολές του Αδαμαντίου Κοραή και  διετέλεσε γραμματέας της Επιτροπής Εκδόσεων των Αρχείων της Ελληνικής Παλιγγενεσίας. Με δική του επιμέλεια εκδόθηκαν 14 τόμοι, ενώ οι μελέτες που έχουν τη δική του σφραγίδα ανέρχονται στις πενήντα, με αποκορύφωμα τις μνημειώδεις   βιβλιογραφικές εργασίες του ,τη δίτομη «Ελληνική Βιβλιογραφία» και την τρίτομη «Ιόνική Βιβλιογραφία»
Την εκδήλωση θα προλογίσει και θα συντονίσει ο πρόεδρος της Εταιρείας Λεωνίδας  Μαργαρίτης.

                   Η είσοδος για το κοινό θα είναι ελεύθερη.
                                                                                                 

Ειδική διάκριση στον πατρινό λογοτέχνη και θεατρικό κριτικό ΜΑΝΩΛΗ ΠΡΑΤΣΙΚΑ



Πλαίσιο κειμένου:     Γραφείο Τύπου
Τηλ.: 210 5284885 – 886
e-mail: press@opanda.gr 
press1.opanda@gmail.com
web: www.opanda.gr

                                         Ένωσις Ελλήνων
                                                             Θεατρικών και Μουσικών
                                                           Κριτικών

                                               


ΒΡΑΒΕΙΑ ΘΕΑΤΡΟΥ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
ΚΑΙ ΒΡΑΒΕΙA «ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ»
2013 – 2014

Ειδική διάκριση συνολικής προσφοράς
στον πατρινό λογοτέχνη και  θεατρικό
κριτικό ΜΑΝΩΛΗ ΠΡΑΤΣΙΚΑ

 Τη Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014, στις 12.00 το μεσημέρι στην Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών θα πραγματοποιηθεί η Τελετή απονομής των Βραβείων «Κάρολος Κουν», καθώς και  των Βραβείων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής 2013 - 14 της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, μέλους της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών Θεάτρου, υπό την αιγίδα της UNESCO,  η οποία διοργανώνεται και φέτος  σε συνεργασία με τον Οργανισμό Πολιτισμού Αθλητισμού & Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων.

Αναγνωρισμένος ως ο εγκυρότερος σχετικός θεσμός, τα Βραβεία Κριτικών αγκαλιάζουν όλες τις κατηγορίες της ελληνικής λόγιας δραστηριότητας στα δύο αυτά κεντρικά παραστατικά αντικείμενα, αλλά και τα επιστημονικά τους παρακολουθήματα, τη θεατρολογική και μουσικολογική επιστήμη. Σε εναρμόνιση, εξάλλου, με τον διεπιστημονικό χαρακτήρα της κριτικής των παραστατικών τεχνών, όπως αυτός σηματοδοτήθηκε κατά το πρόσφατο 27ο Συνέδριο της Διεθνούς Ενώσεως στο Πεκίνο, η Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών εμπλουτίζει από φέτος πιλοτικά την κατηγορία του Θεάτρου και με το αντικείμενο του Χορού.

Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή Θεάτρου και Χορού διαμορφώνεται εφέτος με συμμετέχοντες τους Λέανδρο Πολενάκη (πρόεδρο), Όλγα Μοσχοχωρίτου, Κωστή Δ. Μπίτσιο, Καλλιόπη Ραπανάκη και Μίρκα Ψαροπούλου,  ενώ η Επιτροπή Μουσικής συγκροτήθηκε από τους Κυριάκο Λουκάκο (πρόεδρο), Αθανάσιο Βαβλίδα, Σοφία Θεοφάνους,  Γιώργο Λεωτσάκο και Θωμά Ταμβάκο. Εκτός διαδικασίας «ειδική διάκριση συνολικής προσφοράς» θα απονεμηθεί στον 94ετή λογοτέχνη και θεατρικό κριτικό Μανώλη Πράτσικα (Mαργαρίτη Παπαδόπουλο) για την συνολική προσφορά του στην Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών που επί δεκαετίες τίμησε με την αφοσίωση και την ανιδιοτελή και συνεπή συμμετοχή του.
     
Την Τελετή θα παρουσιάσουν ο κριτικός χορού της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» και συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της ΝΕΡΙΤ  Ανδρέας Ρικάκης και ο  πρόεδρος της Ενώσεως Κυριάκος Λουκάκος, κριτικός μουσικής της «ΑΥΓΗΣ» με μακρά θητεία και ο ίδιος στο Γ’ Πρόγραμμα της ΕΡΤ.

Το σύμβολο για τα Βραβεία Θεάτρου και Μουσικής είναι επίχρυσο ακριβές αντίγραφο στεφάνου, ο οποίος ανακαλύφθηκε σε βασιλικό τάφο της Αττικής Ελληνιστικής Εποχής και φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη. Το βασικό σύμβολο των βραβείων Καρόλου Κουν, είναι αντίγραφο του «Ήλιου», το οποίο φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Διαμαντής Διαμαντόπουλος για τις ανάγκες της σκηνοθεσίας της «Αλκήστιδος» του Ευριπίδη, που υπήρξε και το πρώτο αρχαιοελληνικό έργο που σκηνοθέτησε ο Κάρολος Κουν.   

«Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΑΛΗ»



«Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΑΛΗ»





Απόψε  θα παρουσιάσουμε ένα παλιό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών, τον Γιάννη Καραλή.
      Ο Γιάννης Καραλής ο βετεράνος της δημοσιογραφίας και πρώην πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Πελοποννήσου, Ηπείρου και Νήσων, γεννήθηκε το 1921 στο Σαραβάλι της Πάτρας από πατέρα δάσκαλο. Από την μητέρα του καταγόταν από τη Γαστούνη Ηλείας. Αποφοίτησε από τη Μέση Σχολή Πατρών και όντας απόφοιτος στην Πάντειο  έλαβε μέρος στο Τμήμα Τύπου της Εθνικής Αντίστασης .Αυτό τον οδήγησε στη Μακρόνησο.
     Ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία στις αρχές της δεκαετίας του ’50.Ασχολήθηκε επαγγελματικά, τόσο στο Ραδιόφωνο όσο και στον Πατραϊκό και Αθηναϊκό τύπο ως ανταποκριτής και συνεργάτης της Καθημερινής, της Μεσημβρινής, της Ναυτεμπορικής. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στην ΕΡΤ. Στην ημερήσια εφημερίδα της Πάτρας «Πελοπόννησος» ,εργάστηκε ως συντάκτης από το 1954 έως το 2002 της καθημερινής χρονογραφικής στήλης  «Εδώ και Εκεί»,με το ψευδώνυμο «Πελοποννήσιος» .Αργότερα στην ίδια εφημερίδα και ως αρχισυντάκτης. Διετέλεσε Διευθυντής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Πατρών.
Επίσης  διετέλεσε για πολλά χρόνια έφορος του μοναδικού στην Ελλάδα Μουσείου Τύπου της Ένωσης Συντακτών, εδώ στην Πάτρα.
  Ταξίδεψε ως δημοσιογράφος και απεσταλμένος εφημερίδων σε πολλά μέρη του κόσμου. Στην Ευρώπη, στη Ρωσία, στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Αίγυπτο, στη Μέση Ανατολή, στην Κύπρο, στην Ελλάδα, στο  Άγιο Όρος, όπου συνέγραψε ταξιδιωτικές εντυπώσεις και οδοιπορικά.
  Στη Λογοτεχνία μας εμφανίστηκε το 1957 με το πρώτο του βιβλίο «Μικρά ταξίδια» ,οδοιπορικό στον Ελλαδικό χώρο. Ακολουθεί «Τ’ όνειρο της Μεγάλης Στιγμής» ,ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που εκδίδεται στα 1963.
Έπεται η  «Άδεια ταφής» ,μια συλλογή Διηγημάτων, που θα εκδοθεί το 1980.
     Ακολουθεί το «Φέγγει….στο  Άγιο Όρος» ,που έγραψε το 1987 και απέσπασε το Βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων το 1988.Το βιβλίο αυτό αποτελεί την πνευματική αποσκευή του από την Αθωνική Πολιτεία ,δικαιώνοντας πλήρως τα τρία στάδια του ταξιδιού.
  Σε κάθε ταξίδι έχουμε τρεις βασικούς σταθμούς: την αναχώρηση, τη βίωση  της εμπειρίας και την επιστροφή. Το καθένα πάντως από τα στάδια του ταξιδιού επηρεάζει με το δικό του τρόπο τον ταξιδιώτη. Στο πρώτο στάδιο, της αναχώρησης ,ο ταξιδιώτης αναχωρεί από το δικό του ,οικείο χώρο για να μεταβεί σ’ έναν άλλο. Ο ταξιδιώτης ταξιδεύει ως άτομο και υποκείμενο μιας ομάδας, μίας κοινωνίας, ενός πολιτισμού. Επομένως φέρει μαζί
 του την προσωπικότητα του, την ψυχολογία του, τις γνώσεις  και τα στοιχεία του πολιτισμού του. Όλα αυτά τα δεδομένα θα έρθουν σε αντιπαράθεση  με την ξένη πραγματικότητα. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς του ταξιδιού, το ταξίδι προϋπάρχει σαν ιδέα στο νου, στη φαντασία προτού πάρει πραγματική διάσταση ως γεωγραφική μετακίνηση αλλάζοντας την ιστορία  της ζωής του ταξιδιώτη και τροποποιώντας την προγενέστερη ταυτότητά του.
Στο δεύτερο στάδιο της «βιωμένης εμπειρίας» ,έχουμε μια «σύγκρουση των αποσκευών» που φέρει ο ταξιδιώτης ή ο προσκυνητής μαζί του ως άτομο και ως υποκείμενο ενός πολιτισμού, με την πολιτισμική, γεωγραφική και ιστορική πραγματικότητα του ξένου ,του διαφορετικού τόπου και θέτουν σε δοκιμασία τις προγενέστερες ιδέες σχετικά με τον τόπο αυτό. «Ταξιδεύω»,σημειώνει ο Παναγιώτης Μουλάς, καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, «σημαίνει μετακινούμαι φορτωμένος με προσδοκίες, με ερωτήματα, με όνειρα, με επιθυμίες, με προκαταλήψεις, με περιέργειες, με αμυντικούς και επιθετικούς μηχανισμούς, δηλαδή, μεταφέρω ολόκληρο το εσωτερικό μου φορτίο, γι’ αυτό και επιλέγω, αδικώ, απορρίπτω, παραμορφώνω» 1.Αναπτύσσεται έτσι μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το ταξίδι. Το ταξίδι τροφοδοτεί  τον ταξιδιώτη, με πληροφορίες, μηνύματα, παραστάσεις που θα του χρησιμεύσουν αργότερα ως υλικό για την ταξιδιωτική του αφήγηση, για το οδοιπορικό του. Το ταξίδι  γίνεται έτσι ένα άνοιγμα, μια κυοφορία εμπειριών από τη διαφορετική αίσθηση του κόσμου, όχι όμως και μια τελείωση για το όν…
