ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΒΒΟΥΡΑΣ ‘’ μελαγχολικός στοχαστικός ευαίσθητος ποιητής ‘’

 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΓΝΩΜΗ" ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2020

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : ΣΩΤΗΡΗ Ι.ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Μέλος του Κύκλου Ποιητών

                                                                                   Μέλος Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΒΒΟΥΡΑΣ

‘’ μελαγχολικός στοχαστικός ευαίσθητος  ποιητής ‘’



Ο Δημήτρης Κάββουρας γεννήθηκε στην Πάτρα το 1932. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και εργάστηκε στον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό (ΑΣΟ). Ποιήματά του περιλαμβάνονται σε ανθολογίες που έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες (γερμανικά, γαλλικά, ουγγρικά και περσικά).

Το θεατρικό του «Πατρίτσια υπάρχει» αλλά και ανέκδοτα ποιήματα με τίτλο «Αγάπης Λόγια» παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Act στην Πάτρα. Έχουν μελοποιηθεί ποιήματα από τον αδερφό του ποιητή, Θεόφιλο, και τον συνθέτη Σωτήρη Σακελλαρόπουλο.

Με αφορμή την ποίησή του έχει γυριστεί ταινία μικρού μήκους με τίτλο «Θέλω να πάρω κάτι από τα χέρια σου», με τη Λίλα Μπακλέση. Έχει διακριθεί και τιμηθεί από τον Δήμο Πατρών, τη Δημοτική Πινακοθήκη, το Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας και το Πανεπιστήμιο Πατρών.

Έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων κ.α. Τα ποιήματά του, κατά τους σχολιαστές του, είναι αβρά, μελαγχολικά, έκτακτης στοχαστικής ευαισθησίας.

Ενεργός πολίτης, με στόχους κοινωνικούς, που εμπεριέχουν τη δύναμη της ανθρωπιάς, της συμπόρευσης, της καλοσύνης, της αναμονής και της παρηγοριάς. Η αγαπητική διάθεση του, παίρνει ευρύτερες διαστάσεις, προς κάθε τι που αγγίζει την ψυχή του ανθρώπου. Ο λόγος του χαρακτηρίζεται από έναν παλμώδη λυρισμό, Συγκρατημένο μπορούμε να πούμε,  που υψώνεται κατακόρυφα για να εκφράσει ένα βαθύ αίσθημα μοναξιάς.

 

ΚΑΤΙ

Θέλω να πάρω κάτι από τα χέρια σου
κάτι σαν κέντημα, σαν πέτρα, σα λουλούδι
τόσο απαλό κιʼ ωραίο που να μοιάζει σου
και νάναι απείραχτο απʼ του χρόνου τʼ άγριο χνούδι.
Νάναι πλεγμένο, θέλω, από τα χέρια σου
νάναι σαν κράξιμο απʼ τα δικά σου χείλη
κάτι σα δάκρυ απʼ την χλωμήν εικόνα σου
κάτι θαμπό σα φλόγα από καντήλι.
Θέλω από σένα κάτι̇̇ κι έχω φύλαγμα
τέτοιο, που ανέγγιχτο ό,τι δώσεις μου θα μείνει:
Έχω έναν ίσκιο στης καρδιάς τα τρίσβαθα
για των λευκών σου των χεριών την καλοσύνη.

H μεταφορά με απλό λόγο εικόνων του κόσμου, εμπλουτισμένων από την μελαγχολική ματιά του Δημήτρη Κάββουρα η οποία, όμως, σε καμία περίπτωση δεν πέφτει στον ανούσιο ρομαντισμό.

ΑΡΚΕΙ

Κάθε που ρχόσουν φέρνοντας μιας νέας στιγμής το θάμπος
έτσι που δεν ξεχώριζα το τώρα από το χτες
ανθοβολούσε η κάμαρα κι όρμαγε μέσα ο κάμπος
κι έλεγα τέτοια ονείρατα πως δεν ξυπνούν ποτές.

Μα όπως γεφύρωνε ο καιρός καιρούς μʼ ανθούς και χιόνια
ξεχώρισαν οι στράτες μας, μʼ αλάργεψες και συ
κι ούτε που το κατάλαβα πως ρχόσουν τόσα χρόνια
κι έλεγα ως το σκεφτόμουνα: που το θυμάμαι, αρκεί.

Ποίηση με πολλαπλές στοχαστικές αποκρυπτογραφήσεις, σε μια ποιητική καθ’ όλα ανθοφορία, με παραμέτρους, την επιγραμματική κατάθεση της αρχαίας σοφίας και μυθοπλασίας, καθαγιασμένης ανά τους αιώνες.

Συμπυκνωμένος λόγος μιας πολιτιστικής παρακαταθήκης αεί ζωής και αείφωτης, με αποκωδικοποίηση τη φύση για την ανθρώπινη τελείωση και λύτρωση. Επικαιροποιεί ο ποιητής την ποιητική ενδοσκόπηση και την διέξοδη υπεράσπιση των ανθρωπίνων αδυναμιών.

ΕΙΜΑΙ

Ένα δέντρο είμαι που περπατεί.
Η σκιά μου σαν έμμονη ιδέα με ακολουθεί
και το τραγούδι μου φυλλορροεί στους τέσσερις ανέμους.
Ένα σκιάχτρο είμαι στην ερημιά.
Τα τραίνα που περνούν
με ταχύτητα αστραπής διαβάζουν τη σκέψη μου
που γίνεται καπνός στη μνήμη των ανθρώπων.
Ένα πέλμα είμαι πάνω στη γη.
Το άλλο μου σώμα αεροβατεί
κι επισκοπεί τα παράξενα του κόσμου.
Ένα δέντρο είμαι σαν ουρανός.
Στους κλώνους μου παγιδεύω τους ανέμους
κι όταν αποδημούν τα πουλιά
ξεμένω με τους απελπισμένους.

Θα μας πει ο Σωτήρης Παστάκας;

Παρατηρούσα τον Δημήτρη Κάββουρα στους μοναχικούς περιπάτους του,
στο Κάστρο και στους στενούς δρόμους της παλιάς Πάτρας. Κρατούσα από λεπτότητα παράλληλη πορεία επειδή δεν ήθελα να διακόψω την ονειροπόληση και το περισσότερο, ότι έπρεπε ακάλεστος να διασχίσω την ποιητική αύρα που ακολουθούσε τον αναχωρητή των στίχων. Κι όταν τύχη αγαθή διασταύρωνε τα βήματα μας στην πολύβουη οδό Κορίνθου ή στην πλατεία Ομονοίας, επέστρεφα σπίτι φορτωμένος από τα δώρα ενός εξαίσιου διαλόγου. Ο Δημήτρης Κάββουρας είναι ένας αθόρυβα σεμνός δημιουργός τόσο, που κάθε φορά που φεύγει και γυρίζω πίσω να κοιτάξω,
βλέπω μόνο ένα κενό ανθρώπων, και θυμάμαι πάντα τα λόγια του: «…που ο μοναχικός επισκέπτης δεν άφησε, φεύγοντας απόψε, ούτε τη σκιά του.»

