ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ναπολέων Σουκατζίδης -Ένας ήρωας

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: 

 


 

 

Ναπολέων Σουκατζίδης -Ένας ήρωας

                                                                      

                                                                 Αποτέλεσμα εικόνας για ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ

                                                                 

Τι είναι ήρωας; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα που καθιστούν κάποιον ήρωα;

Ως ήρωας στη μυθολογική παράδοση αλλά και ως το σύγχρονο κοινωνικό αρχέτυπο εννοείται κάποιος άνδρας ή γυναίκα, που μπορεί να εμφανίζεται ως πρωταγωνιστής ενός μύθου, ενός θρύλου ή  έπους και που κατέχει ικανότητες μεγαλύτερες από εκείνες που κατέχει ο μέσος άνθρωπος. Αυτές οι ικανότητες τον βοηθούν να εκτελέσει ασυνήθιστες και παράτολμες αγαθοεργείς πράξεις (ηρωϊκή πράξη).

Κατά τους αρχαίους ελληνικούς χρόνους η έννοια του ήρωα ήταν διαφορετική από τη σημερινή. Για τον αρχαίο Έλληνα ήρωας είναι εκείνος, που δείχνει ανδρεία στη μάχη και έχει ένδοξο θάνατο, που χαρίζει δόξα στον ίδιο και στην οικογένειά του. Τέτοιοι ήταν ο Αχιλλέας, ο Λεωνίδας, ο Ηρακλής κλπ. Με το πέρασμα του χρόνου η έννοια του ήρωα άλλαξε σημασία. Έτσι ήρωας θεωρούνταν όχι εκείνος που πέθανε στη μάχη, αλλά εκείνος που υπερασπιζόταν ανώτερα ιδανικά, όπως η πατρίδα και γενικότερα ηθικές και ανθρωπιστικές αξίες. Βασικό χαρακτηριστικό του ήρωα είναι η ελεύθερη βούληση. Οι πράξεις του είναι προϊόν ελεύθερης επιλογής και όχι προϊόν οπουδήποτε καταναγκασμού ή υποχρέωσης χωρίς οποιοδήποτε ίχνος ιδιοτέλειας. Το θάρρος, η γενναιότητα, η συμπόνοια, η ενσυναίσθηση και η προθυμία να βοηθούν αλλά πάνω απ’ όλα οι ήρωες είναι άνθρωποι που έχουν ηθικές αξίες και ζουν με βάση το αξιακό τους σύστημα και δεν φοβούνται να θυσιάσουν τον εαυτό τους για το καλό των άλλων. 

Σύμφωνα με τον Πάουλ Τίλλιχ στο βιβλίο του ‘’Το θάρρος της υπάρξεως’’ το θάρρος ως ανθρώπινο ενέργημα, από την άποψη της αξιολόγησης, αποτελεί ηθική έννοια. Το θάρρος ως καθολική και ουσιαστική αυτοβεβαίωση της υπάρξεώς μας αποτελεί έννοια οντολογική.  Είναι η κατάφαση της ουσιαστικής μας φυσης,  του εσωτερικού σκοπού μας ή της εντελέχειας.  Εμπεριέχει τη δυνατή και,  σε μερικές περιπτώσεις την αναπόφευκτη θυσία στοιχείων, που επίσης ανήκουν στην ύπαρξή μας, αλλά που αν δεν θυσιαστούν θα μας εμποδίσουν να φτάσουμε στην εμπραγμάτωση της πληρότητας μας. Η θυσία μπορεί να περιλαμβάνει την ευχαρίστηση, την ευτυχία ακόμη και την ίδια την ύπαρξή μας. Ο θαρραλέος άνθρωπος ενεργεί για χάρη του ευγενούς, διότι αυτός είναι ο σκοπός της αρετής, λέει ο Αριστοτέλης. Πράγματι ο ήρωας έχει βαθύ ηθικό υπόβαθρο. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Συκουτρή,στο βιβλίο του Φιλοσοφία της Ζωής, ο ηρωικός τρόπος ζωής, ο ηρωικός άνθρωπος αισθάνεται πως είναι διαλεγμένος από τη Μοίρα, ως αγωνιστής και μάρτυς - περισσότερο ως μάρτυς. Είναι το αλεξικέραυνον, που θα συγκεντρώσει επάνω του (θα προσελκύσει μάλλον εθελουσίως) όλας τας καταιγίδας και όλα τ΄ αστροπελέκια, δια να προστατευθούν τα κατοικητήρια των ειρηνικών ανθρώπων. Ο ηρωικός άνθρωπος δεν είναι το άνθος, δεν είναι ο καρπός, είναι ο σπόρος που θα ταφεί και θα σαπίσει δια ν΄ αναφανεί το άνθισμα και το κάρπισμα. Είν’ εκείνος που θάπτεται δια να εορτασθεί η ανάστασις.  Ο ηρωικός άνθρωπος είναι υπερήφανος όχι εγωιστής. Η ευτυχία του είναι να δαπανά και ακριβέστερον να δαπανάται. Σκορπά την αγάπη του χωρίς ανταλλάγματα. Σκορπά τις συγκινήσεις, τους ενθουσιασμούς, τη φλόγα τα κάλλη  και τα ρίγη της ψυχής του. Σαν τον ήλιο που ακτινοβολεί παντού το φως του. Εις την εργασίαν καθυποβάλλεται με ανεπιφύλακτον προθυμίαν. Εργάζεται από την επιθυμία να χρησιμοποιήσει τας δυνάμεις του σώματος και της ψυχής εις έργα δύσκολα. Το ίδιον και εις την  πνευματική του εργασίαν. Δεν μελετά δια να γράψει ένα βιβλίο ή δια να επιτύχει εν αξίωμα. Μέσα του θέλει να πλουτίσει. Η ζωή του ηρωϊκού ανθρώπου δεν μπορεί παρά να είναι σύντομη, διότι πέρνα ολόκληρον την ζωή του εις το πολυκίνδυνον μέτωπο του πολέμου. Σύντομος διότι είναι από την μοίραν του ερασιθάνατος. Βαδίζει προς τον θάνατον όχι δια  ν’ αναπαυθεί, όχι διότι βαρέθη με την ζωή, όχι διότι εδείλιασε ενώπιον αυτής. Ο ηρωϊκός άνθρωπος δεν υφίσταται τον θάνατον. Δι’ αυτόν και ο θάνατος ακόμη δεν είναι πάσχειν αλλά πράττειν. Είναι η τελευταία πράξις με την οποία επισφραγίζει όλας τας άλλας πράξεις. Τους δίδει αυτή το νόημα· διότι και η ζωή όλη είναι μία διαρκής αρχή, και η αρχή το νόημα της αντλεί από το τέλος, του οποίου είν’ η αρχή. 

Και είναι το τέλος ο θάνατος αλλά και η τελείωσις. Ποιος ήταν ο Ναπολέων Σουκατζίδης; ‘Οπως γράφει ο διευθυντής του Athens Review of books Μανώλης Βασιλάκης, ο οποίος έχει το αρχείο επιστολών και πληροφορίες από την πεθερά του, η οποία ήταν αρραβωνιαστικιά του Σουκατζίδη ήταν ένας βαθιά μορφωμένος άνθρωπος με σπάνια ψυχική ευγένεια, με διαρκές ενδιαφέρον για τους άλλους, πολύγλωσσος, πολυτάλαντος και με μία λέξη: ανθρωπιστής.  Από την αλληλογραφία του με τη Μαρία Λιουδάκη δείχνει τις φιλολογικές ευαισθησίες του, τις κριτικές ικανότητες του, τις λαογραφικές επιδόσεις του. Όλα όσα συνέβησαν στη σύντομη ζωή του, που σφραγίστηκε από το τραγικό τέλος του, συνέβησαν γιατί ανήκε στην ελίτ των μορφωμένων, γιατί ήταν ουμανιστής της πράξης. 

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε το έτος 1909 στα Μουδανιά της Μικράς Ασίας. Γονείς του ήταν οι δάσκαλοι της εποχής εκείνης Φώτιος και η Μαρία Σουκατζίδη. Αυτοί του εμφύσησαν την αγάπη για τη μάθηση, την καλλιέργεια του νου και την αγάπη για τον συνάνθρωπό. Όπως γράφει ο πατέρας του Φώτης Σουκατζίδης σ’ ένα αχρονολόγητο  τετράδιο, που αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν στο προαναφερόμενο Αthens Review, ο Ναπολέων στην ηλικία των τεσσάρων ετών και πριν ακόμα μάθει να γράφει ή να διαβάζει ήξερε απέξω όλες τις εικόνες ενός περιοδικού, που εξέδιδε ο πατέρας του στην Κωνσταντινούπολη. Στα πέντε χρόνια του ήξερε ήδη να γράφει. Το έτος 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικογένεια του ήρθε και εγκαταστάθηκε στο το Αρκαλοχώρι Κρήτης. Εκεί φοίτησε στην Εμπορική Σχολή Ηρακλείου, από την οποία αποφοίτησε με άριστα. Είχε ιδιαίτερη επίδοση στις ξένες γλώσσες. Εν τέλει μιλούσε και έγραφε 5 γλώσσες: γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και τούρκικα. 

Μετά την αποφοίτησή του από την Εμπορική Σχολή, στα 19 του χρόνια, σύμφωνα με τον Θέμο Κορνάρο, στο βιβλίο του ‘’Ναπολέων Σουκατζίδης, το μεγαλείο ενος αγωνιστή της Αντίστασης’’ προσλήφθηκε και άρχισε να εργάζεται στη μεγάλη βιομηχανική επιχείρηση της Κρήτης <<Λιοπυράκης και Σία>>. Κατά τον Μανώλη Βασιλάκη εργάστηκε ως λογιστής και αλληλογράφος στο εργοστάσιο της εταιρείας ‘’Μίνως’’ στην Ιεράπετρα. Δεν μπόρεσα να διασταυρώσω τις διαφορετικές πληροφορίες, δεδομένου ότι τα δημοσιευμένα  βιογραφικά στοιχεία του Σουκατζίδη είναι ιδιαίτερα φτωχά. Δεν έχει όμως ιδιαίτερη σημασία, αφού ενδιαφέρον έχει η εργασιακή του συμπεριφορά. Έτσι, σύμφωνα με το Θέμο Κορνάρο, αφοσιώθηκε ολόψυχα στην δουλειά του. Και μολονότι δεν είχε κλείσει ένα χρόνο στην επιχείρηση και λόγω των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων του, όλοι οι συναλλασσόμενοι ζητούσαν τον Ναπολέοντα. Όλη η τεράστια αλληλογραφία της εταιρείας έπεσε στους νεανικούς του ώμους. Αυτός ακούραστος, αισιόδοξος, πρόσχαρος, μέσα από την εργασία του έδειχνε την αγάπη του στο συνάνθρωπό του. Ποτέ δεν πρόσβαλε κάποιον και πάντα προσπαθούσε να εξυπηρετεί με καλοσύνη τους συναλλασσόμενους αγρότες. Πάντα γελούσε με τα μάτια, το κούτελο, τα αυτιά, το κεφάλι, <<Αυτό το παιδί γελάει με το κεφάλι του>> λέγανε. Και είναι αλήθεια ότι από παιδί, σχεδόν, ήταν φαλακρός. Ο Ναπολέων εισέπραττε από τους κρητικούς την αγάπη και την καλοσύνη που τους έδινε. Αυτό αντί να τον κάνει αλαζόνα, τον έκανε να εμβαθύνει περισσότερο στην ανθρώπινη φύση και ήθελε να φανεί ακόμα πιο χρήσιμος και να υπηρετεί τους συνανθρώπους του. Μέρα με τη μέρα πλούταινε σ’ αισθήματα, σε γνώση, σε δύναμη και ικανότητες. Με τέτοιο τρόπο μορφώθηκε στέρεα. Διάβασε το τεφτέρι της καθημερινής ζωής και συμβουλεύτηκε συμπληρωματικά τα γραφτά κείμενα για να βγάλει συμπεράσματα και να κάνει συγκρίσεις εποχών και λαών και φαινομένων. Όπως γράφει ο Κορνάρος <<είχες την εντύπωση αντικρίζοντάς τονε και μελετώντας τη ζωή και την προσπάθειά του, πως είχε κλείσει συμβόλαιο με την αιωνιότητα μόνο και μόνο για να κατακτήσει όλη τη γνώση και να προλάβει να αγαπήσει όλους τους ανθρώπους χώρια - χώρια τον καθένα και όλους μαζί>>. Έτσι κέρδισε τον πιο επίζηλο τίτλο: να τον θεωρούν οι Κρητικοί Κρητικό. Την περίοδο αυτή, εκτός από την εργασία του, ασχολήθηκε με πάθος με το κρητικό θέατρο και τις κρητικές μαντινάδες ενώ έγραφε άρθρα σε τοπικές εφημερίδες. Καθοριστική ήταν η συνάντηση και γνωριμία του με την  σπουδαία λαογράφο και παιδαγωγό Μαρία Λιουδάκη, την οποία θεωρούσε <<πνευματική του μητέρα>>. Θα αναφερθώ για λίγο στη Μαρία Λιουδάκη αφού, μέσω των επιστολών τους, μέρος των οποίων έχουν δημοσιευτεί στο Αthens Review of books, φαίνεται ο υπέροχος χαρακτήρας του Σουκατζίδη και ο πλούτος των φιλολογικών του γνώσεων αλλά και το κριτικό του πνεύμα. Σημειωτέον ότι ο Ναπολέων γνώρισε την κατά 22 χρόνια μικρότερή του , 16χρονη τότε Μαρία, αδελφή της Λιουδάκη,  Χαρά,  την οποία ερωτεύθηκε σφόδρα και με τη συνάντηση της Μαρίας αρραβωνιάστηκε την οποία θεωρούσε και αποκαλούσε γυναίκα του χωρίς όμως ποτέ να προλάβει να την παντρευτεί μέχρι το θάνατό του. Η Μαρία Λιουδάκη, με τις οδηγίες και την παρότρυνση του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, συνέλεξε υλικό για το βιβλίο της <<Κρητικής Μαντινάδας>>, έκδοση 1933. Σ’ αυτό τη βοήθησε ο Σουκατζίδης. Στον πρόλογο του βιβλίου μεταξύ άλλων γράφει: << Ιδιαίτερα ευχαριστώ το ευγενέστατο και φιλοπρόοδο παιδάκι κ. Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που δούλεψε ακούραστα στη συλλογή των μαντινάδων. Οι περισσότερες από τούτες είναι από τις χιλιάδες, που βρήκε εκείνος>>. Αλλά από την αλληλογραφία τους προκύπτουν οι οξυδερκείς παρατηρήσεις του στα διάφορα πονήματα της Μαρίας Λιουδάκη, τις οποίες η τελευταία λάβαινε σοβαρά υπόψη της. Σ’ ένα γράμμα μου, της 27/5/1939, κάνοντας κριτική σ’ ένα από έκδοση βιβλίο της Μαρίας Λιουδάκη γράφει: <<  απαραίτητη προϋπόθεση για τη βελτίωση της θέσης του αγροτόπαιδου και της μάννας του είναι η εξύψωση του οικοδομικού και εκπολιτιστικού επιπέδου του χωριού. Να το τονίσεις αυτό. Χρειάζεται το συνεχές ενδιαφέρον της κοινωνίας, του κράτους. Ας αγαπήσουμε το παιδί, αυτό το τρυφερό και πολύτιμο λουλούδι, τον αυριανό εαυτό μας, την αυριανή πατρίδα μας, την αυριανή ανθρωπότητα. Ας του δώσουμε όλα τα μέσα που μπορεί να του δώσει ο τόσο προηγμένος σήμερα τεχνικά πολιτισμός μας για την περίθαλψη και περιποίηση του, για τη μόρφωση και αγωγή, για την ανακούφιση και τη χαρά του,  για την ξεγνοιασιά του, το γέλιο, την ευτυχία του. Το ασφαλέστερο κριτήριο για τον πολιτισμό μιας χώρας είναι το ενδιαφέρον και η φροντίδα που δείχνει για το παιδί, για τα παιδιά της>>. Σε άλλο του γράμμα (17-12-1939) κάνοντας κριτική στο έργο της Μαρίας Λιουδάκη <<Ο γάμος στην Κρήτη τώρα και παλιά>>,  μεταξύ άλλων γράφει <<η απόφαση δύο ανθρώπων να ενώσουν τη ζωή τους, και η διαδικασία - η τελετή, που κάθε φορά χρειάζεται για την πραγματοποίηση αυτής της απόφασης θα αποτελεί πάντα ένα μεγάλο και εξαιρετικό γεγονός για τους ανθρώπους αυτούς. Δεν θα είναι ποτέ χωρίς ιδιαίτερη σημασία ο σταθμός -  η στιγμή, που από ‘κει και πέρα η ευτυχία και η δυστυχία ενός ανθρώπου θα εξαρτάται σε μέγιστο βαθμό από το συνάνθρωπό που διάλεξε για σύντροφο της ζωής του. Με το πέρασμα των αιώνων και την πρόοδο του πολιτισμού έχασε βέβαια ο γάμος το μυστηριακό του χαρακτήρα. Έχασε και θα χάσει ακόμα και από τον ειδυλλιακό και διακοσμητικό του χαρακτήρα>>. Εδώ θα ήταν παράλειψη μου εάν δεν ανέφερα το τέλος της Μαρίας Λιουδάκη. Αυτή, μετά την εκτέλεση του Σουκατζίδη, σήκωσε το τεράστιο βάρος να στηρίξει την αδελφή της Χαρά, αρραβωνιαστικιά του και  τον πατέρα του. Η επικοινωνία και η σχέση της με τον Ναπολέοντα και ο φθόνος για τη σπουδαία λαογράφο και εκπαιδευτικό δημιούργησαν το κατάλληλο κλίμα στις ζοφερές μέρες του 1947, ώστε παρακρατικές ομάδες να τη συλλάβουν μαζί με την εκπαιδευτικό Μαρία Δρανδάκη και να δολοφονηθούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΒΗΜΑ της 20-1-1948 αναφέρεται στη σύλληψη των παραπάνω με την οργάνωση της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης και την εξαφάνισή τους και ζητεί επιτακτικά από τις Αρχές και τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης να ερευνήσουν την περίπτωση. Σε απάντηση του δημοσιεύματος αυτού ο Εμμανουήλ Μπουντουβάς, εκπρόσωπος της Εθνικής Αντίστασης Κρήτης επιβεβαιώνει το δημοσίευμα της εφημερίδας και αφού αναφέρει ότι η Λιουδάκη ήταν λίαν επικίνδυνη κομμουνιστής με δράση ομολογεί ότι συνελήφθη υπό ομάδος του και αφού της έδωσαν <<πατριωτικές νουθεσίες και συστάσεις αλλά και μετά τις διαβεβαιώσεις των, αφήκεν αυτάς ελευθέρας>>. Τα πτώματά τους βρέθηκαν έξι μήνες αργότερα σε ερημική τοποθεσία της Κρήτης. 