Το τρίτο στάδιο του ταξιδιού, είναι η επιστροφή. Εδώ αρχίζει ένα νέο «ταξίδι» που είναι προέκταση του πρώτου, μέσα από τις εντυπώσεις της βιωμένης εμπειρίας. Η συναισθηματική  έκρηξη και ευφορία που συνοδεύουν την επιστροφή, είναι σίγουρες. Ο ταξιδιώτης και ο προσκυνητής μετά το ταξίδι δεν είναι πια οι ίδιοι άνθρωποι. Ο ταξιδιώτης θα ανακαλέσει στη μνήμη του το ταξίδι. Αυτό το «ταξίδι» είτε λάβει τη μορφή γραπτής μαρτυρίας ή μείνει στο στάδιο της διήγησης είναι μία επίπονη διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση η επιστροφή του ταξιδιώτη αποτελεί το σημείο εκκίνησης της ταξιδιωτικής γραφής. Η ταξιδιωτική συγγραφή είναι ως λογοτεχνικό είδος, ένα αμάλγαμα πολλών ειδών (αυτοβιογραφία, επιστολές, μυθιστόρημα) και επιστημών (γεωγραφία, ανθρωπολογία, εθνολογία, αρχαιολογία) και εξετάζει πώς οι περιηγητές και οι περιηγήτριες βλέπουν και διαμορφώνουν  ένα «ξένο» τόπο, αποκαλύπτοντας όχι μόνο τον άλλο, εδώ τον μοναχό, αλλά κυρίως τον ίδιο τους τον εαυτό, το δικό τους εσωτερικό κόσμο και τοπίο. Το βιβλίο λοιπόν που προκύπτει μετά το ταξίδι ή το προσκύνημα, συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον που εκπροσωπεί ο αναγνώστης. Αυτή λοιπόν η ταξιδιωτική καταγραφή μοιάζει με τεκμήριο, με αυτοψία του εκάστοτε τόπου, πόσο μάλλον όταν αυτός ο τόπος είναι το Άγιο Όρος που κατά γενική ομολογία κινούσε πάντα το ενδιαφέρον των Ελλήνων ταξιδιωτών που αναζητούσαν ερμηνεία, απάντηση και διέξοδο σε μεγάλα διαχρονικά ζητήματα και ερωτήματα.
   Καταγόμενος από την Ηλεία ο συγγραφέας, συντροφεύτηκε πολλές φορές στα ταξίδια του σε ιερούς τόπους από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ηλείας και Ωλένης, κ. Γερμανό και από άλλους αρχιερείς. Γράφει χαρακτηριστικά :
«Κάθε ταξιδιώτης κρατάει κλειστές τις πνευματικές του αποσκευές. Αυτές δεν φανερώνονται, δεν ελέγχονται. Τις παίρνει μαζί του και σα βρεθεί στη γαλήνη του σπιτιού του, τις ξεκουμπώνει, αγάλι-αγάλι και ζει, αναδρομικά αυτά που τον έκαναν να χαρεί, όσα τον έκαναν να πονέσει. Τότε αναδιπλώνονται, ξετυλίγονται μια-μια οι εικόνες σαν από φεγγίτη ουράνιου θόλου, έτσι όπως τον βάφουν οι ροδιές αχτίνες του δειλινού{…}.
  Το ταξίδι, το προσκύνημα, πήρε τέλος. Ένα τέλος αφετηρία για νέες σκέψεις, για ενοράματα, για αναμνήσεις ραντισμένες με αγιάσματα και φωτισμένες με αγιοκέρια…»2.
     Στον πρόλογο του βιβλίου, «Φέγγει…στο  Άγιο Όρος» ,ο Μητροπολίτης  Ηλείας κ. Γερμανός γράφει :
«{…}Για να επισκεφθείς το Άγιο Όρος{…},για να το ιδής, να το ζήσης και προπάντων να το περιγράψεις χρειάζεται{…}να έχεις αγαθή διάθεση και καρδιά, καθαρά μάτια και ισχυρούς της πίστεως φακούς, εμπειρία της καθημερινότητας της ζωής, αλλά και ειδική ικανότητα περιγραφής και πολλά δείγματα γραφής».3
Ο Γιάννης Καραλής είχε διαβάσει πολλά βιβλία προγενεστέρων προσκυνητών στην Αθωνική Πολιτεία. Ο συγγραφέας συντροφιά με τον Μητροπολίτη Ηλείας κ. Γερμανό ,επισκέφθηκαν τον Άθωνα και παρέμειναν 12 ημέρες ως προσκυνητές, επισκέπτες… «όπως έκαστος βούλεται»4.
      Ποια ήταν όμως τα βαθύτερα κίνητρα αυτού του ταξιδιού  σ’ έναν τόσο ιδιαίτερο τόπο  ; Αυτά δεν μπόρεσε να τα προσδιορίσει ο συγγραφέας και αναρωτώμενος γράφει:
«Mήπως κι επιθυμείς το ταξίδι για πνευματική αποτοξίνωση, ν’ απελευθερωθείς από ιδέες και καταβολές πατρογονικές μιας κληρονομιάς αβέβαιης, για ν’ απομυθοποιήσεις την αγιότητα του καστρόπυργου της Ορθοδοξίας. Λέγε τι επιθυμείς να δεις στ’ Άγιο Όρος, τι πασχίζεις να βρεις στο συναπάντημα σου με τους μοναχούς, που απόμακρα, χαμένοι σε δάση και σε λαγκαδιές, διαβιώνουν  «εν πνεύματι και αληθεία» ,σαρκωμένοι την αγάπη του Χριστού» 5.
     Τη δεκαετία του ’90 που απεφάσισε ο συγγραφέας να επισκεφθεί το Άγιο Όρος,  «ξαναζωντάνεψαν οι Μονές, νεκραναστήθηκαν {…}πλήθυναν από νέους μοναχούς σπουδαγμένους κι ασπούδαχτους» ,6,γεγονός που διαπιστώνεται από πολλούς προσκυνητές. Η διαδρομή στη καρδιά της Μακεδονικής γης εντυπωσιάζει αυτό τον Πελοποννήσιο,  «προετοιμάζει τον επισκέπτη μυστηριωδώς, σα να δέχεται μύηση, σαν να κατηχείται για την οδοιπορία στ’ Αγιονόρι» 7.Το λιμάνι της Ουρανούπολης δείχνει την τουριστική Ελλάδα του ’90 και το άνοιγμα του Αγίου Όρους προς τον κόσμο, ιδίως μετά από την περιβόητη Έκθεση των Θησαυρών του Αγίου Όρους στην Θεσσαλονίκη το 1987, με τον θεσμό της πολιτιστικής  πρωτεύουσας της Ευρώπης. Ο ταξιδιώτης μας περιγράφει σχολιάζοντας : «το κοσμολόι,{το }παρδαλό,{το}ανόμοιο,{το}πολύμορφο. Δίπλα σε ασκητικούς καλόγερους τυλιγμένους στα ράσα και στις πλατιές μαύρες ζωστήρες, σκυφτοκέφαλους, έτσι που τα γένια ν’ ακουμπάνε στα στήθη τους, καλλίπυγες  νεαρές{…}να παίρνουν πόζες{…}.Θαρρεί κανείς,{…}πως βρίσκεται σ’ ένα τόπο παράξενο, αντίνομο, που η Ορθοδοξία αντιμετωπίζει με σιωπή και αιδημοσύνη το ξέφρενο κύμα του τουρισμού. Το αναγκαίο κακό…».8
     Ωστόσο  ο συγγραφέας αισθάνεται ό, τι δεν είναι  «ψυχικά προετοιμασμένος»  γι’ αυτό το προσκύνημα.
     Στη Καλύβη του Αγίου Ευθυμίου συνάντησαν δύο  «από τους πιο χαρακτηριστικούς γέροντες της πνευματικής και καλλιτεχνικής παράδοσης του Αγίου Όρους. Οι πατέρες Νήφων και Νικόλαος» 9.Η Καλύβη αυτή είναι το μοναδικό και παλαιότερο καλλιτεχνικό βιβλιοδετείο του Αγίου Όρους με σύνεργα χειροκίνητα γίνονται εκδόσεις βιβλίων από τα 1560 και 1600.Αριστουργήματα τυπογραφικής τέχνης, δερματόδετα με σπάνια στοιχεία. Πανάρχαια Ευαγγέλια, χειρόγραφα αγιασμένων πατέρων, βίοι αγίων».10.