ΤΕΤΑΡΤΗ

Το γκρίζο απόγευμα ξεθωριάζει
καταχωνιασμένο πίσω απʼ τις θαμπές κουρτίνες
που κρέμονται απεγνωσμένα.
Οι ανταύγειες από τα φώτα του δρόμου
ξυπνούν το φάντασμα της φωτογραφίας
που επιμένει να έχει γνώμη, ή, έστω, να θυμίζει.
Ένα σύννεφο καπνού σαν ξέφτι από σκοτάδι
ανεβαίνει κάθε τόσο από τα πνευμόνια της πολυθρόνας
και σαν φύλλο ξερό έτοιμο να πέσει
θροΐζει η σελίδα του βιβλίου που σκοτώνει
τον ήρωά του. Η ρόμπα
που περιφερόταν στο ημίφως ζητώντας το κορμί της
παρουσιάζεται μόλις γυρίσει ο διακόπτης
με τη σουπιέρα νʼ αχνίζει. Και μʼ ένα δείπνο
η μέρα τελειώνει.

Η σχέση και το συναίσθημα βρίσκεται σε μια περιδίνηση σχεδιασμού, εντοπιότητας, παράδοσης και αυτόβουλης έκφρασης στο κοινωνικό πεδίο που κινείται.. Η διάθεση της επικοινωνίας, της συνέκφρασης, της κοινωνικής αντιστοίχισης και διαδρομής, της προσωπικής βούλησης, γίνεται σταδιακά ένας οίστρος (θέλει)  προσέγγισης της ζωής της υπαίθρου, σ΄ όλο το μεγαλείο της λαϊκής έκφρασης, της απλότητας και της περιεκτικότητας που συνυπάρχει στο γλωσσικό μας δυναμικό, της ανθρώπινης πάντα, συμπεριφοράς, σ΄ ένα πεδίο σεβασμού, αλληλοεκτίμησης και βαθύτατης αγάπης, σ΄ όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις που έχει η λαϊκή μούσα της ποίησης, το ομόηχο και το μετρικό της απόδοσης του στίχου και το εσωτερικό φλόγιστρο της ελεύθερης έκφρασης και διατύπωσης.. Προσεγγίζει, με λυγερή παράθεση στίχων, ό,τι ο νους και η καρδιά, στη παρόρμηση της στιγμής, αγγίζει και αγιάζει τον έσω άνθρωπο της θυσίας, της αγάπης, της δοκιμασίας, της συστολής και της αυθορμησίας του λόγου, στα κοινωνικά μας πράγματα. Μέσα σ΄ ένα πεδίο πολυθεματικής και κοινωνικής παράδοσης και κουλτούρας, ανιχνεύει και ποιητικά ερμηνεύει τον άνθρωπο, στη  απλότητα, θέλοντας και επιδιώκοντας η ποίηση, σ΄ όλες τις εκφάνσεις της ζωής, να γίνεται το αναπόσπαστο βάθρο της ψυχικής και αισθητικής πανέκφρασης και συνδιαλλαγής των ανθρώπων. Με πηγαιότητα ποίησης ρέουσα, κεντρωμένη τις ρίζες και τις πηγές της  ποίησης, με ουσιαστική προσέγγιση στα καθημερινά μας και με πολλά στοιχεία αισιοδοξίας, και καλοκάγαθης διάθεσης και πρόσβασης στη ζωή, ενωτίζεται τα γεγονότα και με πραγματικό  Μεράκι, μας τα προσφέρει.

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ

Γύρω γύρω θάλασσα και παντού βράχια.
Πράσινο του πεύκου, σταχτί της ελιάς, κίτρινο του σπάρτου.
Κι ο κάμπος παλέτα. Από αγρός, τοπίο.
Του κόσμου τα επιφάνεια σʼ ένα σβώλο χώμα.
Κι ό,τι πιάσει του μάστορη το χέρι
δένει με το φως. Κι αν είναι πέτρα,
ριζώνει̇ κι αν είναι πλίθα, χτίζει
κι αν είναι λάσπη, κολλάει.
Ασβέστης και κοκκινόχωμα̇ κεραμιδί και σχιστόλιθος.
Θεός και χτίστης ο κύριος της γης.

Σε μια μέρα γίνηκε ο κόσμος
σε μια νύχτα πάλιωσε. Νυχτόημερο
η αιωνιότητα.

Γύρω γύρω θάλασσα και παντού βράχια.
Κι ο ξωμάχος κι ο θαλασσινός εικόνα και
ομοίωση:
κορμί ξερακιανό, κούτελο σκαμμένο.
Ο ήλιος τρώει το δέρμα, η αρμύρα
την ψυχή.

Το στοιχείο της αναζήτησης είναι ίδιον της ποιητικής ενδοχώρας κάθε δημιουργού και ο ποιητής Δημήτρης Κάββουρας, το αναδιατάσσει  στην ποίησή του, ως κεντρικό μοχλό ανίχνευσης όλων των ενδιαφερόντων στη ζωή.. Υπάρχει μέσα στην ιδέα του στίχου όπως υπάρχει και στη ζωή. Ο στίχος του εύπεπτος, απλός, κατανοητός, χωρίς αυξομειώσεις ρητορισμού, τον εμπεριέχει το εκάστοτε γεγονός, τον αναγεννά η μέθη της πραγματικής προσέγγισης, όπως και το απαύγασμα της κοινωνικής αναζήτησης. Ταυτίζεται στην ποίησή του μα τον καθημερινό άνθρωπο, έτσι το αισθητικό αποτέλεσμα του στίχου, είναι φως διαμπερές, είναι η αυτολύτρωσή  του, είναι μαζί ο στόχος και επιθυμητό, όσο το πρακτέο και το πραγματικό. Ο ποιητής από τη φύση του, στοχάζεται, ονειρεύεται, πειραματίζεται και στην έκφραση, όπως και στη ζωή, και συνοδοιπορεί στα δρώμενα όπως και η ποίησή του. Σημασία κι΄ αξιολογική αναφορά στο έργο του έχει, να κινείται πάντα μέσα στον κοινωνικό του χώρο και ο Δημήτρης Κάββουρας το διατηρεί και το επιτυγχάνει. Η ποιότητα και η εμβέλεια της ποίησης του δεν θα  κριθεί από εμάς, αλλά από τον χρόνο, από τη ζωή που ακολουθεί, από το πώς προσέγγισε τα γεγονότα και ποιο ρόλο ανάθεσε στον Στίχο και στον Άνθρωπο. Η ποίηση είναι ζωή, γεννά την επικοινωνία και ανοίγει πάντα διαύλους χαράς, δράσης και μεγαλοσύνης.

 

ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

Μου άφησες την ψάθα
για να μη με καίει ο ήλιος̇
μου άφησες την ομπρέλλα
σε περίπτωση βροχής̇
μου άφησες τα γάντια
για να μη ξυλιάζουν τα δάχτυλά μου.
Μου άφησες τόσα τέλοσπάντων
ώστε η φτώχεια μου
να σπαταλιέται μέσα σε πολλά.
Όμως μου πήρες τα παπούτσια.
Στην ουσία με αφόπλισες. Γιατί
πώς να διασχίσω ανυπόδητος
αυτόν τον χέρσο τόπο με τʼ αγκάθια
που μας χωρίζει. Πώς να θυμάμαι,
ακολουθώντας τʼ αχνάρια σου,
χωρίς να ματώνω.