Ας γυρίσουμε πάλι στον Ναπολέοντα. Αυτός συνέχισε να εργάζεται με ζήλο στην ίδια εταιρεία ενώ με κάθε τρόπο προσπαθούσε να βοηθήσει τους συνανθρώπους του. Η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929-1931 τον πόνεσε πολύ. Όχι σε προσωπικό επίπεδο, αφού συνέχισε την εργασία του στην εταιρεία, αλλά βλέποντας τους ανθρώπους να χάνουν τις δουλειές τους και να αντιμετωπίζουν την επιβίωσή τους. Προσπαθούσε με όλους τους τρόπους να βοηθήσει, ακόμα και με μέρος του δικού του μισθού γιατί ντρεπότανε αυτός να περνάει καλά και συνάνθρωποι του να μην έχουν να φάνε. Πολύ σύντομα ο Ναπολέων ξεκίνησε και τη συνδικαλιστική δράση. Η αγάπη και η εκτίμηση του κόσμου και των συναδέλφων τον ανέδειξαν Πρόεδρο του Σωματείου Εμποροϋπαλλήλων Ηρακλείου. Από τη θέση αυτή προσπάθησε με πάθος και αγωνιστικότητα, αλλά με την έμφυτη ευγένεια που τον χαρακτήριζε, να βελτιώσει τις εργασιακές σχέσεις των συναδέλφων του. Τον Ιούνιο του 1936, λίγους μήνες μετά την εγκαθίδρυση της φασιστικής δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, συνελήφθη από την Ασφάλεια Ηρακλείου, ως κομμουνιστής και μαζί με άλλους εκτοπίστηκε στον Άγιο Ευστράτιο. Ήταν μόλις 27 ετών. Τον Απρίλιο του 1937 μεταφέρθηκε στις φυλακές Ακροναυπλίας, όπου παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου τέσσερα χρόνια. 

Στη συνέχεια μετήχθη στις φυλακές Τρικάλων, της Λάρισας και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου, για το οποίο θα μιλήσουμε αργότερα. Καθόλη τη διάρκεια της πολύχρονης φυλάκισης, του με τη συμπεριφορά του στους συγκρατουμένους του και στους δεσμοφύλακες του κέρδισε το σεβασμό τους. Συνέχισε με πάθος να διαβάζει προς ατομική του καλλιέργεια. Από τα δημοσιευμένα γράμματά του προς τη Μαρία Λιουδάκη την αρραβωνιαστικιά του Χαρά και τον πατέρα του φαίνεται συνεχώς να ζητάει βιβλία. Ο Θέμος Κορνάρος, ο οποίος ήταν συγκρατούμενός του τουλάχιστον στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου και τον είχε γνωρίσει προσωπικά γράφει <<σε αυτούς τους χώρους της βίας δεν χάνει καιρό. Υποτάσσει το χρόνο του. Ώρες μελέτης, ώρες δουλειάς, ώρες ψυχαγωγίας. Δεν αφήνει βιβλίο που να μη σκύψει στις σελίδες του. Και όταν τα βιβλία τελειώνουνε ή απαγορεύονται, ζητάει πληροφορίες από άλλους, παίρνει σημειώσεις, ξαναρωτάει, συζητάει,προβληματίζεται . Ανυστερόβουλος,  σεμνός,  χαρούμενος πάντα. Σοβαρότερη δουλειά θεωρεί το να αγαπά τους συντρόφους του. Όμως δεν παραμελεί τα πράγματα του. Η γωνιά του στη φυλακή αστράφτει από καθαριότητα. Στον τοίχο, πάνω από το προσκέφαλο του οι φωτογραφίες του πατέρα, της αγαπημένης του και των φίλων του. Καταλύει τις τραχύτητες με την εμφάνισή του. Καταργεί τις οξύτητες, όπου βρίσκεται, σβήνει την τεμπελιά, όπου πέσει το μάτι του. Μικρότητες και αδιαφορία δε στεριώνουνε γύρω του. Παρασέρνει τους πάντες τον πυρετικό δρόμο της δράσης. Δεν θα υπάρχει  κανένας, μήτε και από τους παιδικούς φίλους ακόμη που να μπορεί να πει πως μάλωσε μαζί του ή πως τον άκουσε να μιλάει με φωνή κάπως υψωμένη>>. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης τη μέρα δίδασκε τους συγκρατούμενούς του Ελληνικά,  ιστορία και ξένες γλώσσες και το βράδυ σε μία γωνιά του μεγάλου θαλάμου άκουγε με ευλάβεια το μάθημα του σπουδαίου Δημήτρη Γληνού. Η προπεριγραφόμενη άποψη του Θέμου Κορνάρου για τον Σουκατζίδη στη φυλακή, που θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι εξωραϊσμένη λόγω και της ίδιας πολιτικής τοποθέτησης, επιβεβαιώνεται από τον Λεών Κοέν. Aυτός στο βιβλίο του ‘’Από την Ελλάδα στο Μπίρκενάου’’ γράφει για τον Σουκατζίδη <<Μέσα στην κόλαση του Χαϊδαρίου όπου όλοι σκέφτονταν μόνο τον εαυτούλη τους, υπήρχε μία ψυχή που νοιαζόταν για όλους, ένας άνθρωπος που το μαρτύριο του δεν είχε αναπαμό. Η ευγενική αυτή η ψυχή υπέφερε περισσότερο για τους Εβραίους, διότι ήξερε τι τους περίμενε>>. Η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου βρίσκει τον Ναπολέοντα στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Το καθεστώς του Μεταξά δεν του επιτρέπει να πάει να πολεμήσει. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 γράφει στην αρραβωνιαστικιά του Χαρά Λιουδάκη <<...Με αίτησή μας που την υπογράψανε δύο εκπρόσωποι μας, ζητήσαμε σήμερα από το Μεταξά να πάρουμε τη θέση μας κάτω από τις διαταγές του στην πρώτη γραμμή της φωτιάς για την υπεράσπιση της πατρίδας… όλοι, μα όλοι μας, ψυχούλα, είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για την τιμή και την ελευθερία της γλυκιάς πατρίδας>>.

 Ο Σουκατζίδης και οι άλλοι κρατούμενοι, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, ζήτησαν επανειλημμένα από την κυβέρνηση του καθεστώτος να του στείλει στο μέτωπο. Δυστυχώς το μεταξικό καθεστώς όχι μόνο δεν τους έστειλε να πολεμήσουν τους εισβολείς αλλά διέπραξε ένα ακόμα έγκλημα, το άγος του οποίου θα συνεχίσει να βαρύνει: τους παρέδωσε τους κατακτητές. Τον Σεπτέμβριο του 1943 ο Ναπολέων Σουκατζίδης μετήχθη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου. Το στρατόπεδο αυτό, που άρχισε να λειτουργεί από τον ίδιο μήνα, ήταν ένα από τα πιο σκληρά στρατόπεδα συγκέντρωσης που λειτουργούσαν στην Ελλάδα. Ήταν κάτω από την άμεση εποπτεία της σκληρότερης ομάδας του ναζισμού των Ες Ες. Διοικητής του ορίστηκε το ανθρώπινο κτήνος, συγχωρέστε μου την έκφραση, Πάουλ Ραντόμσκυ, ταγματάρχη των Ες Ες. Οι Γερμανοί ζήτησαν κάποιον που ήξερε καλά γερμανικά. Πολλοί ξέραν γερμανικά αλλά μάλλον απέφυγαν. Τελικά ο Ναπολέων έγινε στρατοπεδάρχης. Κατά τον Κορνάρο, δουλειά του ήταν να κάνει προσκλητήριο, να οργανώνει το συσσίτιο για χιλιάδες κρατούμενους, να οργανώνει τα συνεργεία, την καθαριότητα, τις γενικές υπηρεσίες και να είναι υπόλογος των Γερμανών για όποιο λάθος η παράλειψη. Ήταν ο μόνος που ερχόταν σε επαφή με τον διοικητή. Όπως γράφει ο Κορνάρος  κρατούμενος και αυτός στο Χαϊδάρι <<το στρατόπεδο παρουσίαζε μία εσωτερική πειθαρχία που θα τη ζήλευε και το καλύτερα οργανωμένο έθνος. Ο κατάδικος είχε την εντύπωση πως την ώρα που κοιμότανε, κάποιος σκεφτότανε για αυτόν, κάποιος που προγραμμάτιζε την ερχόμενη μέρα για να αντέξουν. Κι αν έκανες την ερώτηση ‘’ποιος φαντάζεσαι να προνοεί για όλα αυτά’’ θα χαμογελούσε και θα σου έδειχνε μία κίνηση του κεφαλιού του Ναπολέοντα. Οι κρατούμενοι τον είχανε για παντοδύναμο σε εφευρετικότητα, προκειμένου να σώσει μία κατάσταση, να προλάβει κάποιο παιδεμό σε βάρος των ομήρων>>. Ο ίδιος αναφέρει και το παρακάτω περιστατικό. Κάποια μέρα ένας κρατούμενος ήταν άρρωστος με πολύ υψηλό πυρετό και δεν πήγε το προσκλητήριο. Ο Ναπολέων ανέφερε στο διοικητή το γεγονός και αυτός βλοσυρά ρώτησε ποιος για διέταξε αυτό και να εμφανιστεί ο γιατρός. Ο γιατρός προσπάθησε να εξηγήσει την κατάσταση του ασθενούς. Ο διοικητής άρχισε τον βούρδουλα και τότε ο Ναπολέων του είπε, ότι αυτός, σαν στρατοπεδάρχης διέταξε το γιατρό να τον πάρει. Ο διοικητής άρχισε με το βούρδουλα να δέρνει τον Ναπολέοντα με τέτοια μανία που <<τα ρούχα του κόλλησαν με τα αίματα, το πρόσωπο είχε γίνει μία ανοιχτή πληγή και τα μάτια  δεν ξεχώριζαν. Σ’ αυτή την κατάσταση του δίνει διαταγή να σημάνει γενικό προσκλητήριο και να φέρει τον άρρωστο στη γραμμή. Πράγματι η παράταξη ήταν έτοιμη και φέρανε από το αναρρωτήριο τον άρρωστο σε φορείο. Ο διοικητής σκύλιασε και ζήτησε να τον πάνε πίσω και να έρθει μόνος του. Οι κρατούμενοι, μπροστά σ’ αυτή την σκληρότητα και αναλγησία άρχισαν να σφίγγουν τα δόντια τους και τις γροθιές τους, ενώ κάποιες βρισιές ξεστομίζονταν σιγανά. Ο Σουκατζίδης παρά την ελεεινή κατάσταση του, συνέπεια του ξύλου, διέγνωσε τον κίνδυνο μιας αντίστασης και τις θανατηφόρες συνέπειες της. Αμέσως με το πρόσχημα μιας κανονικής στοίχισης των κρατουμένων, μπήκε ανάμεσά τους και με τρόπο τους παρακάλεσε να μείνουν φρόνιμοι. Τον άκουσαν, υπάκουσαν. Έτσι αποφεύχθηκε μία ακόμα τραγωδία. 