   Πάνω απ’ όλα όμως, το Άγιο Όρος, είναι βίωση  «προφορική παράδοση» 11,κανόνας ζωής για τους Αγιορείτες. Ξεναγός στην οδοιπορία του Σεβασμιότατου Μητροπολίτη και του Γιάννη Καραλή στο Άγιο Όρος, είναι ο γέροντας και φίλος τους Σεραφείμ Δούνιας, αγιογράφος της αδελφότητας Βολιωτών.
   Στο κελί του Αγίου Νικολάου Μπουραζέρι, που είναι μετόχι του  Ρωσικού μοναστηριού, θαύμασαν τη «σπουδαία Σχολή Βυζαντινής Αγιογραφίας{…},ατελιέ που θα το ζήλευαν πολλοί ζωγράφοι. Το εργαστήρι θυμίζει παράρτημα της Σχολής Καλών Τεχνών. Θαυμάσιες εικόνες, σχέδια, καβαλέτα {…}.»12. Στο εργαστήρι αυτό αγιογραφεί ο γέροντας Αρσένιος και η συνοδεία του.Αυτό δεν είναι βέβαια το μοναδικό αγιογραφικό εργαστήρι της Αθωνικής Πολιτείας. Η Σκήτη των Καυσοκαλυβίων  είναι γνωστή στους καλλιτέχνες (όπως ο Φώτης Κόντογλου),για την Αγιογραφική της Σχολή που ίδρυσε εκεί στα 1859, ορμώμενος από το Ανδρονίκειο της Καισάρειας  ο μοναχός Ιωάσαφ. Μετά το θάνατο του ,το έργο του συνέχισαν οι μαθητές του που ονομάσθηκαν Ιωασαφαίοι και οι οποίοι εκμεταλλεύονταν στην αγιογραφία οποιοδήποτε πρότυπο τους τύχαινε από τις ρωσικές εικόνες ως τα χαρακτικά της Δύσης. Έτσι συνεχιζόταν από το 19 αιώνα, η καλλιέργεια μιας μεταβυζαντινής ή βυζαντινίζουσας ή λαϊκοβυζαντινίζουσας ζωγραφικής  στο Άγιο Όρος.
  Ενώ κοντά στις Καρυές, η συνοδεία του γέροντα Μελέτιου Συκιώτη συνέχιζε την κλασική παράδοση της βυζαντινής ζωγραφικής στον 20 αιώνα.
     Στο Βατοπέδι όπου συνέχισαν την οδοιπορία τους, επιφυλασσόταν Βυζαντινή τελετή υποδοχής στον Δεσπότη της Ηλείας κ. Γερμανό. Γράφει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Καραλής :
«Και βγήκαν ο ηγούμενος, οι ιερομόναχοι, οι μοναχοί, οι διάκοι να τον προϋπαντήσουν, επίσημα και τελετουργικά, ως είθισται σε τέτοιες εκκλησιαστικές προσωπικότητες. Περιέχει στοιχεία Βυζαντινής τελετής η υποδοχή Αρχιερέα σε Μονή του Αγίου Όρους{…},{όπου}οι μοναχοί προσκυνούν τον Δεσπότη, που{…]ασπάζεται το Ευαγγέλιο και τον ηγούμενο. Δύο ιερομόναχοι κρατάνε τον αρχιερατικό μανδύα[…]και τον φορούν στον δεσπότη, ενώ ένας άλλος μοναχός, αφού προσκυνήσει, του επιδίδει πατριαρχική πατερίτσα» 13. 
    Στη Καλύβη των Αγίων Πάντων της Αδελφότητας των Βολιωτών, παρακολούθησαν μια αγρυπνία. Γράφει ο Γ. Καραλής :
 «Η Αγιορείτικη αγρυπνία είναι συγκλονιστική παννυχίδα. Είναι μυστικισμός, είναι μύηση, είναι μετάγγιση  «αίματος» και γεύση  «σώματος» αχράντων και ασωμάτων αγίων. Είναι η ενσαρκωμένη βίωση της πίστης των μοναχών[…]» 14.Στη Καλύβη των Αγίων Πάντων ο συγγραφέας έκανε τη γνωριμία μιας μεγάλης σύγχρονης μορφής του Άθωνα ,του πατέρα Γεράσιμου Μικραγιαννανίτη που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το υμνογραφικό του έργο.
   Μια άλλη μέρα πάλι κινήσανε για τη Σπάρτη της Αγιάννας  :
 «Αφετηρία η Καλύβη της Αδελφότητας των Βολιωτών ,καταμεσίς θάλασσας και κορφής της Αγιάννας, κει που μονάζει ο γέροντας Άνθιμος, μια από τις εξαγνισμένες αγιορείτικες μορφές. Να πάς στ’ Αγιονόρος και να μην επισκεφθείς την Αγιάννα, είναι παράλειψη ασυγχώρητη. Είναι σαν να είδες το Σώμα κι όχι την ψυχή της Αθωνικής Πολιτείας»15.
Στη Σκήτη κουβέντιασαν για το θέμα του θανάτου. Ο θάνατος δεν φοβίζει τους Αγιορείτες, είναι μάλιστα «απ’ τα αγαπημένα [τους]θέματα» 16,διαπιστώνει ο συγγραφέας ;
 «Οι μοναχοί όταν πεθαίνουν δεν παθαίνουν ακαμψία. Είναι σαν να κοιμούνται…» Υπάρχει κι ένα ξεχωριστό εθιμοτυπικό για το θάψιμο, «άμα η ψυχή οδεύει στους ουρανούς, πιάνουμε πλένουμε το σώμα του με κρασί και το διπλώνουμε μέσα στο ράσο του. Ένας από μας ράβει το ράσο από πάνω και κάτω σαν σάβανο και το νεκρό σώμα το τοποθετούμε πάνω σε φορείο, ή σε ξύλινη σκάλα και το μεταφέρουμε στο Καθολικό, αν ο μοναχός που πέθανε ανήκει στη Μονή, ή στο Κυριακό αν μόναζε σε Καλύβη, σε Σκήτη. Δεν χρησιμοποιούμε κάσες, ούτε διατηρούμε νεκροταφείο» 17.
Αυτό ας προβληματίσει εμάς τους υπολοίπους κοσμικούς λέει εμμέσως, πλην σαφώς ο Γιάννης Καραλής, που ο θάνατος έγινε εμπόριο…
Σ’ εμάς τους καθημερινούς ανθρώπους, τους κοσμικούς δηλαδή, «υπάρχει λέει ο Χρήστος Μποκόρος,(σύγχρονος ζωγράφος από τη Γρανίτσα της Ευρυτανίας),πάντα ο φόβος του θανάτου, που είναι κάτι πολύ προσωπικό και μας διαχωρίζει. Κι ο θάνατος είναι κοινός για όλους. Αυτός κυρίως θα έπρεπε να μας ενώνει{όπως συμβαίνει με τους συνειδητοποιημένους στο θέμα μοναχούς}.Δεν σώζεται κανένας μόνος. Το ερώτημα είναι αν η Ανάσταση έπεται ή προηγείται του θανάτου. Άλλοι επιμένουν πως έπεται. Για μένα, λέει ο Μποκόρος, πρέπει να προηγείται. Εδώ πρέπει να ορθώσουμε το ανάστημα μας. Αν δεχτούμε τον εαυτό μας ως εφήμερο όν που απολαμβάνει τη ζωή κλεισμένο στο κουκούλι του φόβου του, χάνουμε την Ανάσταση, την αίσθηση δηλαδή της αιωνιότητας.
   Στη Καλύβη της Αδελφότητας των Βολιωτών, ο Γιάννης Καραλής συνάντησε τον γέροντα Άνθιμο. «Ένας αληθινός  «άγιος» εν ζωή άνθρωπος. Μορφή μεγάλη όχι μόνο πνευματική, αλλά κυρίως ανθρώπινη. Η αγιότητα του συγκαλλωπίζει το εξαϋλωμένο του πρόσωπο. Από το στόμα του κυλάει σοφία και αναβράζει αγάπη για τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Στον γέροντα αυτό, ταπεινά και απλά, ζήτησε και εξομολογήθηκε ο συνοδοιπόρος στην Αγιορείτικη πορεία μας, Μητροπολίτης Ηλείας κ. Γερμανός….»18