Περπάτησα και θα περπατήσω ξανά ανάμεσα στις λέξεις του. Σκόνταψα, έτρεξα, περιπλανήθηκα. Κι όπως μια στιγμή στάθηκα λίγο να πάρω ανάσα, σχεδόν σαν οπτασία είδα μπροστά μου έναν άνθρωπο να περπατά ώρες διψασμένος στον ήλιο, με τα πόδια του να βουλιάζουν στην άμμο του χρόνου, βαθιά όπως οργώνει το άροτρο, και να επανέρχονται. Τον ένιωσα να κλαίει τον αιώνιο ξεριζωμό, αναζητώντας ασφάλεια επί ματαίω. Το βλέμμα του όπως πάντα μελαγχολικό. Παρακολουθώ τις λέξεις, του απευθύνω το λόγο, ζητώ από τις ίδιες, ερήμην του ποιητή, διευκρινίσεις. Κάποιες το κάνουν με περισσή ευκολία. Άλλες είναι πιο δύσκολες στο πλησίασμά τους, πιο εσωστρεφείς και ενίοτε περισσότερο θλιμμένες ή στοχαστικές, αλλά και οι μεν και οι δε «ερωτοτροπούν» και είναι εξίσου αξιαγάπητες και συντροφικές, όπως είναι οι γενναιόδωροι συνοδοιπόροι.

 

 

 

 

 

ΚΑΠΕΤΑ ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ ‘’ Ποίηση γεμάτη Αλμύρα με δροσερό θαλασσινό λόγο. Η θάλασσα είναι η ίδια του η ζωή είναι ο έρωτας του! ’’

 

ΚΑΠΕΤΑ ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ

‘’ Ποίηση γεμάτη Αλμύρα με δροσερό θαλασσινό λόγο. 

Η θάλασσα είναι η ίδια του η ζωή είναι ο έρωτας του! ’’

 

 


 

 

 

ΓΡΑΦΕΙ :  Σωτήρης Νικολακόπουλος της Εταιρείας Ελλήλων Λογοτεχνών


 


Ο  καπετά Γιώργος Σπηλιώτης  Dr.  Structural  Εngineer,  Γεννήθηκε στο Ραζακλή της Κεφαλονιάς και ζει ( μετά από ταξίδια σε όλο το κόσμο και σπουδές στις Ηνωμένες πολιτείες ) στη Πάτρα.  Άρχισε να γράφει ποίηση από τα γυμνασιακά του χρόνια, συνέχισε τα χρόνια που ήταν ναυτικός, μετά φοιτητής στο R.P.I. Troy, N.Y.

Στο ποιητικό προσκήνιο  παρουσιάζεται το 1980.  Τα ποιήματά του εμπνευσμένα  από τη θάλασσα είναι γεμάτα αρμύρα,  μιλούν για τη θαλασσινή ζωή, τα τερτίπια της θάλασσας, τους καημούς της  ξενιτειάς  και το νόστο.  Μια άλλη ομάδα ποιημάτων είναι  εμπνευσμένα από τη μυθολογία, την ιστορία, την φιλοσοφία…. Είναι παντρεμένος με την Dr Βασιλική Γκρεκα-Σπηλιωτη (καθηγήτρια Ιατρικής) και έχει δυο γιους και μια κόρη. Μας λέει για την Βασιλική 

ΈΝΑ  ΚΑΡΑΒΙ

Ένα καράβι έχω βάλει στα σκαριά

στου Ήφαιστου το υπόγειο εργαστήρι.

 

Το ουράνιο τόξο έκοψα στα δυο,

για να το βάλω στα πλευρά του.

Από αφρό νερού και σύννεφο

τη λαμαρίνα θε να  ματζακονίσω.

 

Ολύμπιες ολόχρυσες κλωστές

Φλόκους*  και ξάρτια θα στολίσω

και τα πανιά του υφαντά σε αργαλειό θεϊκό,

όπου υφαίνουν οι θεές υφάντρες.

 

Τ’  άσβεστο  φως του Ολύμπιου Διός

στο πιο ψηλό κατάρτι  θε  να φέγγει,

για μηχανή θε να του δώσουνε ψυχή

στις θάλασσες  αέναα να ταξιδεύει.

 

Η Αθηνά θα  ’ρθει στην πλώρη του

«το ιερό της γνώσης ξύλο»  να καρφώσει

και μια σημαία στο πιο ψηλό ιστό

στ’ απόνερα του  καραβιού να μοιάζει.

 

Ένα καράβι έχω βάλει στα σκαριά

στου Ήφαιστου το υπόγειο εργαστήρι,

για να σε κλέψω μια φεγγαρόλουστη  βραδιά

να ταξιδεύουμε μαζί  μες  στης ζωής το πανηγύρι.

 

Για τις εντυπώσεις που μου γέννησαν η ανάγνωση των βιβλίων του, μου προκάλεσε αναγνωστική τέρψη και απόλαυση, πόνο και συμπάθεια, πολλαπλά ερεθίσματα και απορίες. Το κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι τα παραπάνω αισθήματα παρέμειναν ακέραια τόσο κατά την πρώτη «αυτόνομη» ανάγνωση του βιβλίου όσο και σ’ αυτές που ακολούθησαν, Και αυτό για μένα συνιστά ένα από τα βασικά προτερήματα του βιβλίου, εξηγούμαι. Βάσιμα και επιτυχώς διεκδικεί αυτοτέλεια, δικό του ορίζοντα, ξέχωρη εσωτερική δύναμη και παλμό, ειδικό καλλιτεχνικό βάρος και απόβαρο. 

Είμαι από τη θέση του αναγνώστη  Που προτιμά να αφουγκράζεται τον «ξένο» λόγο μέχρι να τον καταστήσει σχετικά οικείο, να τον φιλοξενήσει στο δικό του γνώριμο νοηματικό περιβάλλον. Του αναγνώστη λοιπόν που επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει τις συστατικές – φόρμας και περιεχομένου – παραμέτρους του κειμένου. Εξάλλου, προς την ίδια κατεύθυνση νομίζω ότι με προτρέπει και ο ποιητής  να δούμε αντικειμενικές και δυνητικές πραγματικότητες, που μπορούν να φωτίσουν ταυτόχρονα- βέβαια  όχι με ίδιο τρόπο και ένταση - προσωπικές θαλασσινές  εμπειρίες πάνω από όλα , συμφραζόμενα, κοινωνικές συμπεριφορές.

ΈΝΑΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

Ένας διαβήτης έχει μείνει συντροφιά μου

από τα χρόνια τα παλιά του ναυτικού

τον έχω δίπλα κάθε μέρα στη δουλειά μου

θυμίζοντάς μου τη ζωή του βαποριού.

 

Αφού τον κόσμο τριγυρίσαμε παρέα

επαροπλίσαμε κι οι δυο κάποιο πρωί

κι αναπολώντας κάπου – κάπου τα ωραία

μου γράφει κύκλους τώρα πάνω στο χαρτί.