Τον Απρίλιο του 1944 ο διοικητής του στρατοπέδου Χαϊδαρίου Ραντόμσκυ αντικαταστάθηκε από τον υπολοχαγό των Ες Ες Κάρλ Φίσερ. Αυτός συνέχισε την ίδια απάνθρωπη συμπεριφορά με τον προκάτοχό του. Όπως αναφέρει στην από 5 Σεπτεμβρίου 1952 έγκλησή του το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου προς τον εισαγγελέα της Βόννης, ο Καρλ Φίσερ << Είναι υπεύθυνος για τα κάτωθι εγκλήματα: υπέβαλε τους κρατούμενους εις διαρκή τρομοκρατίαν, βασανισμούς και κοπιώδεις και εξευτελιστικάς εργασίας. Η τροφή των κρατουμένων ήταν ελεεινή και ολίγη. Υπέβαλε σε μαστιγώσεις και άλλους βασανισμούς, απομόνωση σε εξαιρετικά μικρά κελιά και τους απαγόρευσε να κάθονται ή να στηρίζονται στους τοίχους. Κατά τον χρόνο που ήταν διοικητής εξετελέσθηκαν με ανοχή του, αν όχι τη υποδείξη του, εκατοντάδες ομήρων κρατουμένων>>. Τον Απρίλιο του 1944 ανταρτικές ομάδες σκότωσαν σε ενέδρα στους Μολάους Λακωνίας έναν Γερμανό Στρατηγό. Οι Γερμανοί, εκτός των άλλων εκτελέσεων διέταξαν την σε αντίποινα την εκτέλεση 200 κρατουμένων από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Την 1η Μαΐου 1944, στο πρωινό προσκλητήριο, ο διοικητής Κάρλ Φίσερ, άρχισε να διαβάζει τον κατάλογο των κρατουμένων που θα εκτελούνταν. Να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρει ο Θέμος Κορνάρος, η είδηση για την εκτέλεση των 200 κρατουμένων είχε διαρρεύσει το προηγούμενο βράδυ και οι κρατούμενοι, τουλάχιστον του θαλάμου Νο1,  ο οποίος περιελάμβανε 260 άτομα, το γνώριζαν.

 Τα ονόματα των κρατουμένων προς εκτέλεση διάβαζε ο ίδιος ο Κάρλ Φίσερ. Όποιος άκουγε το όνομα του έβγαινε από τη σειρά του και πήγαινε  σε ξεχωριστή σειρά. Όλοι οι κρατούμενοι που άκουγαν το όνομα τους φώναζαν υπερήφανα και δυνατά παρών, αποχαιρετούσαν τους συντρόφους τους, δίνοντας ο ένας στον άλλον δύναμη και στέκονταν στη γραμμή των μελλοθανάτων. Ο διοικητής συνεχίζει γρήγορα την ανάγνωση των ονομάτων. Κάποια στιγμή διαβάζει το όνομα Ναπολέων Σουκατζίδης. Ο Θέμος Κορνάρος, παρών τότε περιγράφει << στη βιάση απάνω φώναξε το επίθετο του Ναπολέοντα. Κι ύστερα είπε και το όνομα. Ετοιμαζότανε να πει συνέχεια, όπου ξαφνικά νιώθει το τσούξιμο. Πλάι του ακούει δύο τακούνια να χτυπάνε με προσοχή και μία φωνή του θριάμβου να αντηλαλείται σαν  καμπάνα ανάστασης, στο άγριο τοπίο του Χαϊδαρίου. Γυρίζει και θωρεί τον Ναπολέοντα μπροστά του, ακίνητο, έτοιμο, με το γέλιο του νικητή στο ελληνικό του πρόσωπο και με την Ελλάδα ολόκληρη στα αστραφτερά μάτια του ήρωα. Ο διοικητής τινάζεται, κάνει δύο βήματα πίσω, σηκώνει τ’ αριστερό χέρι 

·         όχι, όχι εσύ Ναπολέων, όχι εσύ…

 Το στρατόπεδο αναταράσσεται. Αιτία ήταν η αγωνία και τη ζωή του ‘’παιδιού’’. Ο Ναπολέων απαντά στο διοικητή και όλα τα αυτιά είναι τεντωμένα κι αφουγκράζονται. Όσοι ξέρουνε όσοι ξέρουνε γερμανικά, μεταφράζουν την ίδια στιγμή τα λόγια του: Δέχομαι κύριε διοικητά, τη ζωή αλλά μόνο με τον όρο, πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλο κρατούμενο. Μόνο αν η θέση μου μείνει κενή. Ο διοικητής σάστισε. Ο Ναπολέων γυρίζει στο βοηθό του, του παραδίδει τα κλειδιά των θαλάμων, τη σφυρίχτρα και το σημειωματάριο με τους καταλόγους των ομήρων. Θανάση του λέει, να μην ξεχάσεις ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και υπηρετείς Έλληνες αγωνιστές, αιχμαλώτους. Να είσαι πάντα καλός και υπομονετικός μαζί τους. Τον αγκαλιάζει και τον φιλάει. Με στέρεο βήμα, το κεφάλι ψηλά αλλά και σεμνότητα παίρνει τη θέση του ανάμεσα στους μελλοθάνατους. Ο Διοικητής χειρονομεί και κάνει μία ακόμη προσπάθεια να τον μεταπείσει.

- Γιατί εσύ είσαι χρήσιμος και για σήμερα και για αύριο.

Ο Ναπολέων απαντά:

- Η ζωή του κάθε Έλληνα, κύριε διοικητά, αξίζει όσο και η δική μου, μία μάνα τον περιμένει και αυτόν όπως εμένα. Αλλά μόλις δεχτώ την πρότασή σας, αυτόματα παύω να είμαι εγώ, γίνομαι δολοφόνος και προδότης. 

Οι μελλοθάνατοι οδηγήθηκαν γρήγορα στα αυτοκίνητα που θα τους μετέφεραν στην Καισαριανή για την εκτέλεσή τους. Όποιοι μπορούσαν έγραφαν γρήγορα αποχαιρετιστήρια σημειώματα στους αγαπημένους τους. Ο Ναπολέων έγραφε στο τελευταίο του σημείωμα προς τον πατέρα του <<Πατερούλη, πάω για την εκτέλεση. Να ‘σαι περήφανος για το μονάκριβο γιο σου. Ν’ αγαπάς και να λατρεύεις την κορούλα σου (αρραβωνιαστικιά του) και την αδελφούλα μου. Γειά,  γειά πατερούλη.  Ναπολέων>>. Το σημείωμα αυτό έγινε τίτλος της ταινίας του σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη το έτος 2017. Ο Νάσος Βαγενάς, ομότιμος καθηγητής του Παν/μίου Αθηνών σε άρθρο του στο Βήμα της 14 Απριλίου 2018 με τίτλο ‘’Ρέκβιεμ για έναν ήρωα’’ γράφει: <<Σε μιαν εποχή αντιηρωική, όπως η δική μας, έχουν θέση οι ήρωες; Η περίπτωση Σουκατζίδη προσφέρεται για να μας βοηθήσει να προσδιορίσουμε τη βαθύτερη έννοια του ηρωισμού. Διότι η απόφασή που σφράγισε το πεπρωμένο αυτού του ανθρώπου οδήγησε αυτή την έννοια στον υψηλότερο βαθμό της, αν σκεφτούμε ότι αποτελεί το αποκορύφωμα μιας αλυσίδας αποφάσεων που θα καθιστούσαν  οποιονδήποτε άλλον έρμαιο της μοίρας. Ο Σουκατζίδης είναι μία ιδιάζουσα μορφή τραγικού ήρωα. Δεν υπήρξε άθυρμα  ανώτερων δυνάμεων, όπως οι τυπικοί τραγικοί ήρωες, γιατί, διαφορετικά από τους άλλους 199 μπορούσε να σώσει τη ζωή του. Με την απόφαση του να τη θυσιάσει στο βωμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αποδείχτηκε νικητής στον αγώνα του με τη μοίρα. Με το θάνατο του οδήγησε την έννοια του σιλερικού ύψους (του μεγαλόπνοου αισθήματος που γεννά η νίκη του ηθικού νόμου επί του φυσικού) στην υψηλότερη μορφή του. Ναι ο Ναπολέων Σουκατζίδης ήταν ένας ήρωας και  όπως λέει ο Μπρεχτ ‘’αλίμονο στη χώρα που δεν έχει ήρωες’’. Έστω κι αν ο ίδιος ο αντιηρωικός Μπρεχτ, δέχεται ότι ‘’Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες’’.

Όμως Θα μου επιτρέψετε να πω ότι αλίμονο στη χώρα που ξεχνά και δεν τιμά τους ήρωες της.

 

ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΡΟΥΧΑ: "Κι η πόλη νεκρή"

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΡΟΥΧΑ

 


«Κι η πόλη νεκρή»

             

Με αφορμή την ομιλία του Σωτήρη Νικολακόπουλου για τον ποιητή Περικλή Γιαννόπουλο, που έγινε την Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023 στη ‘’Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς‘’, στα πλαίσια των καθιερωμένων φιλολογικών βραδινών, θα ήθελα να εκφράσω μια διαπίστωση σχετικά με την συγγένεια μεταξύ του ποιήματός

«Τραγουδιστής»– απόσπασμα- του Περικλή Γιαννοπούλου (Π.Γ.) Και του

ποιήματός   «Δρόμοι Παλιοί»  του Μανώλη Αναγνωστάκη (Μ.Α.).

       Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Ο τραγουδιστής (απόσπασμα)

Η πόλις είνε λευκή

Η πόλις είνε ωραία

Η πόλις είνε γεμάτη παλάτια

Παραδίσεια στολισμένα κάθονται γύρω της όλα τα βουνά,

νυμφικά λάμπουν τα μαρμαρένια της παλάτια.

Και ο ήλιος κατάχρυσος περιπατεί μόνος

εις τους έρημους της δρόμους και κλαίει.

Κατάκλεισται είνε όλαι αι θύραι,

κατάκλειστα είνε όλα τα παράθυρα,

η πόλις είνε νεκρά.

Η πόλις άλλοτε ήτο όλο ζωή και εώρταζε λαμπράς εορτάς

και ένα Κακόν Πνεύμα επέρασε και εμαρμάρωσε την χαράν.

Οι άνθρωποι είνε κλεισμένοι εις το σκότος,

αι ψυχαί δεμέναι εις σώματα νεκρά…….

 

Περικλής Γιαννόπουλος

 Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

 

 

 

Δρόμοι παλιοί

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα

ατελείωτα

Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να

περπατώ

Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η

πόλη

νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε

κάθε γωνιά

Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα

χαμένο του

πόθου μου

Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να

περπατώ κρατώντας

Ακόμη μια σπίθα τρεμόσβηστη στις

υγρές μου

παλάμες.

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς

Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε

κανένας με γνώριζε.

 

Μανώλης Αναγνωστάκης

 

Παρότι πολλές δεκαετίες μεσολαβούν ανάμεσα στη συγγραφή των δύο ποιημάτων,

είναι εμφανείς κάποιοι κοινοί τόποι, κάποιες στιχουργικές εμπνεύσεις μεταξύ των δύο

ποιημάτων και κατεπέκταση και των δύο ποιητών. Κλειδί της δικής μου έμπνευσης

για την ανάδειξη και αξιοποίηση της διαφαινόμενης συγγένειας, αποτέλεσε η κοινή,

και στους δύο φράση: ‘’Κι η πόλη είναι νεκρή‘’. Γύρω λοιπόν, απ’ αυτόν τον σημασιολογικό πυρήνα, ανοίγονται σαν ομόκεντροι κύκλοι οι σκέψεις των δύο

συγγραφέων. Και οι δύο μιλούν για μια πόλη η οποία κάποτε ήταν ‘‘λαμπερή και στολισμένη’’ (στον Π.Γ) ‘’αγαπημένη και νοσταλγική‘’ (στον Μ.Α, αντίστοιχα) που

όμως τώρα είναι νεκρή και για τους δύο. Βέβαια και οι δύο αναφέρονται με τη λέξη ‘’πόλη ‘’σε δύο χώρους ταυτόχρονα, στους οποίους η εσωτερικότητα του ανθρώπου το περίγραμμα των προβολών του εαυτού στο ΕΓΩ του, (πρώτος χώρος) βρίσκεται σε

μια ιδιότυπη αλληλοπεριχώρηση με την εξωτερικότητά του με τη φαντασιακή θέσμιση της κοινωνικής σφαίρας που συνέχει την πόλη (δεύτερος χώρος). Έτσι στον

Π.Γ. αρχικά η πόλη φαίνεται να ήταν μια καθαρή εξωτερικότητα, ένα αστικό περιβάλλον (στ. 1-5) που σιγά σιγά εξαϋλώνεται και μετατρέπεται σε περρίρεουσα

ατμόσφαιρα κι ύστερα σε ‘’πνεύμα ‘’ (στ. 12) που αφομοιώνεται από τις ψυχές των ανθρώπων. Όμως αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό δε γίνεται σε μια χρονική ακολουθία (γραμμική), αλλά αφήνει ο ποιητής να εννοηθεί ότι ταυτόχρονα ακολουθείται και η αντίστροφη πορεία, σ’ έναν χρόνο βιωματικό ή καλύτερα «αβίωτο», όπου το πνεύμα (κακό πνεύμα) μεταμορφώνει-νεκρώνει τα ανθρώπινα σώματα κι αυτά με τη σειρά τους στερούν από την πόλη την γιορτινή και λαμπερή της φορεσιά. Έτσι δηλαδή ο εσωτερικός ψυχικός χώρος του ανθρώπου αναπνέει ήδη στον πνεύμονα της πόλης με το οξυγόνο που αφήνει να εισέρχεται και να εξέρχεται από τις ανοικτές θύρες της και τα ανοιχτά παράθυρά της (στ. 8-9).