Το οδοιπορικό στο Όρος συνέχισε στη  «θάλασσα των Καρουλιών» ,στην έρημο του Αγίου Όρους, εκεί πραγματικά  «η έννοια του θανάτου είναι τόσο φυσική, όσο ακριβώς και η έννοια της ζωής…» 19.Εκεί ζουν οι αληθινοί ασκητές.
Ο οποιοσδήποτε λαϊκός προσκυνητής δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τον μοναχισμό.  «Μεγάλο ανηφόρι ο Μοναχισμός ,λέει ο Καραλής, και πετρολόι δύσβατο, κοφτερό που πληγώνει και ματώνει σώμα και ψυχή» 20.
Ο καθηγούμενος της Μονής Γρηγορίου Γεώργιος Καψάνης, πρώην Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής  του Πανεπιστημίου Αθηνών, υποστηρίζει ότι στο πρόσωπο του αγωνιζόμενου, πνευματικά υγιαίνοντος μοναχού η άρρωστη ανθρώπινη φύση θεραπεύεται, μεταμορφώνεται και οι άνθρωποι ξαναβρίσκουν τη γνησιότητα και την ομορφιά της ανθρώπινης φύσεως. Αυτό ήταν το αρχαίο και πρωτόκτιστο  κάλλος, η παλιά ευγένεια της φύσεως μας. Ο μοναχός φεύγει από την κοινωνία των ανθρώπων για να βιώσει, αν τα καταφέρει, την αληθινή θεανθρώπινη κοινωνία.21
    Τι ήταν τελικά το Άγιο Όρος γι’ αυτόν τον  «οδοιπόρο και αναζητητή της αγιοσύνης και της ερημίας των αναχωρητών» 22.Ο υπότιτλος του βιβλίου είναι πολύ διαφωτιστικός για την πνευματικότητα του Γ. Καραλή. Η οδοιπορία έφερε την αναδρομή, τη Βίωση και την ιδιαίτερη όραση, την ιδιαίτερη πνευματικότητα.23.Στην Αθωνική Πολιτεία ο Καραλής είχε την αίσθηση της μικρότητας του κόσμου που ζούσε και της μεγαλοσύνης της Αθωνικής πολιτείας. Αυτό καθιστά αδύνατη την πραγματική γνωριμία μαζί του σε τόσο λίγο διάστημα
   Το Άγιο Όρος για τους μοναχούς είναι χώρος «μετάνοιας, προσευχής, ασκήσεως, καθάρσεως, εκλάμψεως και θεώσεως» 24.Χώρος όπου διατηρείται   «ανόθευτη η Μοναχική Παράδοση του νηπτικού και θεωρητικού βίου» 25,όπως την εννοούσαν και οι Κολλυβάδες που υποστήριζε ο Μακρυγιάννης, ο Παπαδιαμάντης και άλλοι. Αποτελεί τη  «γρηγορούσα συνείδηση της Ορθοδοξίας, την αφυπνίζουσαν κλήρο και λαό εκ του ύπνου και της νάρκης της εκκοσμικεύσεως, να θυμίζουν συνεχώς την κλίσιν του ανθρώπου δια τον ουρανόν[…]» 26.
      Το Περιβόλι της Παναγίας, είναι το άβατο, ο απαραβίαστος χώρος, ακόμη και για τις μανάδες των μοναχών .Ο Γ. Καραλής αναρωτιέται , «ποίος θεϊκός ή ανθρώπινος νόμος είναι τόσο σκληρός που δεν επιτρέπει στη μητέρα να επισκεφθεί ,να δει το παιδί της, έστω κι αν πρόκειται να ματώσει τα πόδια της ,ν’ αναρριχηθεί στα κακοτράχαλα βουνοτόπια που ‘ναι οι σκήτες, οι καλύβες, τα κελιά.?.»27.
    Ο Γ. Καραλής θεωρεί ότι η διατήρηση του Αγίου Όρους αντιστοιχεί με διατήρηση της εθνικής μας κληρονομιάς, του θησαυρού της θρησκευτικής και πολιτιστικής παράδοσης τόπος-καταφύγιο για αναχωρητές της ζωής. Ο Άθωνας για τον Πατρινό Λογοτέχνη είναι κάτι αντίστοιχο της Ακρόπολης, της Ολυμπίας, των Δελφών, του Παρθενώνα για την Ελλάδα.28.Η τουριστική ανάπτυξη του Άθωνα θα σημάνει την απώλεια της ελληνικής ψυχής που είναι στενά συνδεδεμένη με την Ορθοδοξία. Ευτυχώς η καταφυγή πολλών νέων, μορφωμένων μοναχών στο Άγιο Όρος σημαίνει τη βίωση της Ορθοδοξίας στις μέρες μας. Το Άγιο Όρος ασκεί μεγάλη γοητεία στον προσκυνητή που πάει εκεί για πρώτη φορά και υπόσχεται να ξαναγυρίσει για να ξαναταξιδέψει στο χρόνο ανεμπόδιστα και να ζήσει στο θρύλο.
  Η μοναστική πολιτεία ,γράφει ο Γιάννης Καραλής, ακόμα κι αν ο επισκέπτης είναι «άθεος και άθρησκος[..]θα του δώσει συγκινήσεις και προβληματισμούς μύριους. Μετά είναι η και η Τέχνη. Μεγάλος πνευματικός ερεθισμός, όπως συμφωνεί και ο Ι. Μ. Χατζηφώτης και πολλοί άλλοι. Οι αγιογραφίες, οι απεικονίσεις, η παράδοση, η ιστορία και η Ορθοδοξία των αιώνων  βρίσκεται στον Αθωνα.29. «Το Άγιο Όρος στην κεντρική δομή του είναι μια ζωντανή και όχι μουσειακή ως θέλουν μερικοί να παρουσιάσουν επηρεασμένοι από ρομαντικές διαθέσεις και δυτικά πρότυπα-οργανική συνέχεια του Βυζαντίου, της εποχής που η εκκλησία ήταν ενσωματωμένη στην ιδέα του Ελληνισμού και ο θεματικός φύλακας της Ορθοδοξίας[…]Εκεί έκαιγε (μετά την άλωση)το καντήλι της εθνικής συνείδησης[…]»30.
    Τις σκέψεις του Γιάννη Καραλή για το Άγιο Όρος που το θεωρεί ως  «οργανική συνέχεια του Βυζαντίου, της εποχής που η εκκλησία ήταν ενσωματωμένη στην ιδέα του Ελληνισμού» , γι’ αυτό και λέει ότι  «φέγγει… στο Αγιο Όρος»  ,δικαιώνει και ο Κώστας Σαρδελής αλλά και ο Βυζαντινολόγος σερ Στήβεν Ράνσιμαν στο έργο του, «Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία» .Αλλά και ένας Έλληνας ερευνητής ιστορικός-μαρξιστής μάλιστα, ο Νίκος Σβορώνος. Η Εκκλησία γράφει στο έργο του «Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας» ,όταν πέρασε το πρώτο χτύπημα της κατάκτησης, θα συνεχίσει το έργο της ανασυγκρότησης της πνευματικής ζωής των Ελλήνων. Η Εκκλησία παραμένει σ’ όλη την περίοδο από το ΙΕ’,(15)ως το τέλος το ΙΖ’ (17)αιώνα, η κατευθυντήρια δύναμη του Έθνους, επικεφαλής της εθνικής αντίστασης (και μέσα στο Αγιον Όρος)και σ’ όλες τις μορφές της, συμμετείχε σ’ όλες τις εξεγέρσεις και ανέδειξε πολλούς νεομάρτυρες.