 

Κι  εκεί που γράφω κάποιο τόξο για γεφύρι

ή κάποιου δρόμου τη  στροφή μ’ ανηφοριά,

λοξοδρομία και πορεία για ταξίδι,

χωρίς να θέλει, του ξεφεύγει η μολυβιά.

 

Κάποια συζήτηση ανοίγει για πορεία

για  ένα ταξίδι σε μια θάλασσα πλατιά,

με λίγο πλήξη και με κάποια νοσταλγία

«είναι μονότονη η ζωή πα στη στεριά».

 

Μαζί χαράξαμε μια δύσκολη πορεία

για  ’να ταξίδι που δε γύρισε ξανά.

Κάποια ψιθύρισε μικρή επιθυμία,

κουραστικό  να είσαι απ’ τη θάλασσα μακριά.

 

Σαν κάποια βίδα στο μυαλό του να’ χει στρίψει

και γράφει κύκλους όπως  να  ’ναι στα τρελά

ή μπας στ’ αλήθεια η αρμύρα του  ’χε λείψει,

χωρίς πυξίδα,  να  ’χει  χάσει τα νερά.

 

Θεωρεί και βάζει  στόχο την "πληρότητα’’, στα βιβλία του  αλλά πάνω από όλα τ' ωραίο ταξίδι». Η ποιητική του προσφορά συνολικά, δίνει άρτια την περιπέτεια "του ταξιδιού" αφού  σήμερα ζούμε στην ίδια την πραγματικότητα όσο ποτέ άλλοτε. 

Έδωσε αυτό το ταξίδι, και ο δρόμος του  ήταν μακρύς  και τη χαρά, για όσα η θάλασσα του δίνει, και την οδύνη, για όσα παίρνει "στα βάθη της". 

Μέσα από αδρά δείγματα γραφής μας ταξιδεύει σε μια θάλασσα γλυκιά μα και πικρή, όμοια με τη ζωή που κλείνει μέσα της, όχι μόνο την αχόρταγη ομορφιά, αλλά και το θάνατο. Μόνο που ο θάνατος δεν πρέπει να είναι έξω απ' τους νόμους της φύσης.

Αυτή τη θάλασσα  μας τη γνωρίζει έχοντας  χορτάσει, 

Πλήξαμε στα ιδία τα ταξίδια 

Ευρώπη, Σουέζ, 

και Περσικό’…
θέλοντας να γαληνέψει λίγο η ψυχή του, απ' "τες φαντασίες" και "τα ινδάλματα της ηδονής,

Ένα πλωτό καράβι είναι η Κρήτη μας

από τους τιτάνας την αράξανε 

Πάνω στον ύφαλο Ιδαίον…

Κάπου αλλού μας λέει,

‘…Η γυναικεία φύση όπως πάντα γλυκαίνει τη ζωή

των ναυτικών, που πόδεσαν στη όποια… Λήμνο’

 Άλλο, λοιπόν, ν' αγναντεύεις τη θάλασσα, καλοσυνάτη ή τρικυμισμένη, οραματιζόμενος "ν' αποκτήσεις" κάποτε στα λιμάνια του κόσμου "ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής", κι άλλο να τη βιώνεις από ανάγκη για τον επιούσιο, όταν το καράβι κόβεται στα δυο καταμεσής στο πέλαγος. 

Έτσι ο καπετά  Γιώργης μεταφέροντας την εικόνα της αγωνίας  μας λέει: 

..Χτύπα ο λοστρόμο με βαριά

τον πάγο για να σπάσει

και από την βλαστήμια την πολλή

της βαριοπούλας έσπασε 

στα δυο το στειλιάρι.

Έχει ανάγκη τη θάλασσα ο Γιώργης τον δίδαξε τον γέμισε και πάντα είναι εκεί  

‘ στη σκέψη σε φέρνω το βράδυ

της ψυχής μου Βαλσάμι εσύ

σαν ένα γαλήνιο χάδι

της καρδιάς μου ελπίδα κρυφή ‘ 

και κλείνει

‘Ω πολυποθον ημαρ εσύ’

 

Γράφει πέρα απ’ την ευφυΐα της θάλασσας. Το νερό ποτέ δεν παίρνει σχήμα στο μυαλό ή τη φωνή.  Σαν ένα ολότελα σωμάτινο σώμα, που ανεμίζει τα άδεια του μανίκια  κι ωστόσο η μιμική του κίνηση αποτελεί επίμονη κραυγή, Κραυγή εξωανθρώπινη, του αληθινού ωκεανού. Η θάλασσα είναι η ίδια του η ζωή είναι ο έρωτας του!

 

Ακολουθώντας – απόλυτα πιστά – ο ποιητής -την συγγραφική του έρευνα, επιχειρεί ένα ταξίδι –πολλαπλών ταχυτήτων – με τα αδιάσειστα ευρήματα που παραθέτει – κρούοντας τις θύρες πολλών χιλιετιών – μιας ιστορικής ελληνικότητας, που παρά τις Προκρούστικες μεθόδους άλλων, διασφαλίζει στο ακέραιο, την πορεία της Μνήμης, της Γλώσσας, της Παράδοσης και της διαδοχικής – ανά τους αιώνες ιστορικής μας δικαίωσης. 

Ουσιαστικά το βιβλίο αποτελεί μια πολύ προσεγμένη ιστορική πραγματεία, καταχωρημένη – συνολικά – ποιητικά – περιεκτικά – με την επεξεργασία και διασταύρωση των γεγονότων σε 3430 !!! στίχους έμμετρου ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου. Η μελέτη του βιβλίου έφερε στο φως και μου δημιούργησε άμεσα μια κατακόρυφη ανάταση – πνευματική – λογοτεχνική, ανάμειχτη όμως με σκέψεις πικρές, για πολλά πράγματα που λησμονήθηκαν, Ορισμένες άκρως ενδιαφέρουσες εκδοχές – ή συμπεράσματα του βιβλίου που ακουμπά στα πόδια μας ο ερευνητής – λογοτέχνης, επισημάνσεις, που εκρέουν άμεσα από την μελέτη όλων των σχολίων και επισημάνσεων που φέρνει στο φως – μέσω του βιβλίου –

 1ον «Το ταξίδι του Πυθέα στη Θούλη» μπορεί να ’ναι το ταξίδι του καθένα μας στις προσωπικές του επιδιώξεις και ταυτόχρονα το συνολικά σχεδιασμένο ταξίδι των νεότερων για νέες προσεγγίσεις και οραματισμούς, αλλά και πρακτικές υλοποίησης, σε όλο το εύρος των κοινωνικών – επιστημονικών ή άλλων ενδιαφερόντων. 

2ον ως εύληπτο – κατανοητό και λογοτεχνικό εγχείρημα, που τυγχάνει ο Καπετά Γιώργος πολλών ευχαριστιών από όλους μας. 

3ον ως μνημειακό επίτευγμα, επαναπροσδιόρισης και επαναπροσέγγισης των ιστορικών γεγονότων της εποχής του Πυθέα. 