Μια παρόμοια σύζευξη του εσωτερικού στο εξωτερικό και αντίστροφα,

παρατηρούμε και στον Μ.Α. Έτσι λοιπόν, μέσα στους δρόμους τους παλιούς της πόλης (εξωτερικότητα), σιγά-σιγά ο ποιητής ανταμώνει τους ίσκιους των σπιτιών,

κάτι δηλαδή σαν το αντίστοιχο ‘πνεύμα’ στον Π.Γ., και καταλήγει σε μια βιοψία της εσωτερικής αυτής κατάστασης (στ. 10-12). Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ‘’οι ίσκιοι των σπιτιών‘’ κάτω από τους οποίους περπατάει ο Μ.Α., είναι οι αντίστοιχες ‘’κατάκλειστες θύρες και κατάκλειστα παράθυρα‘’ που στοιχειώνουν τις δυο πόλεις.

Προφανώς και οι δύο εκφράζουν το μη ον της ύπαρξης, την παραφυάδα του μηδενός που ταλανίζει τη σκέψη όταν συνειδητοποιεί τη συμμόρφωσή της με την κοινωνική

αδράνεια και το πολιτειακό εξοβελισμό. Και στον Μ.Α. βέβαια η χρονική πορεία είναι αμφίδρομη, εφόσον ο ποιητής στους τελευταίους στίχους ξαναρχίζει την

αντίστροφη πορεία, όπου η μοναξιά του (εσωτερ.) με τα εξωστρεφή χαρακτηριστικά της απομυζά τους δρόμους από τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά και τους

μετατρέπει σε αδιέξοδους εσωτερικούς ‘’διεξόδους,‘’ που οδηγούν στο αναπότρεπτο όχι όμως και στο 0 (μηδέν)-κάτι που τον διαφοροποιεί από τον Καρυωτάκη-γιατί

αφήνει μια σπίθα τρεμόσβηστη στις παλάμες του (ελπίδα για επιστροφή στη ζωντανή πόλη).

 

Όσον αφορά το μορφολογικό επίπεδο, και τα δύο ποιήματα είναι σε ελεύθερο στίχο και κινούνται στα όρια του ρεαλισμού με το συμβολισμό. Επίσης και οι δύο

χρησιμοποιούν την τεχνική της αντίθεσης, καθώς και του παράδοξου και του οξύμωρου σχήματος. Ο Π.Γ. στους πρώτους (στ. 1-5) παρουσιάζει την πόλη λαμπερή

κ.τ.λ. ενώ αμέσως μετά στον 6 ο στίχο ‘’ο ήλιος μόνος, κλαίει στους έρημους δρόμους‘’. Αντίστοιχα, το ίδιο κάνει ο Μ.Α. στον πρώτο στίχο (αγάπησα / μίσησα).

Ακόμα και οι δύο χρησιμοποιούν τον δυϊσμό (πνεύμα-σώμα) σε μια κατάσταση προσωρινής διακριτότητας μεταξύ τους, γιατί και οι δύο αποσκοπούν στη συνένωση

αυτών των δύο, σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου η βραχύβια αυτή αντίθεση, θα αρθεί και θα μπολιαστεί με μετωνυμική αναβάθμιση. Για παράδειγμα ο Π.Γ. επιστρατεύει

τον δυϊσμό (άνθρωποι-ψυχές) για να του χρησιμεύσει ως όχημα πάνω στο οποίο θα συρθεί η πλοκή της σκέψης του για να σχηματίσει τη μετωνυμική τροποποίηση των

δυο όρων (ψυχής) σκότος και (άνθρωπος) σώμα νεκρό.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται ένα νοηματικό σύστιχο στον νου του αναγνώστη που παίρνει το προτασιακό του ανάφορο στη φράση / διαπίστωση ‘‘το σκότος στην

ψυχή μετατρέπει τον άνθρωπο σε νεκρό σώμα‘’. Και όλα αυτά βέβαια σημαίνονται στη σημειολογική περιφέρεια της ‘’ΠΟΛΗΣ ‘’, η οποία μετατρέπεται στο σημαινόμενο μέσα στο οποίο ο ποιητής αφενός επιτρέπει την συνήχηση της εν λόγω αντίφασης στο εσωτερικό της, αφετέρου τη μετατρέπει στο σημαίνον, του προτάγματος για πολιτική κατακραυγή, που δεν μηδενίζει αλλά προτρέπει για

κινητοποίηση (εσωτερικής και εξωτερικής) τους πολίτες της πόλης αλλά και την πόλη των πολιτών.

 Άρα παρατηρούμε ότι ο Π.Γ. όπως και ο Μ.Α. αντιδρούν έντονα για την κατάσταση της εποχής τους και εκφράζουν με ρητό τρόπο την απογοήτευσή τους.

Μάλιστα πολλές φορές το ύφος και των δύο είναι ειρωνικό. Επιπλέον, και οι δύο μιλούν σε μια γλώσσα άμεση η οποία διακρίνεται από μια γνησιότητα των λέξεων χωρίς να ενδίδει σε φιλολογική επίδειξη. Αντ’ αυτού και οι δύο έχουν το δικό τους προσωπικό ύφος, το οποίο όμως επιστρατεύει με αποδεικτική ισχύ τη σκέψη τους

όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. ‘’Οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι εις το σκότος και γι’ αυτό οι ψυχές τους δένονται σε νεκρά σώματα’’ γράφει εν προκειμένω ο Π.Γ.

Έτσι λοιπόν και οι δύο κατακρίνουν την μικροαστική ψυχολογία που κάνει την πόλη νεκρή, τα σώματα νεκρά με δεμένες τις ψυχές πάνω τους.

Στον Π.Γ. Οι άνθρωποι είναι κλεισμένοι στο σκότος, χαμένοι, ενώ στον Μ.Α. ο μικροαστισμός της πόλης δημιουργεί ένα ον ξεχασμένο και μοναχικό, κάθε γωνιά

της παρουσιάζεται αφιλόξενη και ανοίκεια κι εγκλωβίζει το άτομο σ’ ένα ημίφως το οποίο επιτρέπει μόλις να διαφαίνεται μια αχτίδα ελπίδας, η οποία όμως σε υγρές

παλάμες εξατμίζεται στον αιθέρα της πόλης-χωρίς να εξαλείφεται πλήρως – ίσα για να φωταγωγήσει αδρά τον εσωτερικό χώρο της ύπαρξης, εκεί που η πόλη χαρτογραφεί με ευκρίνεια την απουσία της.

Άλλο ένα κοινό χαρακτηριστικό στη στιχοποιία των δύο ποιητών, όπως αυτή διαφαίνεται στα εν λόγω ποιήματα, είναι και η χρήση της τεχνικής τις επανάληψης

λέξεων ή ακόμα και αποσπασμάτων.  Για παράδειγμα παρατηρούμε στον Π.Γ.,

Υ Ρ

Η πόλη είναι λευκή

Η πόλη είναι ωραία

Η πόλη είναι γεμάτη παλάτια

επαναλαμβάνεται ‘’Η πόλη είναι…‘’ τρεις φορές, προφανώς για να επιτονιστεί η ταυτοποίηση της πόλης με την πρότερη (ή ακόμα και με την εξειδανικευμένη μορφή

της). Ταυτόχρονα, όμως, λίγο πιο κάτω παρατηρούμε άλλη μια επανάληψη,

Κ Ρ

Κατάκλειστες είναι όλες οι θύρες

Κατάκλειστα είναι όλα τα παράθυρα

Εδώ επαναλαμβάνεται το Κ και το Ρ, ενώ προηγουμένως το Υ και το Ρ. Αυτές όμως οι δύο επαναλήψεις συνδέονται σημασιολογικά και συντακτικά με το ρήμα (είναι).

Μ’ αυτόν τον τρόπο ο ποιητής καταφέρνει με έξοχο τρόπο να σχηματίσει μια φράση ως αποτέλεσμα της σύζευξης των παραπάνω συντακτικών μερών της κάθε

επανάληψης. Η φράση λοιπόν που προκύπτει είναι η εξής:

Υ Ρ Κ

‘’Η πόλις είναι κατάκλειστη ‘’

Παίρνοντας δηλαδή το Υ της πρώτης επανάληψης (Η πόλις) και το Κ της δεύτερης

(κατάκλειστη) και διατηρώντας παράλληλα το ίδιο συνδετικό ρήμα (είναι) καταφέρνει να προπαρασκευάσει τον νοητικό χώρο, που θα καλύψει ο επόμενος στίχος με την τελεσίδικη έκφραση του:

‘’Η πόλις είναι νεκρή‘’

Ο λόγος, βέβαια, που δεν εκφράζει απευθείας αυτήν την απαισιόδοξη κρίση, είναι ακριβώς επειδή κατά βάθος θεωρεί ότι υπάρχει ελπίδα. Γι’ αυτό και τα

κατηγορούμενα των πρώτων στίχων (λευκή, ωραία, γεμάτη, παλάτια), μ’ αυτόν τον τρόπο υπάρχουν σε μια δυνητική κατάσταση, λάμπουν σαν μαργαριτάρια μες στο

σκοτάδι, και φυσικά καθιστούν την ‘’κλειστότητα ‘’ ένα ένδυμα, ένα πρόσκαιρο και ανάλαφρο πέπλο, πάνω στην πόλη που χρειάζεται μόνο τα ανοιχτά παράθυρα και τις

ανοιχτές πόρτες για να το ξεφορτωθεί.

 

Στον Μ.Α. αντίστοιχα παρατηρούμε μια επανάληψη στους τρεις τελευταίους

στίχους του ποιήματος.

 

‘’Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς

Να γνωρίζω κανένανε

Κι ούτε κανένας με γνώριζε‘’

 

Σ’ αυτή βέβαια την περίπτωση, το κέντρο βάρους της αποβλεπτικότητας της τεχνικής της επανάληψης, βρίσκεται στην εσωτερική οπτική του ποιητή.

Χρησιμοποιώντας την προσωπική αντωνυμία (εγώ) σε δύο πτώσεις, (πρώτα στην Ονομαστική εγώ δε γνώριζα κανένανε, και ύστερα στην Αιτιατική ούτε

κανένας με γνώριζε) ουσιαστικά εκφράζει αυτή την σύζευξη της εσωτερικής εποπτείας της μοναξιάς του ποιητή και της αντίστοιχης επιβεβαίωσης της απ’ έξω

δηλαδή από το περιβάλλον της πόλης. Με λίγα λόγια, στην πρώτη περίπτωση (με τη χρήση του «εγώ»), ο ποιητής προβάλλει στον εαυτό του το αποτύπωμα της

«εσωτερικής» του ευθύνης για την «εξωτερική» του απομόνωση, ενώ στην δεύτερη (με τη χρήση του «εμένα»), μεταφέρεται από τη θέση του ‘’πράττοντος

Υποκειμένου‘’ στη θέση του ‘’πάσχοντος Αντικειμένου‘’, δηλαδή του αξιοπαθούντος μοναχικού όντος. Παράλληλα έχουμε και μια διαστολή του αισθήματος ανοικειότητας (το οποίο τρέφεται από τη δική του ενεργό εσωστρέφεια), η οποία έχει ως αποτέλεσμα την συστολή της εξωστρέφειας της ύπαρξης του, προσδίδοντας μια

κινητικότητα στο ζεύγος (συσταλμένης ύπαρξης - διασταλμένης μοναξιάς) χρησιμοποιώντας το ρήμα ‘’και προχωρούσα…‘’. Με την επιλογή συγκεκριμένου

ρήματος, γίνεται διαυγής και η μη αναστρεψιμότητα αυτής της καταστάσης καθώς ο δρόμος, στον οποίο περπατάει ο ποιητής, σου δίνει την εντύπωση ότι είναι ένας

χαώδης μονόδρομος μέσα στο σκοτάδι όπου η αίσθηση του μηδενός όλο και πλησιάζει εγγύτερα. Έτσι λοιπόν, ο ποιητής άλλοτε μεταφερόμενος στο παρελθόν της

πεζοπορίας του (με μνημονικές πτυχώσεις) κι άλλοτε οραματιζόμενος το μέλλον (με επιθυμητικές –αν και δυσοίωνες- προβολές), μένει μετέωρος πάνω στο 0 (μηδέν) της ύπαρξης και στο άπειρο της μοναξιάς. Αυτό το ιδιοστατικό καθεστώς της κινούμενης ακινησίας, είναι ενδεικτικό της υφής της απογοήτευσης του ποιητή, η οποία αφανίζει λίγο λίγο την υπαρξιακή αγωνία, της οποίας η ελπιδοφόρα δεξαμενή, δείχνει να εξαντλείται από το αδηφάγο μηδέν.

Στην πόλη του Μ.Α. λοιπόν, το μηδέν αυτό παίρνει τη μορφή της απουσίας:

Ούτε ένα πρόσωπο, ούτε μια φωνή δεν ακούγεται, παρά μόνο η νύχτα, η οποία άλλες

φορές μεταμορφώνεται σε ‘’ίσκιο σπιτιού‘’, άλλες πάλι σε ‘’ασημαντότητα της παρουσίας‘’ και άλλες σε πλεονασμό σημειωτικό, μέσω της απομόνωσης από την αίσθηση της ‘’μη αναγνωρισιμότητας‘’ η οποία δηλώνεται με πολλά σημεία ποικιλοτρόπως.