     Όλοι αυτοί λοιπόν και ο Γιάννης Καραλής αντλούσαν από το  «υδωρ το ζών» ,από τις αείροες πηγές της Ρωμιοσύνης, τα μυστικά κεφαλάρια του Γένους, από την Ορθοδοξία το μόνο  «ασάλευτο θεμέλιο» ,όπως έλεγε και ο Φώτης Κόντογλου. « Η ταλαίπωρος Ανατολή» που γράφει ο μεγάλος Παπαδιαμάντης ,στην  «καθ’ ημάς» Ανατολή διαμορφώθηκαν διαφορετικές πνευματικές και πολιτιστικές ταυτότητες απ’ ότι στη Δύση. Σ’ αυτή την Πονεμένη Ρωμιοσύνη πίστευαν και οι Μακρυγιάννης, Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Κόντογλου, Σαρδελής, Γιάννης Ρίτσος.
     Ο Κώστας Σαρδελής για να θυμηθούμε ,γράφει σχετικά με τους Φράγκους ότι , «Για την Πόλη και γενικότερα για την ανατολική, μεσαιωνική, ρωμαϊκή (Ελληνική) αυτοκρατορία, συντριπτικό το πλήγμα ήταν της Δ’ Σταυροφορίας (των Φράγκων),την Άνοιξη του 1204,το οποίο οδήγησε στην Άλωση των Οθωμανών. Οι Οθωμανοί δεν βρήκαν παρά ένα πτώμα που μόλις και ανέπνεε. Αυτή ήταν η αυτοκρατορία ασφυκτικά περιορισμένη στα κάστρα της πάλαι ποτέ Βασιλεύουσας. Η οποία, κατά τον Κωστή Παλαμά «και καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει» ,υπονοώντας προφανώς ο μεγάλος ποιητής, την Άλωση του 1204.
   Αυτή η Άλωση των Φράγκων το 1204,κατά τη γνώμη μου(λέει ο Σαρδελής),μπορεί να συγκριθεί με τη Μικρασιατική Καταστροφή[…].Διότι οι Ρωμιοί, μετά την Άλωση της πόλης[…]θεώρησαν(και πολύ σωστά ) ότι σκλαβώθηκε η πατρίδα τους[…].Και η πατρίδα αυτή δεν ήταν άλλη από τη Ρωμανία(τη σκλαβωμένη αυτοκρατορία» 31.Γι’αυτό ο Μπάιρον, γνωρίζοντας τα αισθήματα των Ρωμιών για τους Φράγκους, λόγω της Φραγκοκρατίας και όχι μόνο, τους χτύπησε σε κάποιους στίχους του ;<<Εις των Φράγκων υποσχέσεις ,μη στηρίζετε ελπίδας
……………………………………………….
Από τους άγριους Τούρκους και τους πονηρούς Λατίνους
Όσο δυνατοί κι αν είσθε,
Δεινούς τρέχετε κινδύνους.» 32.
   Μήπως μέσα από τους στίχους αυτούς κρύβετε κάποια αλήθεια και για το σήμερα και προπάντων για το μέλλον της χώρας μας μέσα στην υποτιθέμενη Ενωμένη Ευρώπη και στην παγκοσμιοποίηση?
 «Η μόνη ελπίδα της ανθρωπότητας δεν είναι η παγκοσμιοποίηση αλλά ο Ελληνισμός, υποστηρίζουν και ξένοι ακαδημαϊκοί όπως η  Γαλλίδα, Simone Le Baron,o Arsam Momeni (Iορδανός),ο Sam Chekwas(Νιγηριανός δάσκαλος της Ελληνικής γλώσσας).
    Η οδοιπορία του Γιάννη Καραλή στην Αθωνική Πολιτεία γίνεται ένα κατ’ εξοχήν ταξίδι, που διατηρεί ακέραια τα χαρακτηριστικά του ,τη δοκιμασία και την έκσταση. Τόπος επιλεγμένος από την Αρχαιότητα  ως εξαιρετικά ιερός, λόγω του Άθωνα, με φύση χαρακτηριστικά Ελληνική, ένας παράδεισος σφραγισμένος από την ιστορία της  ευρύτερης περιοχής της χερσονήσου του Αίμου, είναι ένας τόπος αιωνιότητας όπου το ταξίδι γίνεται μοιραία, προσκύνημα γι’ αυτόν και πηγή έμπνευσης ενός ακόμη προσκυνηματικού ταξιδιού. Θα το πραγματοποιήσει κι αυτό με τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ηλείας κ. Γερμανό, στους τόπους απ’ όπου, ξεκίνησε ο αγιορείτικος αναχωρητισμός, κάπου ανάμεσα στο Νείλο και στον Ιορδάνη, περνώντας από το Σινά…Το ταξίδι θα αρχίσει, πρώτα με το νου, με τα όνειρα, όπως πάντα και κάποτε θα γίνει πραγματικότητα. Γράφει συγκεκριμένα;
 «Ταξιδεύω και ονειρεύομαι…Κι όσο ονειρεύομαι, τόσο και ξεστρατίζω από την πραγματικότητα και την αλήθεια. Έχω πλάσει τον κόσμο με το δικό μου πηλό, δροσερεύομαι από πηγές, από φλέβες υδάτων πνευματικές, φοβάμαι τη διάψευση μήπως το όραμα το πάρουν οι άνεμοι, το σκορπίσουν στην άπλα της γης και τότε θα γκρεμιστεί ο πύργος της παιδικής σκηνοθεσίας» 33.
Μετά από κάθε οδοιπορικό  και μάλιστα σε ιερούς  τόπους, όπως  το Άγιο Όρος, τα Ιεροσόλυμα,  ο προσκυνητής  έρχεται πίσω με πολύ «βαρειές αποσκευές» ,όπως αποδεικνύουν τα γραφόμενα του,
«Μούδιασε η ψυχή, μούδιασαν και τα μάτια, αναζητούμε  χρόνο και τρόπο ανάπλασης και ανάκλησης, για να ταξινομήσουμε, να αξιολογήσουμε, να σκεφτούμε…
     Μετά από κάθε ταξίδι, στην επιστροφή, ο ταξιδιώτης ανοίγει τις βαλίτσες του και φανερώνει στον έλεγχο τι αγόρασε, τι κατέχει, τι έφερε από την ξένη γη.»34
   Ο Γιάννης Καραλής άφησε πλούσιο λογοτεχνικό έργο με πολλά βιβλία, αλλά και επιφυλλίδες και ομιλίες ποικίλου περιεχομένου στο αρχείο του Ραδιοφωνικού Σταθμού Πατρών από το 1950 έως το 1982.Υπήρξε μια από τις εμβληματικές μορφές της δημοσιογραφίας του 20 αιώνα με σπινθηροβόλα και πολύπλευρη πνευματικότητα.
Βιγλάτορας του πνεύματος και εργάτης της γλώσσας μας εδώ στην Αχαΐα για 93 χρόνια, ο Γ. Καραλής, σίγουρα φεύγοντας για το μεγαλύτερο ταξίδι της ζωής του, πήγε προετοιμασμένος γιατί μετά τον Άθωνα η όραση του ήταν πλέον διαφορετική, αναστάσιμη. Ας τον αναπαύει λοιπόν η Αχαϊκή γη που τον δέχτηκε…
 