4ον Τις επιβεβαιωμένες και αλάθευτες (με τα μετά της εποχής του Πυθέα) αυτές αλήθειες των αρχαίων, από τη σύγχρονη πανεπιστήμη της έρευνας…

5ον Την από αρχαιοτάτων χρόνων μυθοπλασία των ιστορικών γεγονότων, που έχει τις ρίζες της στον Ελλαδικό χώρο, και της διάσωσης πολύ σημαντικών ανακαλύψεων προς όφελος του ανθρώπου. 

Αυτές είναι εν κατακλείδι – οι πυρφόρες σκέψεις ανάγνωσης και ανάδυσης και μελέτης του βιβλίου του ΠΥΘΕΑΔΑ.

Έντεχνα και λυρικά, μας φέρνει μπροστά σ’ ένα αδυσώπητο παρόν, που εκμαυλίζεται κάθε ιστορικό μας προηγούμενο. Γράφει: 

«Κλεψύδρες επινόησε για μέτρηση του χρόνου 

ανεμοδείκτες, γνώμονα εσκάλισε από ξύλο.

Του ήλιου το μεσούρανο κι από τη σκιά ενός δένδρου

το πλάτος όπου βρίσκεται μπορούσε να μετρήσει. 

Αστρολάβους δύο φρόντισε πάνω στο πλοίο να ‘χει

κι ανεμολάβους έφτιαξε, ανέμους να μετράνε…» 

Οι ετυμολογίες των λέξεων (του βιβλίου) είναι αρχαία ελληνική πραγμάτωση της ιστορίας, αφού η ιστορική πραγματικότητα κρύβεται και διασώζεται (όπως εδώ) μέσω του μύθου. 

Ένα ακόμη σημείο του βιβλίου που επαληθεύει το ρόλο της έκδοσής του, στο πρόσωπο του Πυθέα και του συνακόλουθου συνταξιδιώτη του Καπετά Γιώργη. 

Γράφει ο ποιητής σελ,116--στίχοι 2514-2518  

΄΄Σαν τ΄έχεις να μου πεις για την Ελληνική τη Γλώσσσα;

Άβαρις , Η σκέψη η ελεύθερη γεννήθη στην στην Ελλάδα

που πνεύματα ανήσυχα εδραίωσαν ιδέες

π΄εκφράζουν διανοήματα τους λογισμούς της σκέψης

και μέσω του διάλογου προβάλλετ΄ η αλήθεια΄΄...

Ολοκλήρωσε το βιβλίο του ΄΄ΠΥΘΕΑΔΑ΄΄, αναθέρμανε την ιστορική μας μνήμη, τίμησε την Ελληνική Παράδοση, την αξιοσύνη, την εμβέλεια, και τη μουσικότητα του 15σύλαβου, την αναλλοίωτη αγάπη του στην γενέτειρά του και στον τόπο του, το διαχρονικό στοιχείο της εξερεύνησης, του ταξιδιού, της μελέτης ,της αναζήτησης, του οράματος και της επιστήμης.

 

Ο καπετά - Γιώργης  είναι αστείρευτη πηγή, σε καιρούς δύσκολους πολύ,  και μας προσφέρει το δροσερό θαλασσινό λόγο του, να συντάσσεται με τα μακρινές θάλασσες των ονείρων του,  για να κρατάνε αμόλυντα στα βάθη τους την αγάπη για τον άνθρωπο. Και να γιομίζει την καρδιά του με το φως του ήλιου και με το νέκταρ της αισιοδοξίας και της δημιουργίας. Να έχει δικούς του μακρινούς ωκεανούς, για να βρίσκει τις λέξεις και να μας ιστορεί τ’ όμορφο παραμύθι της θάλασσας, της ζωής, του Έρωτα, του ανθρώπου και του Θεού. 

 

Γαλάτειας Ι. Βέρρα, «Στον καμβά των αιώνων»

Γαλάτειας Ι. Βέρρα,  «Στον καμβά των αιώνων»

 (Γαβριηλίδης 2019)


 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΠΟΙΗΤΗ ΣΠΥΡΟ ΒΡΕΤΤΟ 


 

Τα αντίδοτα της ποίησης στην «ενέδρα της στιγμής»

 

Πολλά ποιήματα σύντομα, πολλές φορές επιγραμματικά, απαρτίζουν το νέο, έκτο στη σειρά, ποιητικό βιβλίο «Στον καμβά των αιώνων» της Γαλάτειας Ι. Βέρρα, που συνεχίζει με γοργούς ρυθμούς να καταθέτει την πλούσια ποιητική παραγωγή της: έξι βιβλία, όλα μέσα στην τελευταία δεκαετία, που αποτελούν και τα «περιουσιακά στοιχεία» της καθώς θα μας πει σε ένα ποίημά της που θέλει να έχει τον χαρακτήρα σύντομου βιογραφικού αφενός, δελτίου απογραφής της περιουσίας της αφετέρου: «Ένας ανήσυχος νους.

 Μία ιπτάμενη καρδιά.

 Έξι ποιητικές συλλογές.

 Χείλη ικεσίας.

 Αυτά μου ανήκουν.»

Ο «καμβάς των αιώνων» θα μπορούσε να λέγεται και «καμβάς της δεκαετίας», αφού μέσα στη δεκαετία του γραπτού της λόγου είναι που

 «ο άνδρας έγινε καημός.

 Και ο καημός μνήμη.

 Και η μνήμη λέξεις.

 Και οι λέξεις τοπία σωφροσύνης»,

 όπως μας λέει στο ομώνυμο με το βιβλίο ποίημά της «Ο καμβάς των αιώνων».

Απέναντι από το ποίημα αυτό, και ουσιαστικά απέναντι από τον τίτλο του βιβλίου, η Βέρρα τοποθετεί, και μάλλον όχι τυχαία, το ποίημα «Η ενέδρα της στιγμής», με σκοπό προφανώς να αντιπαραβάλλει την δύναμη της στιγμής στον ατελείωτο χρόνο των αιώνων, καταδεικνύοντας πώς η στιγμή που δεν την υπολογίζουμε μπορεί να στήσει ενέδρα διαλύοντας το σκηνικό μιας ολόκληρης ζωής, κατά την διάρκεια της οποίας όλα έχουν, κατά φαινόμενο μόνο, επιτελεστεί σωστά. Διαβάζω: «Βάδιζε ανέμελα.

 Τίποτα δεν απασχολούσε τη σκέψη του.

 Είχε τακτοποιήσει τα του βίου του.

Δεν υπολόγισε όμως εκείνη τη στιγμή.

 Μία στιγμή που ανέτρεψε

 όλο το σκηνικό

 μιας προβλέψιμης ζωής.»

 Η στιγμή που μπορεί να ανατρέψει ένα τέτοιο σκηνικό, είναι όχι μόνο κάποιο ξαφνικό γεγονός, αλλά και ολόκληρο το «εμπόλεμο σήμερα», οπότε το ποιητικό αντίδοτο είναι τα περασμένα χρόνια:

 «Ας μιλήσουμε για χρόνια περασμένα.

 Φαντάζει πιο ανώδυνο το παρελθόν.

 Γνωρίζει πώς να σιωπά μέσα στην Ιστορία.