Έτσι και στα δύο ποιήματα παρατηρούμε μια απεδαφικοποίηση της αίσθησης

του εαυτού ως ‘’πολιτικώς ανήκειν σε μια περιοχή σε μια πόλη‘’ και τη μετέπειτα επανεδαφικοποίηση σε μια απουσία ύπαρξης, σ’ ένα μη ον, που φωλιάζει στην

αναγνώριση και στην παραδοχή της απελπισίας του, στο πλεόνασμα του κενού, που όμως είναι καταδικασμένο να υποφέρει απ’ την οντολογική του απουσία, όντας

ακόμη ενσώματο, έστω και αν πρόκειται για ‘’νεκρό σώμα‘’ στον Π.Γ. ή ‘’ασήμαντη

παρουσία‘’ στον Μ.Α..

 

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Κ.ΠΡΙΓΚΙΠΑΚΗ Πρωτοπρεσβυτέρου: Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

 

Η   ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ  ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ  ΚΑΙ  ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ 

ΣΤΗΝ  ΠΟΙΗΣΗ  ΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΗ  ΡΙΤΣΟΥ

 

Του 

Πρωτοπρεσβυτέρου 

Ευαγγέλου Κ. Πριγκιπάκη, Δρος Θ. - Δρος Φ.

Καθηγητή στο Πρότυπο Γυμνάσιο Πατρών

 


 

 

 

     1.   O Γιάννης Ρίτσος υπήρξε αναμφίβολα μια από τις σημαντικότερες ποιητικές φυσιογνωμίες της γενιάς του ΄30. Γεννημένος το 1909 στη Μονεμβασιά, διέμεινε το μεγαλύτερο διάστημα της οδυνηρής και πολυτάραχης ζωής του στην Αθήνα, όπου και πέθανε το 1990. Με το μοναδικό σε όγκο, περιεχόμενο και αξία τρισυπόστατο, επικό, λυρικό και δραματικό του έργο, αναδείχθηκε στον πολυγραφότερο Νεοέλληνα ποιητή, ενώ με τις υψηλές πνευματικές, ψυχικές και ηθικές αξίες που έπλασε και περιέκλεισε σ’ αυτό, λάμπρυνε το ελληνικό και φώτισε το διεθνές πνευματικό στερέωμα. Η τεράστια ποιητική του παραγωγή, μάλιστα, η οποία τον ενέγραψε ως τον πλέον γόνιμο από τους ποιητές της γενιάς του, διακρίνεται για τη «σπειροειδή της εξέλιξη», την οποία του υπαγορεύει η πολιτική του κοσμοθεωρία ως μαρξιστή διανοούμενου και στοχαστή, αλλά και η από την κοσμοθεωρία του εκπορευόμενη αντίληψη για τη  διαρκή εξέλιξη της Ιστορίας, στο κάλεσμα της οποίας ανταποκρίθηκε πολλαπλά αποτυπώνοντάς την έμμετρα κυρίως στην εποχή του. Η ποίησή του, δηλαδή, αποτυπώνει κατά κύριο λόγο την καθημερινή πραγματικότητα στα μεγάλα και σημαντικά, όπως συμβαίνει στον «Επιτάφιο», αλλά και στα μικρά και ασήμαντα, όπως εύγλωττα αποτυπώνεται στην «Αναγκαία Εξήγηση», στην επιφάνειά της, όπως προβάλλει στα «Επικαιρικά», αλλά και στο βάθος της, όπως αναδύεται στις υπαρξιακές αναζητήσεις της «Τέταρτης Διάστασης», η οποία εμπερικλείει την πεμπτουσία της ποιητικής του αποστολής και συνιστά μια λαμπρή σύνοψη της «ποιητικής του ιδεολογίας».  

          Η ποίηση του Ρίτσου, δηλαδή, θεωρούμε πως είναι στο σύνολό της βαθιά υπαρξιακή στο μαρξιστικό της πλαίσιο, η οποία ωστόσο δεν περιέχει ίχνος ουτοπίας, αλλά χαρακτηρίζεται από πρωτόγνωρο ρεαλισμό και γι’ αυτό μιλά για την πραγματικότητα «ήσυχα κι απλά», προκειμένου να απευθυνθεί με στιβαρότητα κυρίως σε ανθρώπους κοινωνικά αποκλεισμένους από την τέχνη, αλλά και από τη ζωή, προκειμένου να τους καλέσει σε απελευθερωτική ειρηνική επανάσταση κατά της κοινωνικής αδικίας που επιβάλλουν οι ισχυροί της γης. Στην προσπάθειά του αυτή επιστρατεύει με ποιητική μαεστρία όλα τα στοιχεία της Ελληνικότητας στη διαχρονία της. Στο πλαίσιο αυτό, προσλαμβάνει και αξιοποιεί το χριστιανικό μήνυμα στην ορθόδοξή του έκφανση, καθώς του παρείχε πλούσιο υλικό για να αντλήσει και να δομήσει διαλεκτικά το πλήρες βαθύτατου ανθρωπισμού ποιητικό του σύμπαν, αλλά και να συγκροτήσει αξιακά περαιτέρω την προσωπικότητα του. 

        Έτσι, σε μια συνέντευξή της για τον μεγάλο ποιητή πατέρα της στις 28 Δεκεμβρίου του 2009, η Έρη, η μοναχοκόρη του Ρίτσου, ανέφερε πως τον θαύμαζε γιατί ήταν «ένας πάρα πολύ καλός άνθρωπος». Τον θαύμαζε, όπως τονίζει, όχι γιατί ήταν απλά «καλός γενικά και αόριστα», αλλά διότι ήταν «κομμουνιστής, αγαπούσε τον άνθρωπο και πάλευε για το καλό του», τονίζοντας ιδιαίτερα πως «την αγάπη του την αποδείκνυε έμπρακτα», αλλά και πως «έβλεπε την ανθρωπιά του να εκδηλώνεται στην καθημερινή του ζωή». Η απάντηση αυτή, ωστόσο, έδωσε την αφορμή στον δημοσιογράφο να παρατηρήσει πως αυτή η στάση του ποιητή ήταν ουσιαστικά «μια χριστιανική αντίληψη της αγάπης», αλλά και να τη ρωτήσει ευθέως για το «Ποιά ήταν η σχέση του πατέρα της με το Θεό» και «με τη θρησκεία». Η απάντησή της Έρης υπήρξε σαφής και αφοπλιστική. «Δεν υπάρχει,» υπογράμμισε «ή τουλάχιστον δεν υπήρχε Έλληνας στις γενιές μας, ο οποίος να μην έχει βαθιά μέσα του τη χριστιανική διδασκαλία. Είναι βίωμα μας. Μεγαλώσαμε με την Εκκλησία, με τα πανηγύρια προς τιμή των Αγίων, με τα τροπάρια, με τα τραγούδια, που παρέπεμπαν σε αυτή την πίστη. Εξάλλου,» συνέχισε, προβάλλοντας ανεπαίσθητα την προφανή οργανική σύνδεση και διαλεκτική σχέση Χριστιανισμού και Μαρξισμού στη σκέψη του πατέρα της, «η κομμουνιστική ιδεολογία προσεγγίζει απόλυτα στο σημείο αυτό τη χριστιανική. Δηλαδή», συμπλήρωσε, «ο στόχος και των δύο είναι η μορφοποίηση ενός ανθρωπίνου όντος, που από τη μια να προσεγγίζει το θείο και από την άλλη να προσεγγίζει τον ιδανικό άνθρωπο, που δεν εκμεταλλεύεται τον συνάνθρωπό του και συμπάσχει με αυτόν με τελικό στόχο τη δημιουργία μιας ιδανικής κοινωνίας. Έτσι, το θρησκευτικό αίσθημα που ο Ρίτσος είχε βιώσει παιδί και η ιδεολογική του τοποθέτηση αργότερα, νομίζω ότι αποτελούν ένα συνδυασμό πραγμάτων, που εκφράζεται σε όλη την ποίηση του». 

          Με την τοποθέτησή της αυτή η Έρη, όμως, δεν αποτυπώνει, πιστεύουμε, με σαφήνεια μόνο την διαλεκτική σχέση του Μαρξισμού και του Χριστιανισμού, αλλά και ιχνηλατεί με σαφήνεια τον διαρκή τους ιδιότυπο διάλογο στο ποιητικό σύμπαν του πατέρα της. Έτσι, παρόλο που υποστηρίζει αμέσως μετά, κατά τη σχεδόν πάγια τακτική των σύγχρονων Ελλήνων μαρξιστών,  ότι «ο ίδιος βέβαια ήταν άθεος», στη δημοσιογραφική ερωτηματική παρατήρηση μήπως δεν ήταν αλλά «δήλωνε άθεος», η απόκρισή της υπήρξε ουσιαστικά καταφατική. «Ναι», απάντησε, και μάλιστα συνέχισε λέγοντας πως «Για παράδειγμα ο ‘Επιτάφιος’, αν δεν είχε ως βάση τον Επιτάφιο Θρήνο της Μεγάλης Παρασκευής, όλες τις θαυμάσιες βυζαντινές εικόνες στις εκκλησίες της Μονεμβασιάς και του Μυστρά, τα μοιρολόγια, δεν θα μπορούσε να είχε γραφεί. Εξάλλου,», καταλήγει, «δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης ο Ρίτσος κατέφευγε στον δεκαπεντασύλλαβο», δηλαδή στο εκκλησιαστικό ποιητικό μέτρο, που υιοθετήθηκε κατόπιν και από το δημοτικό τραγούδι, προκειμένου να αποτυπώσει εναργέστερα την υπαρξιακή του αγωνία για το μέλλον του ανθρώπου. 

       Είναι γεγονός, ότι η έρευνα του έργου του μεγάλου ποιητή έχει καταλήξει στο συμπέρασμα, πως το χριστιανικό στοιχείο έχει έντονη παρουσία στην ποίησή του, η ρίζα του οποίου εντοπίζεται στο βιωματικό του υπόβαθρο, που οικοδομήθηκε στην παιδική του ηλικία. Έτσι, η σχέση του με τον Χριστιανισμό κατά την ενηλικίωση του, όπως προκύπτει από την ποιητική του ενσωμάτωση, κινούνταν ανάμεσα στην αποδοχή και την απόρριψη, με μεγαλύτερη ίσως τάση προς την αποδοχή. Ωστόσο, ακόμη κι αυτή η τάση χαρακτηρίζεται από μία επιλεκτικότητα, από μια εκλεκτικότητα, ώστε η σχέση του Ρίτσου με το χριστιανικό στοιχείο γενικότερα να θεωρείται ότι υπήρξε στενή, αφού αναστρέφεται μ’ αυτό πολύ συχνά, αλλά και ταυτόχρονα ανήσυχη και αντιφατική, όπως ακριβώς συμβαίνει γενικότερα και με την ποιητική του ιδιοσυγκρασία που αποθεώνει τις αντιφάσεις ως εκφάνσεις της πολυπλοκότητας της ζωής. Έτσι, ο ποιητής καταφεύγει κατά κανόνα στη χρήση της διαλεκτικής ως κύριας μεθόδου προκειμένου να εντάξει επιμέρους πτυχές του χριστιανικού μηνύματος και των προσώπων που το κομίζουν στο ποιητικό του έργο, κατανοώντας τα κυρίως με εγκόσμια, γήινα και ανθρώπινα, χαρακτηριστικά, χωρίς ωστόσο να τα απογυμνώνει παντελώς από το μεταφυσικό τους πλαίσιο, δηλαδή χωρίς να τα αποϊεροποιήσει, χωρίς να τα αποφορτίσει από μια ιδιότυπη «ιερότητα» και «αγιότητα», με την οποία προσπαθεί, επιστρατεύοντάς τα, να περιβάλλει ουσιαστικά την «ιερότητα» και την «αγιότητα» του πνευματικού του αγώνα ως ποιητή, εμφορούμενου από την μαρξιστική κοσμοθεωρία, εναντίον της κοινωνικής αδικίας για την επικράτηση της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων σε μια αταξική κοινωνία.

        2.  Ο σκοπός της σημερινής ομιλίας συνεπώς, δεν είναι να ανιχνεύσει τη θρησκευτική ταυτότητα του Ρίτσου, αλλά να σκιαγραφήσει τον τρόπο με τον οποίο διαλέγεται δημιουργικά με τη χριστιανική παράδοση, προκειμένου να ενσωματώσει στο έργο του εκλεκτικά τα στοιχεία της εκείνα που εξυπηρετούν τον σκοπό της ποιητικής του αποστολής, ώστε να χρησιμοποιήσει το αυθεντικό χριστιανικό μήνυμα στην ορθόδοξή του έκφραση ως μοτίβο και εκφραστικό μέσο για να οικοδομήσει τον νέο κόσμο που οραματιζόταν ως «προφήτης» μιας νέας επερχόμενης κοσμογονικής αλλαγής με στόχο την οικοδόμηση μιας ειρηνικής ανθρώπινης κοινωνίας χωρίς διακρίσεις, που θα έχει την αφετηρία της σε μια μάλλον ειρηνικού χαρακτήρα επανάσταση του «προλεταριάτου», την οποία θα προετοιμάσει η ποίηση ως ύψιστη ανθρώπινη πνευματική αναγεννητική λειτουργία, ώστε να μην περιέχει βία, αλλά να προϋποθέτει το σεβασμό της ελευθερίας των ανθρώπων, για να επικρατήσει με φυσικό τρόπο η ομόνοια και η ενότητα, η ειρήνη και η δικαιοσύνη, αλλά και η ισότητα μεταξύ των μελών της.  

         Στην πνευματική του αυτή προσπάθεια ο Ρίτσος, θεώρησε προφανώς ότι μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά ως εκφραστικό μέσο και το χριστιανικό στοιχείο, το οποίο έχει σαφώς αυτοβιογραφική βάση και είναι συνδεδεμένο πλήρως με το ορθόδοξο ήθος της ζωής των απλών ανθρώπων στη φύση, καθώς είναι ριζωμένο στα βιώματα του ποιητή στο γενέθλιο τόπο του, τη Μονεμβασιά. Η θρησκευτική αγωγή που έλαβε από το οικογενειακό (κυρίως από τον κρητικής καταγωγής πατέρα του) και το θρησκευτικό περιβάλλον της γενέτειράς του, περιλάμβανε, όπως ανέφερε και η Έρη στη συνέντευξή της, στενές σχέσεις με την εκκλησιαστική τελετουργία στο πλαίσιο της έντονης εκκλησιαστικής ζωής του τόπου του, πράγμα που σημαίνει πως από την παιδική του ηλικία είχε εγγράψει έντονα θρησκευτικά βιώματα, τα οποία - όπως συνέβη άλλωστε και με τα υπόλοιπα βιώματα των παιδικών του χρόνων - θα ήταν παράδοξο να μην επανενεργοποιηθούν κατά την ενηλικίωση του, όταν μάλιστα η εσωτερική του ευαισθησία αρθρώθηκε σε ποιητική παραγωγή. Για την ανάδυση και αποτύπωση στο ποιητικό του έργο των χριστιανικών του βιωμάτων ως στοιχείων της Ελληνικότητας, μάλιστα, συνέβαλλαν τόσο οι υπαρξιακές του αναζητήσεις στη φάση της κοσμοθεωρητικής του ωρίμανσης, όσο και η αντιθετική τους διαλεκτική ως θρησκευτικής πίστης με τη φιλοσοφική - κοινωνικοπολιτική αντίληψη του διαλεκτικού υλισμού, στον οποίο μυήθηκε από τη μετεφηβική του ηλικία.