  1.ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
1.Γιάννης Καραλής «Μικρά Ταξίδια» Οδοιπορικό στον Ελλαδικό χώρο. Εκδόσεις «Μέλισσα»,Αθήνα,1957.
2.Γιάννης Καραλής «Φέγγει…στο Άγιο Όρος» ,Βραβείο Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων. Εκδόσεις «Συλλογές» ,3 εκδόσεις, Αθήνα 1958(α’ έκδοση).
3.Γιάννης Καραλής  «Ιερουσαλήμ…Ιερουσαλήμ» Οδοιπορικό από το Νείλο(Αίγυπτο) στον Ιορδάνη περνώντας από το όρος Σινά. Αχαϊκές εκδόσεις, Πάτρα 1990.
4.Γιάννη Καραλή  «Άδεια ταφής» .Συλλογή Διηγημάτων .Εκδόσεις «Γωνιά του βιβλίου» ,Πάτρα 1980.
5.Γιάννη Καραλή «Ο ερημίτης και τ’ αηδόνι» .Αφηγήματα. Εκδόσεις Λεωνίδα Καρνάρου, Πάτρα 1976.
6.Γιάννη Καραλή ,Χρονογραφήματα στην εφημερίδα  «Πελοπόννησος» Πατρών 1954-Ιούνιος 2002.
7.Γιάννη Καραλή, Επιφυλλίδες, ιστορίες στην εφημερίδα  «Πελοπόννησος» .