 Άλλωστε ποιος τολμά

 να τα βάλει με ένα εμπόλεμο σήμερα;»

 («Για χρόνια περασμένα»)

Έτσι η ποιήτρια, για να μην επιτρέψει την έλευση «εκείνης της στιγμής», στήνει διαρκώς τις δικές της ποιητικές ενέδρες. Γι’ αυτό και η συνεχής ποιητική ροή, τα πλούσια σε υλικό βιβλία της. Αντιστεκόμενη σε εκείνη τη στιγμή, γράφει και ξαναγράφει με σκοπό την «αισθητοποίηση της λύτρωσης» («Γράφω»).

Αντίδοτα στην έλευση «εκείνης της στιγμής» είναι αφενός η τέχνη, και όχι μόνο με την μορφή της ποίησης, αλλά και της μουσικής, και αφετέρου η πνευματικότητα και η μέσω αυτής παρηγορία.

Σε αυτό το βιβλίο η μουσική έχει ρόλο διακριτό. Πολλά τα ποιήματα που έχουν θέμα ένα μουσικό όργανο ή μια μελωδία, και σκοπός τους είναι η διαστολή των ωραίων στιγμών ή αλλιώς το διαπέρασμα των αιώνων, όπως θα μας πει στα ποιήματα «Η σονάτα του Σούμπερτ» και «Ο ήχος της κιθάρας»:

 «Αυτή η σονάτα του Σούμπερτ

 ήρθε να συμφιλιώσει

 κάθε ένταση στο εσωτερικό μου.

 Να διαστείλει τις στιγμές.

Να μου υπενθυμίσει

 πως ο πολιτισμός των ήχων

σπάνια προδίδει.» 

και «Ο ήχος αυτής της κιθάρας

 διαπερνά τους αιώνες…»

 Μέσω της μουσικής και της τέχνης επιχειρείται η διαστολή των στιγμών και του ωραίου σε σημείο που να μετατρέπονται σε συνεχή διάρκεια και ωραία ζωή.

 Kι έτσι θα μπορεί κάθε φορά να αντιμετωπίζεται θαρραλέα «εκείνη η στιγμή» που επιχειρεί την ανατροπή της προβλέψιμης ζωής μας. Κι αυτό, γιατί η τέχνη χτίζει ζωή μη προβλέψιμη, ζωή δυνατή, ζωή που δεν προδίδει και δεν γκρεμίζεται εύκολα.  «Διανύει αποστάσεις λυρισμού» ο ήχος της κιθάρας και η τέχνη («Ο ήχος της κιθάρας»), αλλά και συνέχει τα πράγματα: «Στο ασυνεχές των πραγμάτων ακούστηκε ο ήχος του φαγκότου» («Το φαγκότο»).

Παράλληλα, εμείς που διαβάζουμε καλούμαστε να απαντήσουμε καταφατικά στα καίρια ερωτήματα που θέτει η ποιήτρια στο εξαιρετικό ποίημά της «Αρκεί μια μελωδία;»:

 «Αρκεί μια μελωδία να κυοφορήσει τη ζωή;

 Να εξοβελίσει τη διστακτικότητα των καιρών;

 Να βεβαιώσει τον τρεμάμενο κόσμο;

 Να επαληθεύσει προφητείες

 αειφόρων αισθημάτων;».

Το «πένθιμο» κλαρινέτο, ο ήχος του «ηλικιωμένου» ακούσματος του φαγκότου, ο «ρήγας ήχος» της βιόλας, το άκουσμα μιας όπερας, η συνομιλία δύο βιολιών, όπως όλα αυτά συνομιλούν με τρόπο ευαίσθητο και λεπτό, συγχρόνως δε και εναργή, στα ποιήματα της Βέρρα, δημιουργούν τελικά ένα «Μουσικό έργο για τέσσερα χέρια

 δύο χαμόγελα

 και μία ηγεμονεύουσα καρδιά.»,

 όπως μας λέει στο ποίημα «Μουσικό έργο», όπου η ορχήστρα της μεταμορφώνεται πλέον σε αυτό που η τέχνη της διακαώς επιζητεί και επιθυμεί: την υψηλή πνευματικά και σωματικά ένωση δύο ανθρώπων, που οι καρδιές τους θα χτυπούν σαν μία.

Το μοτίβο της «ηγεμονεύουσας καρδιάς» θα το συναντήσουμε και με άλλους τρόπους στα «μουσικά» της ποιήματα: Ως «αυτοκρατορική σιωπή» στο ποίημα «Το βουνό», όπου ο απόηχος ενός κλαρινέτου σκεπάζει τις μνήμες και η κοινή ιστορία δύο ανθρώπων τελειώνει δίνοντας την θέση της στην «αυτοκρατορική σιωπή» που «παρηγορεί». Εν προκειμένω θα έλεγα ότι η ορχήστρα της ποιήτριας μετά το άκουσμα ενός «πένθιμου απόηχου του κλαρινέτου», αυτό που τελικά παράγει είναι ο ήχος της «σιωπής». Το παραπάνω μοτίβο θα το συναντήσουμε και ως «ηγεμονικό και απαθές» δοξάρι, και ως «ρήγα ήχο» μιας βόλας, στο ποίημα «Το δοξάρι», όπου πλέον ο ηγεμονικός ήχος δειπνεί «με το εσωτερικό των ψυχών». Τόσο εσωτερική και πνευματική έχει γίνει η βίωση μιας τέτοιας ένωσης ανθρώπων.

Με τέτοιους λοιπόν εκλεπτυσμένους τρόπους η ποιήτρια ανακαλεί και επιβάλλει την «φιμωμένη αισθητική», όπως την ονομάζει στο ποίημα «Στο άκουσμα μιας όπερας», και πλέον η ζωή μοιάζει να κυοφορείται, ο κόσμος παύει να τρέμει, τα αισθήματα ξαναζούν επαληθεύοντας τις σχετικές με αυτά προφητείες. Είναι σαν η ποιήτρια να μιλά και ως «προφήτης» των αισθημάτων αλλά και ως αυτή που τα επαληθεύει στην ποίηση και τη μουσική της. Ενώ, και επί πραγματικού επιπέδου, είναι λες και η «προφητεία των αισθημάτων» είναι η «λησμονημένη ιστορία» δύο ανθρώπων, μια παλιά ιστορία που τώρα την επαληθεύει και την παρηγορεί μια «αυτοκρατορική σιωπή».

Το δεύτερο αντίδοτο της ποιήτριας είναι η υψηλή πνευματικότητα και η μέσω αυτής παρηγορία. Ας δούμε το ποίημα «Μοναχικός δρόμος»: «Όταν κανείς διαφύγει

 από τον υλικό κόσμο,

 όταν αποδράσει από

 συναισθήματα ρηχά,

 όταν μπει στην ατραπό

 του πνεύματος,

 τότε αισθητοποιεί

 τον μοναχικό δρόμο

 που καλείται να διανύσει.»