         Θεωρώντας λοιπόν ο Ρίτσος, σύμφωνα με τον Κάρολο Marx, ότι τα πάντα συνιστούν ύλη, με την έννοια ότι όλα είναι εγκόσμια και αισθητά, και μάλιστα ότι βρίσκονται σε διαρκή συγκρουσιακή κίνηση και πάλη, χωρίς τη μεταφυσική παρέμβαση κανενός υπερκόσμιου όντος, είναι απαραίτητο να επιστρατευτεί η διαλεκτική για να κατανοηθούν και να αντιμετωπιστούν, δεδομένου ότι τα πάντα ερμηνεύονται με βάση το σχήμα θέση – αντίθεση - σύνθεση, όχι όμως όπως το ανέπτυξε ο Φρειδερίκος Hegel, αλλά όπως το ανανοηματοδότησε και το ανέλυσε ο Κάρολος Marx, θεμελιώνοντας τον διαλεκτικό υλισμό. Σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, η διαρκής και αέναη κίνηση της ύλης ακολουθεί την εξής διαλεκτική πορεία : η υπάρχουσα κατάσταση  του κόσμου συνιστά τη «θέση», που δεν είναι άλλη από την κυριαρχία της άρχουσας τάξης η οποία καταδυναστεύει το προλεταριάτο, δηλαδή τον απλό λαό με τον οποίο βρίσκεται σε διαρκή πάλη και ο οποίος καλείται να αντιδράσει εμφορούμενος από τις ιδέες του διαλεκτικού υλισμού με επανάσταση, γεγονός που συνιστά την «αντίθεση», προκειμένου να ανατρέψει την άδικη αυτή κοινωνική κατάσταση. Από αυτή την πάλη των αντιθέτων προκύπτει ως αποτέλεσμα μία τρίτη νέα κατάσταση, η «σύνθεση», που συνιστά την αταξική κοινωνία με την σοσιαλιστική οικοδόμηση και οργάνωσή της.  Η υλιστική διαλεκτική καθίσταται με τον τρόπο αυτό η γενική μέθοδος παράστασης και κατανόησης της πραγματικότητας, όχι όμως για να την ερμηνεύσει κοινωνιολογικά, αλλά για να την ανατρέψει και να την αλλάξει, καθώς σύμφωνα με τον Marx : «Οι προηγούμενοι φιλόσοφοι προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Για μας δεν είναι αρκετό να τον ερμηνεύσουμε. Σκοπός μας είναι να τον αλλάξουμε», δηλαδή να τον ανατρέψουμε. 

        Για να επιτευχθεί όμως ο σκοπός αυτός, της αλλαγής του κόσμου, θα έπρεπε πρωτίστως κατά τον Ρίτσο  να εμπεδωθεί η κοινωνική ειρήνη και η ενότητα της ανθρωπότητας μέσω της μεταμορφωτικής λειτουργίας της ποίησης. Γι’ αυτό και τονίζει με έμφαση : 

 

Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη.
‘Ετσι να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη.
Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε,
“Τέτοια ποιήματα, σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα”
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

         Επειδή ακριβώς ο ποιητής επιδιώκει με το έργο του να σμίξει τους ανθρώπους και να ενώσει τον κόσμο απέναντι στην αδικία, διαλέγεται δημιουργικά και αξιοποιεί πυκνότατα, αλλά επιλεκτικά, και το χριστιανικό μήνυμα ως κατ’ εξοχήν φορέα των αξιών που πρεσβεύει. Γι’ αυτό και οι μαρξιστές μελετητές του Ρίτσου, προκειμένου να εξηγήσουν και να αιτιολογήσουν την ασυνήθιστα ευρεία και καθολικώς σχεδόν διάχυτη παρουσία του χριστιανικού στοιχείου μέσα από τις ποικίλες και πολλές φορές αλληλοαναιρούμενες εκφάνσεις του στην ποίησή του, θεωρούν, όχι ορθά νομίζουμε, ότι αυτό οφείλεται σε μια ταλάντευση ανάμεσα στην υπαρξιακή - υπερβατική του πλευρά και την κοινωνικοπολιτική της διάσταση ως μια θεμελιώδη νοηματική σταθερά. Επειδή όμως ο Ρίτσος υπέτασσε κατά κύριο λόγο την ιδεολογία στην τέχνη του, θεωρούσε ότι το χριστιανικό στοιχείο, όπως και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της Ελληνικότητας στη διαχρονία της, θα μπορούσε να συμβάλλει στην οικοδόμηση του νέου κόσμου που οραματιζόταν με την υλοποίηση της κοσμοθεωρίας του, προσλαμβανόμενο και κατανοούμενο στο πλαίσιο της  μαρξιστικής διαλεκτικής, ως θέσης, αντίθεσης και σύνθεσης. Για τον λόγο αυτό και διερωτούνταν εύλογα :

 

Κ’ είναι τάχα τυχαίο το ότι οι κύκλοι είναι τρεις

όπως κ’ οι αρχαίες ελληνικές Μοίρες

κι όπως η Αγία Τριάδα της Ορθοδοξίας (Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα)

κι όπως ο αριθμός 3 – διαλεκτική κίνηση (1=θέση, 2=αντίθεση, 3=σύνθεση,

που περιέχει θέση κι αντίθεση και συνεχίζεται επ’ άπειρον),

(πατέρας - μητέρα - παιδί ή γέννηση – έρωτας - θάνατος);

 

       Στο τριπλό αυτό σχήμα (θέση - αντίθεση - σύνθεση) κατά τον Ρίτσο, συνέχονται αρμονικά όλα τα στοιχεία της Ελληνικότητας ως τρόπου ζωής, όπως οι αρχαίες Μοίρες, η ορθόδοξα κατανοούμενη Αγία Τριάδα, αλλά και η πορεία της ζωής του κάθε απλού ανθρώπου του λαού σε μια αέναη διαλεκτική κίνηση, η οποία συντίθεται για να προσεγγίσει τελικά το βάθος της ανθρώπινης ιστορίας αλλά και της ανθρώπινης ιδιοσυστασίας. Έτσι, εφαρμόζοντας την διαλεκτική του μέθοδο στην ένταξη του χριστιανικού μηνύματος και των προσώπων που το εκφράζουν αυθεντικά στο ποιητικό του έργο, θεωρούσε, νομίζουμε ως θέση τη νοσηρή και άδικη κοινωνική και πολιτική κατάσταση της εποχής του, η οποία προσέκρουε απολύτως στο χριστιανικό ιδανικό της αγάπης, της ισότητας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης ως αντίθεση, τα οποία με την δημιουργική τους ενσωμάτωση στην ποίησή του ως γήινα και κοσμικά ιδανικά κυρίως, θα συνδράμουν, μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία της Ελληνικότητας, στη νέα σύνθεση, δηλαδή στην πνευματική ενδυνάμωση της ενότητας και στην ενίσχυση της ιδέας της ειρηνικής επανάστασης με σκοπό την εδραίωση της προσπάθειας για εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας, με ισότητα, ειρήνη και δικαιοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Κινούμενος με τον τρόπο αυτό και στο πλαίσιο των μαρξιστικών κοινωνικοπολιτικών του αρχών ο ποιητής, προσπαθεί να δομήσει έναν ιδιότυπο ποιητικό «ιερό» κόσμο, όπου παρατηρείται μια τριπλή ενότητα, αυτή του ανθρώπου, της φύσης και του θείου στοιχείου. Σκοπός του είναι να επιτύχει τη βαθιά ριζωμένη στην ψυχή του σταθερή κοσμοθεωριακή θέση για την κοινωνική ισότητα και την κοινωνική ειρήνη, δηλαδή όχι την επιβολή, αλλά τον ελεύθερο μετασχηματισμό της κοινωνίας σε αταξική, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς για κάθε άνθρωπο.  

         Επειδή ακριβώς επιχειρεί διαλεκτικά την ενσωμάτωση του χριστιανικού στοιχείου στην υπηρεσία της μαρξιστικής θέσμισης της κοινωνίας μέσω της ποίησης, προσπαθεί ενσυνείδητα να το αποσυμφορήσει από τον θρησκευτικό του μανδύα και να το καταστήσει περισσότερο γήινο και κοσμικό, χωρίς όμως να το αποϊεροποιήσει παντελώς. Γι’ αυτό και η στάση του απέναντι στην προσπάθεια κατάχρησης ή νόθευσής του, αλλά και εργαλειοποίησής του, δηλαδή στην πλήρη θρησκειοποίηση και εκκοσμίκευσή του με σκοπό την επιστράτευσή του στη διατήρηση και ενίσχυση των προνομίων της άρχουσας τάξης είναι πολύ συχνά επικριτική έως και αποδομητική. Η κριτική του εστιάζεται κυρίως στην προσπάθεια μετατροπής της χριστιανικής πίστης σε μέσο ηθικής νομιμοποίησης και θεσμοθέτησης της αδικίας, αλλά και στο πλαίσιο της λειτουργίας της πολιτικής του ιδεολογίας, στην αντίληψη για την θρησκεία ως μέσο χειραγώγησης του λαού ακόμη και κατά την περίοδο της προχωρημένης του ωριμότητας, καθώς διαπιστώνει και πάλι ότι το χριστιανικό μήνυμα επιχειρείται να μετατραπεί σε μέσο ελέγχου του ανθρώπου, ώστε να προβαίνει σε σκληρή και αδυσώπητη κριτική, όπως συμβαίνει σε ποιήματα της εποχής της δικτατορίας κατά την περίοδο 1967 -1974.

       Διαμαρτυρόμενος κατά τη νεότητά του για έναν Χριστιανισμό που έχει νοθευτεί και παραποιηθεί για να καταστεί ιδεολογικό στήριγμα της άρχουσας τάξης, οραματίζεται μια νέα ζωή μέσα στη χαρά της υγιούς κοινωνίας, πιστεύοντας ακράδαντα ότι ο Χριστός είναι τελικά το θύμα αυτής της μεταχείρισης, με το να του τραγουδά : 

Χριστέ το "ειρήνη πάση" σου, "εν τούτω νίκα" έχει γενεί,

στη δόξα σου ακονίζονται οι σαρκοφάγοι οδόντες,

με τα μαλλιά σου τα χρυσά ουράνιο έπλεξαν σκοινί

να κρεμαστούν "μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες".

Μα ο πόνος τώρα ωρίμασε κ' έκφραση δίκιου βρήκε η οργή,

σπάνε οι αλυσσίδες της σκλαβιάς κ' η υπομονή σου εχάθη,

και σε θωρώ στο νέο σταυρό. Χριστέ, στη ρόδινην αυγή,

 απ’ το στερνό σου θάνατο η ζωή χαρά να πλάθει.

 

             Από τους δύο τελευταίους στίχους εξάγεται νομίζουμε σαφώς, πως ο ποιητής, παρά την προσπάθεια νόθευσης του κηρύγματος του Χριστού από τους ισχυρούς της εποχής του, δεν εμποδίζεται να το αξιοποιήσει ποιητικά, εφόσον πιστεύει ότι αντανακλά τις δικές του αρχές, γι’ αυτό και δεν διστάζει να θέτει διαρκώς τα πρόσωπα και τα σύμβολα του Χριστιανισμού στην υπηρεσία της κοινωνικής επανάστασης, αλλά και δεν θα διστάσει να «ιεροποιήσει» και να «αγιοποιήσει» την ελληνική παράδοση, στη γνήσια έκφραση της όμως από τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους, που φυσικά βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τους σφετεριστές ανθρώπους της εξουσίας. Έτσι, ο καθένας απ’ αυτούς

 

Έπλυνε τα χέρια του.  Έκανε το σταυρό του. //

Τρώει το ψωμί του.// Άγια πάστρα, ελληνική. //

Πέφτει σε άγαλμα η βροχή

 

       Για να το επιτύχει όμως αυτό, ως υπέρμαχος της επικράτησης της αταξικής κοινωνίας και της ισότητας των ανθρώπων μεταξύ τους, αναπτύσσει μια διαλεκτική προσέγγιση με τον Χριστιανισμό τόσο σε επίπεδο προσώπων, όσο και σε επίπεδο ιδεών, θεωρώντας ότι τα θεία ή ιερά πρόσωπα και το περιεχόμενο του χριστιανικού μηνύματος μπορούν κατ’ εξοχήν να υποστηρίξουν το ιδεολογικό του όραμα για μια ιδανική ανθρώπινη κοινωνία, στην οικοδόμηση της οποίας θα συμβάλλει ουσιαστικά η ποίηση, η οποία οφείλει να χρησιμοποιήσει δαψιλώς και μεταμορφωτικώς για τον σκοπό αυτό το χριστιανικό στοιχείο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας διαλεκτικής προσέγγισης αποτελεί ο «Επιτάφιος», όπου ο Ρίτσος αξιοποιεί χωρία από τον Επιτάφιο Θρήνο της Μ. Παρασκευής, ενώ προς το τέλος του ποιήματος η χαροκαμένη μάνα οραματίζεται την ανάσταση του γιού της, ως αποκορύφωμα και νίκη της επανάστασης για ελευθερία, μέσα στο πλήθος των επίσης επαναστατημένων συντρόφων του: 

 

Δες, πλάγι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαραίοι,

- όλοι στητοί και δυνατοί και σαν κι εσένα ωραίοι.

Ανάμεσα τους γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,

το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.