2.ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Ευαγγελία Ι. Δαμουλή,  « Ο Άθως στη Λογοτεχνία. Συμβολή στην καταγραφή κειμένων για το Άγιο Όρος Ελλήνων και Γάλλων ταξιδιωτών-συγγραφέων στον 20 αιώνα» .Διδακτορική διατριβή, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα, Νοέμβριος 2007.
2.Κώστα Σαρδελή, «Η Ευρώπη των Φράγκων» ,εκδ. «Τήνος» 2002.
3.Εφημερίδα  Athens Voice ,25-9-1-10-14,τεύχος 497,Χρήστου Μποκόρου  «Κρίση δεν σημαίνει μόνο απώλεια κεκτημένων» σσ.28-29.
4.Στήβεν Ράνσιμαν «Η  Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία».
5.Nίκος Σβορώνος « Επισκόπηση της Νεοελληνικής  Ιστορίας».
3.ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Παν.Μουλλάς, «Προλεγόμενα» ,Σελίδες για την Ελλάδα του 20 αιώνα. Κείμενα Γάλλων ταξιδιωτών, Επιμέλεια Παν. Μουλάς-Βάσω Μέντζου Αθήνα, Ολκός,1995,σ7.
2.Γιάννη Καραλή, «Φέγγει …στο Αγιο Όρος, Οδοιπορία, Αναδρομή, Βίωση και Όραση» ,Έκδοση του περιοδικού  «Συλλογές» .Αθήνα 1988,Πρόλογος,σ.7.
3.Γ.Κ.,αυτόθι,σ.11
4.Γ.Κ.,αυτόθι,σ.13
5.Γ.Κ.αυτόθι,σ.15
6.Γ.Κ.αυτόθι,σ.19
7.Γ.Κ.αυτόθι,σ.30
8.Γ.Κ.αυτόθι,σ.69
 9.Γ.Κ.αυτόθι
10.Γ.Κ.αυτόθι,σ.71
11.Γ.Κ.αυτόθι,σ.68
12.Γ.Κ.,αυτόθι,σ.84
13.Γ.Κ.αυτόθι,σ.113
14.Γ.Κ.αυτόθι,σ.122
15.Γ.Κ.αυτόθι
16.Γ.Κ.αυτόθι,σ.126
17.Γ.Κ.αυτόθι,σ.124
18.Γ.Κ.αυτόθι,σ.131
19.Γ.Κ.αυτόθι,σ.142
20.Γ.Κ.αυτόθι
21.Γ.Κ.αυτόθι,σ.151
22.Γ.Κ.αυτόθι,σ.134
23.Γ.Κ.αυτόθι
24.Γ.Κ.αυτόθι
25.Γ.Κ.αυτόθι
26.Γ.Κ.αυτόθι,σ.152
27.Γ.Κ.αυτόθι,σ.148
28.Γ.Κ.αυτόθι,σ.146
29.Γ.Κ.αυτόθι,σ.147
30. Κώστα Σαρδελή, «Η Ευρώπη των Φράγκων» ,σ.15.
31.Κώστα Σαρδελή «Η Ευρώπη των Φράγκων» ,οπ.σ.11.
32.Κ.Σαρδελή,αυτόθι,σ.12.
33. Γ.Καραλή, «Ιερουσαλήμ…Ιερουσαλήμ» ,οπ.σ.8
 34.Γ.Καραλής, «Ιερουσαλήμ….Ιερουσαλήμ. Από το Νείλο στον Ιορδάνη περνώντας από το Σινά» ,σ.207.
 Ευαγγελία  Δαμουλή-Φίλια, Φιλόλογος, Διδάκτωρ Ιονίου Πανεπιστημίου, Συγγραφέας.
Σημείωση.
 Η εισήγηση αυτή εκφωνήθηκε στα Φιλολογικά βραδινά  της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ. Ελλάδας στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών, Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014,μετά από πρόσκληση του Προέδρου της Εταιρείας κ. Λεωνίδα Μαργαρίτη.