Επιβάλλεται να το διαβάσουμε παράλληλα με το ποίημα «Αίσθηση», στο οποίο μια νέα, όμορφη, ευγενικής καταγωγής, περιφερόμενη «επιδεικτικά μέσα στην εικονική αυτάρκειά της» έρχεται τελικά σε «επαφή με τον κόσμο των αισθημάτων» που θα την οδηγήσουν στην «γενναιόδωρη αγάπη». Αυτή είναι η πνευματικότητα που επιζητεί η ποιήτρια, αυτή που σχετίζεται με την αίσθηση, με τα αισθήματα που μένουν μακριά από ο,τιδήποτε ρηχό, με την αισθητοποίηση της ατραπού του πνεύματος. Δεν είναι ότι δεν έχει προσπαθήσει να συναντήσει τον άλλο άνθρωπο, είναι ότι δεν τον βρήκε εκεί που τον αναζήτησε:

 «Στο κατώφλι μιας εναγώνιας νεότητας

 στα όνειρα που σπαργάνωσαν το παρόν

 στην ανάγκη μιας αλησμόνητης συνοδοιπορίας

 στο αδύνατο

 που μόνο το θαύμα βεβαιώνει

  σε αναζήτησα.

 Δεν ήσουν εκεί.»

 («Δεν ήσουν εκεί»). Είναι ότι, αποδεχόμενη να στροβιλιστεί στις «ασάφειες των αισθημάτων», δεν θα μπορούσε με τίποτα να αντέξει εκείνο το αντίο που «θα ράγιζε το σύμπαν» της  («Το δικό σου αντίο»). Είναι που θέλει να κοιτάξει πίσω, αλλά φοβάται το «απρόσεκτο βλέμμα» της («Μη γυρίσεις πίσω»), φοβάται τα «ενοχικά μάτια» της («Ο ερχομός σου»), και γι’ αυτό εξορίζει το πάθος, καταργεί την «εντοπιότητά» του («Εξόριστο»), δεν ενδίδει «στις ηδονικές διακλαδώσεις των νοημάτων» που καραδοκούν ακόμα και ανάμεσα στα «λόγια τα ακριβά» («Λόγια ακριβά»).

Η ποιήτρια επιδιώκοντας την έλευση της πνευματικότητας καταφέρνει συγχρόνως να μας δώσει ωραία ερωτικά ποιήματα, διότι ερωτικό δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται ως τέτοιο ή αυτό που ευθέως υμνεί τον έρωτα, αλλά και αυτό που τον κρατάει απέναντι και τον περιεργάζεται ή ακόμα και αυτό που θέλει να τον διώξει γιατί γνωρίζει ή καταλαβαίνει την δύναμή του. «Ερωτική» είναι και η αναζήτηση της υψηλής ωραιότητας. Ας διαβάσουμε το υπέροχο εν τη συντομία του «Βλέμμα αιχμηρό»:

 «Κόπηκα από βλέμμα αιχμηρό.

 Πληγή αιμάτινη και μυστική.

 Τι κι αν απουσίαζε το μαχαίρι.»,

 κι ας δούμε ολόκληρο το ποίημα «Λόγια ακριβά»:

 «Ας πούμε τα λόγια τα ακριβά.

 Τίποτε ευτελές μην ακουστεί.

 Και προπαντός μην ενδώσουμε

 στις ηδονικές διακλαδώσεις

 των αισθημάτων.»

 Αλλά ας σταθούμε και στο σημείο που η  ποιήτρια παύει να βλέπει το βλέμμα της ως ενοχικό, και αφήνεται με βεβαιότητα στο βλέμμα του άλλου:

 «Πόσο ξεκουράζομαι

 όταν ακουμπώ

 το βλέμμα μου στο βλέμμα σου!

 Έχω ανάγκη την ωραιότητα

 καθώς υψώνεται

 βέβαιη εντός μου.»

 Στο ποίημα «Orfeo Negro» αφού μιλήσει για την «οδυνηρή γοητεία του έρωτα» θα πει:

 «Που δίνει πλούσια

 τον κραταιό εαυτό του

 για να τον αποσύρει

 με την πρώτη βροχή.»

Με ειρωνική διάθεση στέκεται η ποιήτρια απέναντι στους «ειδικούς» της εποχής μας που στόχο έχουν να προσπεράσουν την  πνευματικότητα της «άνοιξης» για να μην νιώσουν μέσα τους την ανάσταση που αυτή κυοφορεί:

«Και προπαντός προσέξτε

 μην αναστηθεί τίποτα εντός σας!»

 («Ας προσπεράσουμε την άνοιξη»). Με ανάλογη ειρωνεία θα αντιμετωπίσει και αυτούς που δεν έρχονται αντιμέτωποι με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής, αλλά τα κοιτάζουν από μακριά:

 «Επέλεξε το πρώτο κάθισμα που βρήκε.

 Πόσο δύσκολο να περιφέρεται κανείς

 όρθιος στα γεγονότα.» («Το κάθισμα»).

 Το ειρωνικό της βλέμμα δεν παραλείπει να μπει στις σύγχρονες περίοπτες κατοικίες για να δει πίσω από την ευφάνταστη διακόσμησή τους, πίσω από την κατ’ επίφαση «αφηγηματική» πληρότητα των ενοίκων τους, το αποστειρωμένο περιβάλλον και την «μόνιμη πνιγηρή σιωπή» τους. Ας δούμε το εξαιρετικό ποίημα «Ανέσεις και απουσία»: «Οικία περίοπτη.

 Διακόσμηση ευφάνταστη.

 Χώρος «αφηγηματικός».

 Αυτός γενικός χειρουργός.

 Σκιά στο εν λόγω δημιούργημα

μια μόνιμη πνιγηρή σιωπή.»

Στον «Καμβά των αιώνων» εξακολουθούν να υπάρχουν, ωστόσο μειωμένες σε σχέση με το προηγούμενο έργο της Βέρρα, οι διακειμενικές αναφορές σε ιερά βιβλία. Η πνευματικότητα κατακτιέται ως απευθείας βίωση του αισθήματος μέσω της διαρκούς πάλης του εξωτερικού με τον εσωτερικό κόσμο, ενώ ο διακριτικά ειρωνικός τρόπος της Βέρρα, η λεπτή προσέγγιση στα θέματά της, και ο λιτός, απλός, κοφτός και επιγραμματικός λόγος της αποφέρουν πολλές φορές πολύ ώριμους καρπούς.

 

 

 

 

ΓΙΑΝΝΗ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ: «OI ΦΩΝΕΣ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ»

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΚΡΙΤΙΚΗ

 ΓΙΑΝΝΗ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ: «OI  ΦΩΝΕΣ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ»                  Διηγήματα  Εκδόσεις Βεργίνα


 

                                                      Σημείωμα Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη

                                                       Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών Ν.Δ Ελλάδος

Κυκλοφόρησε πρόσφατα σ’ ένα επιμελημένο τόμο από τις εκδόσεις «ΒΕΡΓΊΝΑ» το τελευταίο βιβλίο του Ηλείου  Γιάννη Νικολόπουλου με τον τίτλο: «ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ». Πρόκειται για μια συλλογή από 17   μικρής έκτασης  διηγημάτων , ο τίτλος του εβδόμου αποτέλεσε και τον τίτλο της συλλογής.