 

        Στον «Επιτάφιο» δηλαδή, πραγματοποιείται η ποιητική ενσωμάτωση στοιχείων της χριστιανικής υμνογραφίας και κοσμοαντίληψης, για να λειτουργήσουν όχι τόσο σε επίπεδο μεταφυσικής, όσο σε επίπεδο κατάφασης στην κοινωνική επανάσταση, αλλά και απόδοσης της ψυχολογίας μιας γυναίκας του λαού που θα ήθελε να δει το παιδί της να ξαναζεί. Πέραν της θεματικής σύγκλισης των δύο κειμένων, όμως, σε αρκετές  περιπτώσεις, όπως στα μοτίβα του θρήνου της μάνας, η οποία δηλώνει τον πόνο της μέσα από την σωματική του έκφραση, καθώς και στα μοτίβα της αναφοράς στα μέλη του γιου, υπάρχουν επίσης ομοιότητες και στο λεκτικό επίπεδο, καθώς υπηρετούν έναν κοινό σκοπό, δηλαδή μέσω της θυσίας του νέου να προβάλλει η ανάσταση ως κοινωνική επανάσταση και απελευθέρωση από τα δεσμά της κοινωνικής αδικίας. 

      3. Το χριστιανικό στοιχείο και μοτίβο ως μέσο διαλεκτικής με την πολιτική στάση του Ρίτσου αποκαλύπτεται πλούσιο επίσης εκτός από τον «Επιτάφιο» και στην «Ώρα των Ποιμένων», ενώ η λειτουργία του ως στοιχείου της ελληνικής παράδοσης, συνδεδεμένου κυρίως με την επαναστατική κατάφαση, είναι προφανής επίσης, εφόσον ερμηνεύεται, αν συνδεθεί οργανικά με το κοινωνικό κήρυγμα του Χριστού, ώστε να συναντάται έντονα ακόμη στη «Ρωμιοσύνη», την «Κυρά των Αμπελιών», αλλά και σε διάφορα από τα «Χορικά» του, όπως και σε ορισμένα από τα «Επικαιρικά». Έτσι, στο ιδιότυπο «ιερό» ποιητικό σύμπαν του Ρίτσου είναι πρωτίστως παρόν, ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της διαλεκτικής, το μορφοείδωλο του καλού Θεού με σαφή ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά ως οικείου και προσιτού στον άνθρωπο πατέρα, αφού στα ποιήματά του προβάλλεται η αναζήτηση του Θεού ως παγκόσμια ανάγκη, καθώς η αίσθηση της ευγνωμοσύνης, κυρίως όμως η πίστη στον Θεό, δρα κατευναστικά για την ψυχή όλων των ανθρώπων, αλλά και των λοιπών όντων. Ο Θεός, σύμφωνα με τον μεγάλο ποιητή, δεν είναι μόνο Θεός των ανθρώπων, αλλά και Θεός «των σπουργιτιών και των παιδιών». Είναι εκείνος που κοιτάζει γλυκά τα παιδιά με τα γαλανά του μάτια, «μέσα απ’ τα φύλλα της κληματαριάς», αλλά και αυτός που γαληνεύει την ψυχή της μητέρας που προσεύχεται και τον ευγνωμονεί για το βλαστάρι της. Το παιδί, ωστόσο όπως και οι γονείς του, πρέπει να μυηθεί μέσω της πίστης στον καλό Θεό στην κοινωνική δικαιοσύνη, πρέπει να γαλουχηθεί στις νέες ιδέες της επερχόμενης αλλαγής του κόσμου. Γι’ αυτό και ο πατέρας του, έχοντας εμπεδώσει το μήνυμα της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων, προτρέπει το παιδί του να γράψει ένα γράμμα στο Θεό, παρακαλώντας τον για ευμάρεια και κοινωνική δικαιοσύνη για όλα τα παιδιά του κόσμου: «Γράψε του: ‘Καλέ θεούλη, Εμείς είμαστε καλά. Κάνε εσύ, καλέ θεούλη, να ’χουν όλα τα παιδάκια ένα ποταμάκι γάλα, μπόλικα αστεράκια, μπόλικα τραγούδια. Κάνε εσύ, καλέ θεούλη, να ’ναι όλοι καλά έτσι που κι εμείς να μη νιώθουμε πολύ ντροπή για την τόση μας χαρά’». 

      4. Η λειτουργία του χριστιανικού στοιχείου όμως ως ποιητικού μοτίβου και διαλεκτικού μέσου με τη μαρξιστική θεωρία ως ιδεολογική βάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ποίηση του Ρίτσου, εντοπίζεται έντονα επίσης στην πυκνή παρουσία και δράση του Χριστού ως συμβόλου του πάθους και ανδρικού αρχετύπου των αγωνιζόμενων ανθρώπων, περιβεβλημένων με την ιερότητα του θρησκευτικού μυστηρίου. Ο Χριστός στο ποιητικό σύμπαν του Ρίτσου κατέχει εξέχουσα θέση, καθώς είναι ο «Χριστός του Ευαγγελίου, ο σταυρωθείς και αναστάς» κατά τον Πρεβελάκη, αλλά και εκείνος, που, με βάση τις ιστορικές συνθήκες της εποχής, κατανοείται ανθρωπομορφικά και παρουσιάζεται με μια νέα προοπτική ως προϊόν της διαλεκτικής του στάσης, δηλαδή ως «έμβλημα της ανθρωπότητας που εξιλεώνεται μέσα από τον πόνο», κάτι που υπάγεται προφανώς στις ιδεολογικές ορίζουσες του ποιητή και στις επιρροές του από τους Βάρναλη, Καζαντζάκη και Σικελιανό, σύμφωνα με τον Μario Vitti. Με τον ανθρωπομορφισμό αυτό του Χριστού στον οποίο οδηγεί τον ποιητή η λειτουργία της διαλεκτικής, το θείο στοιχείο τοποθετείται στο γήινο επίπεδο και δεν αναδύεται ως μια αφηρημένη, μακρινή και απρόσιτη ιδέα, ώστε να προβάλλεται ο τύπος τού Χριστού - επαναστάτη, του κήρυκα της ελευθερίας και του μάρτυρα, εφόσον για τον Ρίτσο ο Χριστός είναι ο σύμμαχος των καταπιεσμένων, του οποίου τη διδασκαλία εν τέλει αλλοιώνουν οι ισχυροί. Για τον λόγο αυτό μάλιστα και ο «εκλκόμενος Χριστός» της Μονεμβασιάς, μπορεί να ταυτιστεί με τον κάθε βασανισμένο από την εκμετάλλευση της αστικής εξουσίας προλετάριο, ο οποίος σύρεται καθημερινά στο μαρτύριο, όπως και ο ίδιος ο ποιητής, που δεν διστάζει να προσωποποιηθεί στον Χριστό, καθώς είναι κι εκείνος, όπως και ο Ναζωραίος, ένας βασανισμένος χριστός από τα δεινά της ζωής, αλλά και τις διώξεις που έχει υποστεί ως προλετάριος για την επικράτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτό τον οδηγεί στο να παραλληλίζει τα τραυματικά του βιώματα στη νεότητά του με τα βάσανα του Χριστού, ως εξής : 

 

Μητέρα Ποίηση, δέξου με το σώμα μου σταυρός

και πάνω του καρφώσανε τη ζωή μου Ναζωραίο'

σε ανάξιους εμοιράστηκε ο δικός μου θησαυρός

κ' έχω το φτύσμα ταπεινών στο πρόσωπο τ' ωραίο.

         Αξιοποιώντας ποιητικά επιπλέον και όσον αφορά στα δεινά της ζωής του, την είσοδο του Ιησού στο Ναό για τον εορτασμό του Πάσχα στα δώδεκα του χρόνια, δηλαδή σε μια ηλικία βιωματικής συμμετοχής στα τεκταινόμενα της ζωής, τον παραλληλίζει και πάλι με τον εαυτό του, αφού και ο ποιητής στα δώδεκά του χρόνια έζησε το θάνατο του αδερφού του Μίμη και της μητέρας του, αλλά και οπωσδήποτε όλα εκείνα τα τραυματικά βιώματα που λειτούργησαν βίαια για την πρώιμη μάλλον ωρίμανσή του. Έτσι, πίσω από το δωδεκαετή Χριστό κρύβεται ο δωδεκαετής, τραυματισμένος ψυχικά Ρίτσος, ο οποίος ως φορέας της ιδέας της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας καθίσταται στην ενήλικη ζωή του από τους διώκτες του ένας νέος εκλόμενος χριστός, όπως αυτόν της γενέτειράς του. Γι’ αυτό και η αίσθηση του ελκομένου ανθρώπου διαπερνά έντονα το έργο του, καθώς έχουν εντοπιστεί συνάφειες ανάμεσα στην εικόνα του «Χριστού Ελκομένου» της Μονεμβασιάς και τη συλλογή «Μικρή Είσοδος», οι οποίες αφορούν στον τρόπο που παρουσιάζεται ο Χριστός στην εν λόγω εικόνα, ως σύμβολο του άδικα βασανισμένου από τους ισχυρούς ανθρώπου, ο οποίος παραμένει ωστόσο αμετακίνητος στις ιδέες του.  

         Τα ποικίλα στοιχεία και μοτίβα του Χριστού στην ποίηση του Ρίτσου, δηλαδή, αποσκοπούν, με την οικειοποίηση της μορφής και του κηρύγματός Του, στην αρμονική τους ένταξη στο ποιητικό του πρόγραμμα, που υπηρετεί σαφώς την καθιέρωση, την εμπέδωση και την επικράτηση της ιδεολογικής του στάσης ζωής. Έτσι, οι αντιστοιχίες που προκύπτουν με το χριστιανικό στοιχείο στο ποίημα «Άρης Βελουχιώτης» αφορούν στον τρόπο που εμφανίζονται οι Άγγελοι στο πλευρό του Άρη, οι οποίοι μετέχουν μιας υλικής πνευματικότητας ως στρατιώτες του ηγέτη της επανάστασης. Στον «Αποχαιρετισμό» επίσης, η παρουσία των αποσπασμάτων που δηλώνουν τη σύσταση της θείας Ευχαριστίας ως αναίμακτης θυσίας από τον Χριστό, δηλώνουν την κορυφαία θυσιαστική πράξη του ήρωα αγωνιστή που είναι η προσφορά της ζωής του για την απελευθέρωση. Η ενσωμάτωση επιπλέον του λόγου των ευαγγελικών περικοπών στο ποιητικό του έργο, προσφέρει στον Ρίτσο έναν τρόπο για να λειτουργήσει η παρουσίαση των γεγονότων της Γέννησης του Χριστού ως απαρχής της αρμονίας και της ενότητας ανάμεσα στον Ουρανό και τη γη, γεγονός που ενώ υπηρετεί τη γιορτή της πνευματικής Ελευθερίας της ανθρωπότητας από τον δυνάστη διάβολο στο γεγονός της θείας Γέννησης, συνιστά παράλληλα και το σύμβολο της ελευθερίας του ανθρώπου από τους πάσης φύσεως δυνάστες στον ιδεολογικό κόσμο του ποιητή. Έτσι, το αγαθό της ελευθερίας παράγεται διαλεκτικώς μέσα από στοιχεία του μοτίβου της Γέννησης του Χριστού, όπως παράγεται και η ειρήνη, την οποία φέρουν ως δικό τους σχήμα οι «Γερόντισσες», οι οποίες «εν είδει περιστεράς» σφραγίζουν το πρόσφορο της Ειρήνης. Αλλά και το στοιχείο της θείας Κοινωνίας εισάγει επίσης το θέμα της θυσίας, και μάλιστα της θυσίας με «σώμα και αίμα», η οποία υπηρετεί έναν σκοπό, που στην περίπτωση της ποίησης του Ρίτσου είναι η ελευθερία, η οποία καταγράφεται ως η υπέρτατη στιγμή του ανθρώπου, ήρωα και «αγίου», που θυσιάζεται για τα ιδανικά της ανθρωπότητας. Με τον τρόπο αυτό το χριστιανικό μήνυμα υπηρετεί διαλεκτικά σαφώς το ιδανικό της ελευθερίας, την οποία συναρτά με την κεντρική λειτουργική πράξη στο Μυστικό Δείπνο, η οποία θεωρείται ως ιδρυτική πράξη της χριστιανικής λατρείας, προσδίδοντάς της με τον τρόπο αυτό ένα ύψος δυσθεώρητο και μια ουσία ακατάλυτη ως ιδανικού της ιδεολογικής του ταυτότητας.  

         Για να υπηρετήσει το ιδεολογικό όραμα του ποιητή στο διαλεκτικό του πλαίσιο επίσης, χρησιμοποιείται και η μορφή του απ. Πέτρου ως μαθητή του Χριστού, κυρίως ως προς την σχέση που αναπτύσσει με τον δάσκαλο ως οδηγητή και καθοδηγητή του ενάντια στην κοινωνική αδικία του καιρού τους, γεγονός που περιγράφει στη «Φρυκτωρία» και συμβολίζεται με δύο τρόπους. Ο πρώτος αφορά τη σύνδεση του Πέτρου με την πέτρα, η οποία μαρτυρείται και στο ευαγγελικό κείμενο μέσα από τον λόγο του Χριστού και ο δεύτερος τη φράση «και τω Πέτρω», η οποία υπογραμμίζει τη θέση του αποστόλου μεταξύ των Δώδεκα. Ο Πέτρος, δηλαδή σύμφωνα με τον Ρίτσο, δεν αποκαλείται Πέτρος γιατί θεωρείται ως ο βράχος της χριστιανικής πίστης, αλλά, στο πλαίσιο της λειτουργίας της διαλεκτικής του, επειδή θεωρείται ως ο αμετακίνητος βράχος της μαρξιστικής ιδεολογίας με δάσκαλο το Χριστό. Έτσι, τα προερχόμενα από την χριστιανική παράδοση στοιχεία που εντάσσονται στο ποιητικό κείμενο, διαφοροποιούνται από το περιβάλλον στο οποίο ανήκουν, ώστε η έντονη θεματοποίηση του διαλεκτικού υλισμού, να συμβαίνει μέσα από τον τρόπο που η «Φρυκτωρία» καθορίζει, πράγμα το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να φορτίζεται η διαλεκτική με λειτουργίες οι οποίες ανήκουν και ανιχνεύονται στο χριστιανικό μοτίβο. 

       Εκτός όμως από τον ανθρωπομορφισμό του Χριστού, είναι βέβαιο επίσης πώς στην ποίηση του Ρίτσου αποτελεί κορύφωση της διαλεκτικής σύνδεσης του χριστιανικού στοιχείου στην παραδοσιακή του εκδοχή με την μαρξιστική κοσμοθεωρία και ο χριστομορφισμός των προσώπων της επανάστασης ως αντίδρασης σε κάθε είδους δυνάστη, δηλαδή η απόπειρα «ιεροποίησης» και «αγιοποίησης» κορυφαίων ηρωικών μορφών του ελληνικού και του διεθνούς επαναστατικού κινήματος, των οποίων η θυσία αποτελεί κοινό σημείο με το μαρτύριο του Χριστού. Η χριστοποίηση αυτή των επαναστατών στον πολιτικό χώρο του ποιητή ανιχνεύεται στα πρόσωπα του Άρη Βελουχιώτη, αλλά και του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη. Όσον αφορά τον Βελουχιώτη, ο ποιητής, τον παρουσιάζει ως ιερέα και μιμητή του μηνύματος του Χριστού, συνοδευόμενο από τους αγγέλους στον αγώνα για τη γιορτή της ελευθερίας, ως εξής :

 

να κι ο ιερέας ο Άρης στην Ιερή Πύλη του Σύμπαντου

με το χρυσό βαγγέλιο: Λευτεριά για Θάνατος

κι άγγελοι εδώ στη γης με τα ντουφέκια τους

κι άγγελοι στα μπαλκόνια τ’ ουρανού με τα κεριά τους

ένας ουρανός και γης μες στη γιορτή της λευτεριάς και του θανατού

 

          Επίσης, μεταπλάθοντας το κρέμασμα του κεφαλιού του Άρη στο φανοστάτη των Τρικάλων, το αντιπαραβάλλει νοητά με το κρέμασμα του Χριστού ως κοινή θυσία και των δύο για το ιδανικό της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ανθρώπινης ελευθερίας, ώστε ο θάνατός του και ο εξευτελισμός του πτώματος του να συνιστά τη συντριβή ενός ήρωα που ενσάρκωσε την ευγενέστερη εκδοχή του οράματος της ελευθερίας, όπως και στην περίπτωση της θυσίας του Χριστού, γι’ αυτό και του συνθέτει νέο «Επιτάφιο θρήνο» :

 

Ποιο νάναι τούτο το άγιο λείψανο // που το σέρνουν στο χώμα

που το πατάνε και το φτύνουν // οι πατημένοι κι οι κατάφτυστοι;

Ποια νάναι τούτη η άγια κάρα // δεμένη στο Τρικαλινό φανάρι

με την αγαρινή τριχιά την ίδια // πούσυρε και τον Πατριάρχη;

Ποια νάναι τούτη η άγια κάρα // που εκεί ψηλά απ’ το φανοστάτη

κοιτάει ψηλά με τα βαθιά της μάτια // πάνου από τα κεφάλια των βουνώνε

πάνου απ’ τα κεραμίδια των αιώνων // ίσια μπροστά κατάματα κοιτάει

τ’ αστέρι της αθανασίας;

      Στο ποίημα επίσης «Ο σύντροφος μας», αφιερωμένο στον Ζαχαριάδη, παραλληλίζοντας την επάνοδο του στην Ελλάδα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Ντάχαου με την ταπεινόφρονα και ταυτόχρονα θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα «επί πώλου όνου», αναφέρει τα εξής :

 

Ήρθες χωρίς παράτες με τα σκονισμένα σου μαλλιά

καθώς κ' Εκείνος μπήκε στα Ιεροσόλυμα με σκονισμένα ματόκλαδα

δίχως σημαίες και δίχως τύμπανα πόνου σ' ένα άσπρο γαϊδουράκι

κρατώντας μεσ’ στο φωτεινό του χέρι ένα κλαδάκι πικροδάφνη.

       Ο Ρίτσος όμως δεν χριστοποιεί μόνο επαναστατικές μορφές από τον ιδεολογικό του χώρο, δηλαδή τους ad hoc θιασώτες της εφαρμογής της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά και άλλους που αντιστέκονται στους κατακτητές της πατρίδας τους, όπως ο ηρωικός Κύπριος αγωνιστής Γρηγόρης Αυξεντίου, αλλά και ο αφρικανός επαναστάτης Πατρίς Λουμούμπα, ο «Μαύρος Άγιος». Η ταύτιση μάλιστα του «Μαύρου Άγιου» με το Χριστό πραγματοποιείται μέσα από την κοινότητα του μαρτυρίου για έναν καλύτερο κόσμο. Τα όργανα βασανισμού είναι τα ίδια, οι πληγές είναι όμοιες και φυσικά το αίμα και των δυο είναι κόκκινο, χωρίς να επηρεάζεται από το χρώμα του δέρματος. Ο ποιητής, ωστόσο, δεν χριστοποιεί διαλεκτικώς μόνο γνωστούς αγωνιστές, αλλά και τον κάθε ανώνυμο εργάτη, τον προλετάριο, επάνω στον οποίο θα βασιστεί η παγκόσμια επανάσταση, ώστε να τονίζει :

 

Η τραγιάσκα του Χριστού // στη μασκάλη του εργάτη,

 

διατυπώνοντας επιγραμματικά αυτή του την αντίληψη, δηλαδή πως ο κάθε τίμια αγωνιζόμενος άνθρωπος για τα ιδανικά της ισότητας, της ειρήνης, και της δικαιοσύνης είναι στην ουσία ένας χριστός.

 

      5. Αλλά και το μοτίβο της Παναγίας, ως το γυναικείο αρχέτυπο της αγωνιζόμενης γυναίκας μάνας, αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της διαλεκτικής σχέσης Χριστιανισμού και Μαρξισμού στην ποίηση του Ρίτσου. Έτσι, η Παναγία δεν παρουσιάζεται ως Θεομήτωρ, όπως έχει επικρατήσει στην κοινή αντίληψη, αλλά με δύο διαφορετικές εκδοχές. Στην πρώτη, συνδέεται με την προστασία τού νεογέννητου παιδιού και  παραπέμπει στη μορφή της μητέρας που «ιεροποιείται», ενώ στη δεύτερη παρουσιάζεται μέσα στο αγροτικό τοπίο, γεγονός που παραπέμπει στην «Κυρά των Αμπελιών», όπου αποτυπώνει την εργάτρια, την αγωνίστρια γυναίκα, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται και ως προστάτιδα του ανθρώπου, ο οποίος μοχθεί για τα αγαθά του και συνάμα πιστεύει ακράδαντα στη δύναμή της και την πανταχού παρουσία της. H «Κυρά των Αμπελιών» αποτελεί ένα εγκώμιο από είκοσι τέσσερα άσματα που συνθέτουν την ιδανική προσωπογραφία της Ελλάδας. O Πρεβελάκης γράφει μάλιστα, πως στην «Κυρά των Αμπελιών», «ο Ρίτσος κράζει την Πατρίδα με όχι λιγότερα ονόματα απ’ όσα σκαρφίστηκε ο πιστός για να υμνήσει την Παναγιά». O ποιητής πραγματικά «ιεροποιεί» και «εξαγιάζει» την πολύπαθη Ελλάδα που βρισκόταν για άλλη μια φορά πολιορκημένη, αλλά ακατάβλητη και ελεύθερη. Στην «Κυρά των Αμπελιών» παρουσιάζονται όλες οι γωνιές της Ελλάδας μαζί με την ιστορία τους. Η Κυρά διασχίζει τον τόπο και τον χρόνο, καθώς είναι μια Παναγιά, μια Μπουμπουλίνα, μια Περσεφόνη, και τέλος, μια μάνα, οπωσδήποτε όμως μια περήφανη Ελληνίδα αγωνίστρια: 

.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσίς στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά

και στο δεξί την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κ’ η λεβεντιά κ’ είσαι η Ελλάδα.

 

           Η ειδικότερη εξέταση των χριστιανικών στοιχείων και μοτίβων που σχετίζονται με την Παναγία και στον εντοπισμό της ιδιαίτερης διαλεκτικής λειτουργίας που αυτά αναπτύσσουν στην ποίηση του Ρίτσου, συνοψίζονται σε αναφορές των επιθέτων όπως «Παντάνασσα» και «Πλατυτέρα», τα οποία χρησιμοποιούνται όχι για να χαρακτηρίσουν την ιδιότητα της Παναγίας, αλλά κυρίως να τονίσουν το γεγονός ότι η Παντάνασσα ως Πλατυτέρα δεν είναι ως βασίλισσα το σύμβολο της υποδούλωσης και της εκμετάλλευσης των αδυνάτων, αλλά ως πλατυτέρα μάννα με απέραντη καρδιά το πρότυπο της παρηγορήτρας όσων υποφέρουν από την καταπίεση των ισχυρών. Στο «Χορικό των σφουγγαράδων» επίσης, η Παναγία τοποθετείται ανάμεσα στους δύο κόσμους, του δικού της παραδείσιου και του κόσμου της ύλης των ανθρώπων. Αποτελεί συνδετικό στοιχείο, κλίμακα ανάμεσά τους, και συνεπώς ένα στοιχείο αρμονίας. Είναι αυτή η μορφή η οποία υπογραμμίζει τη χαμένη αρμονία και την αποκαθιστά στον μαρτυρικά βιωμένο τόπο των στρατοπέδων των πολιτικών εξορίστων. Αποτελεί το αντίπαλον δέος της ασχήμιας και συνεπώς μια όψη, ένα κομμάτι αυτού που η ποίηση του Ρίτσου ορίζει ως ομορφιά

      Εκείνο που μπορεί δηλαδή να θεωρηθεί ως το ιδιάζον χαρακτηριστικό των μοτίβων της Παναγίας όπως παρουσιάζονται στην ποίηση του Ρίτσου, είναι, λόγω της διαλεκτικής τους κατανόησης, η κατά κύριο λόγο αντίθετη κατεύθυνσή τους σε σχέση με την κατεύθυνση των εκκλησιαστικών ύμνων και τη χριστιανική παράδοση εν γένει. Τούτο σημαίνει πως, ενώ η υμνογραφία ανάγει τον άνθρωπο σε μια σφαίρα πνευματική, αυτήν της ουράνιας δόξας, στο ποιητικό σύμπαν του Ρίτσου, ακόμη και οι μορφές οι οποίες προέρχονται από το υπερκόσμιο περιβάλλον, χωρίς να αποδομούνται, καθηλώνονται συνήθως στην επίγεια πραγματικότητα του υλικού κόσμου, στο καθημερινό και ενίοτε μαρτυρικό παρόν. Έτσι και η Παναγία σκέφτεται όπως η θεία Τριανταφυλλίτσα, είναι παρούσα στους αγώνες του Έθνους με τα άρματά της, αλλά και γίνεται κομμάτι του υλικού κόσμου, ενώ δεν παύει να έχει και λίμνες στον Παράδεισο, δηλαδή δεν παύει να διατηρεί την «ιερότητα» και την «αγιότητα» το πρόσωπό της. 

      6.   Παρόλο, συνεπώς, που τόσο η μορφή του Χριστού, όσο και αυτή της Παναγίας αποτυπώνονται κατά κύριο λόγο με εγκόσμιους και υλικούς όρους από τον Ρίτσο, εν τούτοις δεν αποσυνδέονται παντελώς από την ουσία τους που είναι η πνευματικότητά τους ως θείων ή ιερών χριστιανικών προσώπων, έστω κι αν εντάσσονται σε ένα εντελώς νέο, βάσει της παράδοσης που κουβαλούν, περιβάλλον. Οι πνευματικές διαστάσεις του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων είναι αυτές που δίνουν ένα υπαρξιακό νόημα και ένα ιδιαίτερο μεγαλείο στον υλικό κόσμο, είναι εκείνες που προσφέρουν μια διάσταση αγιότητας, η οποία ωστόσο υπηρετεί απολύτως, με την εφαρμογή της διαλεκτικής, το όραμα του ποιητή για τη δημιουργία μιας εγκόσμιας και κατά τα μαρξιστικά πρότυπα αταξικής κοινωνίας ειρήνης και δικαιοσύνης. Ο Ρίτσος δηλαδή, διαλέγεται με τη χριστιανική παράδοση και αξιοποιεί δημιουργικά τα στοιχεία της, τα οποία ενσωματώνει στην ποίησή του για να επιτύχει την υλοποίηση του κοινωνικού του οράματος. Έτσι, οι έννοιες οι οποίες κατέχουν κεντρική θέση στο ποιητικό του σύμπαν αρδεύουν το ειδικό ποιητικό τους βάρος και από την πηγή της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, αγιογραφίας και παράδοσης γενικότερα, ώστε το χριστιανικό στοιχείο να εμφανίζεται μέσα από μια ποικιλία ως προς τους τρόπους ένταξης και ενσωμάτωσής του στο ποιητικό κείμενο, με τις περισσότερες φορές να προσαρμόζεται στα νέα κειμενικά, αξιακά και ιστορικά δεδομένα του ιδεολόγου ποιητή. Επειδή, όμως ο Ρίτσος υποτάσσει τις περισσότερες φορές την πολιτική του ιδεολογία στην ποιητική του τέχνη, το χριστιανικό στοιχείο, και εν γένει η χριστιανική παράδοση καταφέρνουν να μεταγγίσουν στην ποίησή του στοιχεία αθανασίας, καθιστώντας την ύλη της ποίησης, ως ουσία, ακατάλυτη, η οποία λειτουργεί έξω από τον καιρό της και συνθέτει υπαρξιακά την ομορφιά αυτού του κόσμου, που έχει τη δύναμη να υπερβαίνει με την ανάσταση ως επανάσταση, όχι μόνο τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά ακόμη και τον ίδιο το θάνατο, ώστε ο μεγάλος ποιητής, πιασμένος χέρι χέρι με τον Θεό να ξεκινήσει για το μεγάλο ταξίδι στις 11 Νοεμβρίου του 1990, αφού, όπως ψάλλει πρωτύτερα σε δεύτερο πρόσωπο : 

Ο θάνατος θα ‘ρθει φωτεινός και μακάριος σαν το βράδυ της άνοιξης

να σκεπάσει με πράσινο φύλλο τα βήματα σου.

Τότε θα κλείσεις την πόρτα με χαμόγελο 

και θα φανείς να χάνεσαι στο φως,

πιασμένος απ’ το χέρι Του σα να πηγαίνεις στη γιορτή του θερισμού,

βρίσκοντας λόγια σιωπής να τελειώσεις το έργο σου.