Ο Γιάννης Νικολόπουλος  συνεχίζει  επάξια τη δημιουργική πορεία της Ηλειακής πνευματικής ζωής. μια πνευματική  παράδοση, που θεμελίωσαν ο αείμνηστος   πεζογράφος και ποιητής  ο ερημίτης του Πύργου Τάκης Δόξας ,ο πατριάρχης της επαρχιακής δημοσιογραφίας  Αύγουστος  Καπογιάννης και ο  ακάματος  λαογράφος και  ερευνητής Ντίνος Ψυχογιός .

          Ο Γιάννης Νικολόπουλος πνευματικό παιδί του αείμνηστου λογοτέχνη Τάκη Δόξα είναι από τους ελάχιστους σήμερα πνευματικούς ανθρώπους που παραμένουν πιστοί  στον τόπο τους  και  φυλάνε Θερμοπύλες στην επαρχεία. Ταξιδευτής της ζωής , αμετανόητος  πατριδολάτρης και  αμετακίνητος από τη γενέτειρα του. Εκδότης της εβδομαδιαίας  πολιτικής εφημερίδας «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ» συγγραφέας, ποιητής, αρθρογράφος  Διευθυντής της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Πύργου, εμπνευστής και  υπεύθυνος επανέκδοσης της ιστορικής φιλολογικής εφημερίδας «ΝΟΥΜΑΣ»

          Το τελευταίο του  έργο  της πνευματικής παραγωγής του Ηλείου λογοτέχνη και πνευματικού Δημιουργού «ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ» αποτελεί μια κατάκτηση στην πεζογραφία της χώρας μας. Έχουν  προηγηθεί τα βιβλία του: «ΜΟΝΑΞΙΑ», «ΩΡΕΣ ΑΓΑΠΗΣ», «ΔΟΞΑΣΤΙΚO», «ΡΩΓΜΕΣ», «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ»,

«ΤΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΑΣΤΕΡΙ»,  «Θρησκεία η καταφυγή του Ανθρώπου»  και «ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ».

          Τα διηγήματα της τελευταίας συλλογής του κ. Νικολόπουλου διακρίνονται για  το ευσύνοπτο και σαφές  των διανοημάτων του ενώ είναι έντονος ο ψυχισμός  των ηρώων του. Θέματα της καθημερινότητας, που τα αντιμετωπίζουμε χωρίς να τους δίνουμε ιδιαίτερη σημασία, για το Γιάννη Νικολόπουλο γίνονται έμπνευση και πλέκεται ο μύθος γύρω από τον οποίο θα διαπιστωθεί πόσο μόνος και απομονωμένος είναι ο σημερινός άνθρωπος από το διπλανό του, πόσο η μέριμνα των βιοτικών αναγκών απορροφά τον  άνθρωπο και δεν του αφήνει περιθώρια να σκεφθεί και το γείτονά του.

 Είναι έκδηλη αυτή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στο πρώτο διήγημα «Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» εκεί που ανακαλύπτει  συμπτωματικά πως οι συνταξιδιώτες  είναι  γείτονες απλώς τους χωρίζει ένας τοίχος. «..Ένας γυάλινος κόσμος, ψυχρός και ισοπεδωμένος κόσμος που πνίγεται στην λανθάνουσα μοναξιά, στη λανθάνουσα κατάσταση ζωής , στη λανθάνουσα τραγικότητα των φαινομένων….»

Και στα 17  διηγήματα της  συλλογής ο Νικολόπουλος μας απεικονίζει  τη μοναξιά των ανθρώπων, την μελαγχολία που κατακλύζει τα πάντα. Χαρακτηριστική η τελευταία παράγραφος του Διηγήματος  «Οδός Λασκάρεως 40»: «…Πονάω, πονάω, σας παρακαλώ είπε ξανά και γέρνοντας  το κεφάλι σωριάστηκε στο έδαφος. Στο κοντινό νοσοκομείο του Διεθνούς Οργανισμού που μεταφέρθηκε, επιβεβαιώθηκε η ασθένειά του:χρόνια κατάθλιψη. Ήταν  άλλωστε, τόσο μόνος και περίλυπος, 40 χρόνια ολόκληρα….»

          Εκεί που θα σταθεί ιδιαίτερα ο αναγνώστης του βιβλίου είναι στη  διήγημα που έδωσε το όνομα του στον τίτλο της συλλογής «ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ» Eδώ,  δύο πρόσωπα που διαλέγονται δίπλα στη θάλασσα :« Είμαστε, της είπε σιγά, δυο μεγάλες πέτρες και σώπασε…Ο καιρός μας συντρίβει αλύπητα, Ελπίζαμε απελπισμένα .Δεν μπορούσε ν’ αλλάξει τίποτε. Δεν κερδίζαμε ποτέ ΄Όλα είναι μια επανάληψη, ΄Όπως αρχίσαμε, ήταν βέβαιο πως θα μέναμε μετέωροι κάπου.» Μεγάλες κουβέντες που δεν απεικονίζουν ατυχώς μια πραγματικότητα που ζούμε οι περισσότεροι των ανθρώπων…Η αγάπη σου ήταν για μένα πανικός. Δεν μπορώ να ζήσω με τον κίνδυνο της παρουσίας σου στη ζωή. ΄Έζησα στην απουσία και στη μοναξιά…Νιώθω στην ψυχή μου μια τρικυμία. Κατάλαβέ με  αν θες…Είσαι ένας κόσμος ανέσπερος, δεν μου ανήκεις. Ξέρεις να νιώθεις, ξέρεις να μετράς τους ήχους, όλους τους ήχους της ζωής. Με την αφή σου ζεις κι εξουσιάζεις. Εσύ έχεις παντού ανοιξιάτικο ουρανό..»  Ένα διήγημα με ιδιαίτερα προσεγμένη δυναμική, με εξάρσεις και αναβαθμούς στις καρδιές των πρωταγωνιστών ,με λίγες φράσεις που λένε πολλά. Το κείμενο τούτο  εντυπωσιάζει  και  συγκινεί.

 Και τα 17 διηγήματα(Γυάλινος κόσμος, Ενοικιάζεται δωμάτιο, ΄Ένας θάνατος, ΄Έξοδος Κινδύνου, Το θύμα, Η πληγή, Οι φωνές των βράχων, Βοήθεια, Οδός Λασκάρεως 40, Η μεγάλη έκρηξη, Η πρωτοχρονιά του Αλέξανδρου, Μικρή νυχτωδία. Η δίψα της ζωής, Το κύμα, Τα δένδρα, Βροχή στη νύχτα και Χριστουγεννιάτικη συμφωνία) αποτελούν πολύτιμα πετράδια  που κοσμούν την νεοελληνική πεζογραφία μας και το ένα  δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από το άλλο. Όλα μαζί είναι προορισμένα για κοσμήματα της  τέχνης.

  Γνωρίζαμε τις ικανότητες του λογοτέχνη Γιάννη Νικολόπουλου στο στίχο, στο δοκίμιο  και στο διήγημα όμως το τελευταίο του έργο μπορώ να πω πως μας αιφνιδίασε ευχάριστα. Ένα  έργο που κοσμεί την νεοελληνική γραμματεία μας  και τιμά το δημιουργό του. Μπράβο Γιάννη…