ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΗ ΜΑΣ ΠΟΙΗΣΗ

ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΗ ΜΑΣ ΠΟΙΗΣΗ
                         Ομιλία του Ηρακλή Εμμ. Καλλέργη
Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών
Στη Δημοτική Βιβλιοθήκη στα πλαίσια των Φιλολογικων Βραδινών της Εταιρείας Λογοτεχνών  (Δευτέρα 14η Δεκεμβρίου 2015).


Κυρίες και κύριοι,
Θα αρχίσω την ομιλία μου με την κοινή διαπίστωση ότι η ποίηση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ψυχοσύνθεση του παιδιού. Πρόκειται για αλήθεια, που προκύπτει από την εμπειρική παρατήρηση, αλήθεια προσιτή καταρχήν στον απλό λαό, που έπλασε τα υπέροχα δημοτικά τραγούδια, τα σχετικά με την παιδική ηλικία. Τα ποιήματα αυτά, πολλά από τα οποία δεν στηρίζονται στο νόημα αλλά στον ήχο και στο ρυθμό (ταχταρίσματα, λαχνίσματα κ.ά.), αποδεικνύουν με πόση σοφία ο λαός έχει αντιληφθεί όχι μόνο την αξία της παιδικής ποίησης, αλλά και το είδος των ποιητικών συνθεμάτων, που γοητεύουν ιδιαίτερα το μικρό παιδί. Μελετώντας την ποίηση αυτή, άλογη στο μεγαλύτερο μέρος της, με την οποία εξακολουθεί και σήμερα ακόμη να τρέφεται το παιδί της προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας, φτάνουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι αποτελεί την πρωτογενή μορφή κάθε ποιητικής δημιουργίας, που στηρίζεται πρωτίστως στον ήχο, όπως με αμεσότητα επισημαίνει ο Κωστής Παλαμάς: «Ο ποιητής κατέχεται υπό της γοητείας των λέξεων, ανεξαρτήτως του νοήματος. Πολλάκις η λέξις τον συγκινεί ως γλυκύφθογγος οντότης αυτοτελής εκφράζουσα, πλην του υπ’ αυτής σημαινομένου, κάτι αρρήτως μουσικόν και δυσέκφραστον».
Σχετικές με τα παραπάνω απόψεις έχει διατυπώσει ο μεγάλος Ρώσος ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και παιδαγωγός Κορνέι Τσουκόφσκι (1882-1969) στο βιβλίο του «Από τα δύο στα πέντε» (From Two to Five) που εκδόθηκε το 1925 και από τότε επανεκδόθηκε πολλές φορές στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες χώρες. Το βιβλίο αυτό, προϊόν 40χρονης συστηματικής μελέτης της παιδικής γλώσσας, αναφέρεται στις γλωσσικές κατακτήσεις του κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, στην παιδική έμφυτη ποιητική του αίσθηση και στη στιχοπλαστική του ικανότητα, στη σημασία των έμμετρων παραδοξολογημάτων (nonsense rhymes), στο λαϊκό παραμύθι και τέλος στα στοιχεία εκείνα που θεωρεί απαραίτητα για την παιδική ποίηση. Τα στοιχεία αυτά εκτίθενται στο έκτο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που προφανώς ενδιαφέρει όχι μόνο όσους φιλοδοξούν να γράψουν ποιήματα για παιδιά, αλλά και τους γονείς και εκπαιδευτικούς, που επιθυμούν να τα διαλέγουν σωστά.
Δεν θα επιχειρήσω - για λόγους οικονομίας χρόνου - να εκθέσω συστηματικά όσα πολύτιμα γράφει ο Ρώσος ποιητής στο τελευταίο κεφάλαιο. Θα ήθελα μόνο να τονίσω επιγραμματικά ότι για την ποίηση της προσχολικής ηλικίας απαιτεί - ο ίδιος τις συμβουλές του τις ονομάζει «εντολές» - πλούσια εικονοπλασία και δράση, γρήγορη εναλλαγή των εικόνων, μουσικότητα και λυρισμό, που παρακινούν το παιδί να τραγουδάει και να παίζει παλαμάκια, εναλλαγή του ρυθμού, του μέτρου και του αριθμού των στίχων, αποφυγή των δυσεκφώνητων συμπλεγμάτων φθόγγων, χρήση της ομοιοκαταληξίας και προσπάθεια οι λέξεις που ομοιοκαταληκτούν να είναι οι κύριοι φορείς του νοήματος της φράσης, νοηματική αυτοτέλεια σε κάθε στίχο, περιορισμένο αριθμό επιθέτων και χρήση κυρίως ουσιαστικών και ρημάτων, προτίμηση του τροχαίου χωρίς βέβαια να αποκλείεται η χρήση άλλων μέτρων, σύνδεση των ποιημάτων με το παιγνίδι, που αποτελεί την κύρια δραστηριότητα του νηπίου. Οι τελευταίες «εντολές» του Τσουκόφσκι μας οδηγούν έξω από τα όρια της παιδικής ποίησης, στο χώρο της ποίησης γενικά. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ο ποιητής των παιδιών δεν έχει το δικαίωμα να αγνοεί τα κριτήρια που εφαρμόζουμε στην ποίηση για μεγάλους. Η παιδική ποίηση πρέπει να συμμορφώνεται προς τις προηγούμενες εντολές, αλλά ταυτόχρονα να έχει την επιδεξιότητα και την τεχνική στερεότητα της ποίησης των ενηλίκων. Ένα κακό ποίημα δεν είναι ποτέ καλό για παιδιά». Τελειώνοντας το βιβλίο του, ο Ρώσος παιδαγωγός τονίζει και πάλι ότι οι ποιητές έχουν χρέος όχι μόνο να προσαρμόζουν το γράψιμό τους στις πνευματικές και συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών, αλλά και να τα φέρνουν προοδευτικά σε επαφή με τις ιδέες και αντιλήψεις των ενηλίκων προσφέροντάς τους και κείμενα ποιοτικώς ανώτερα, που εκ πρώτης όψεως δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν παιδικά. Αυτό, πιστεύει, συμβάλλει αποφασιστικά στο να καλλιεργείται βαθμιαία η κατανόηση, εκτίμηση και αγάπη των παιδιών για τους σημαντικούς ποιητές, κείμενα των οποίων θα γνωρίσουν αργότερα.
Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι κατά τον Τσουκόφσκι σταθερό βάθρο των ποιητών, που απευθύνονται σε παιδιά, πρέπει να είναι η δημοτική ποίηση, η οποία αποτελεί το καλύτερο υπόδειγμα παιδικής ποίησης. Η πλούσια γλώσσα, το χιούμορ, η όραση του κόσμου, τα ιδανικά και η αισθητική των ανθρώπων του λαού, γνωρίσματα έκτυπα στο δημοτικό τραγούδι, μπορούν να καθοδηγήσουν και να εμπνεύσουν κάθε ποιητή που θέλει να επικοινωνήσει με το παιδί.
Επέμεινα, ίσως περισσότερο του δέοντος, στις απόψεις του Τσουκόφσκι - με τις οποίες συμπίπτουν οι απόψεις και άλλων παλαιότερων και σύγχρονων μελετητων -, επειδή θα ήθελα να τονίσω a priori τη φυσιογνωμία της σύγχρονης παιδικής μας ποίησης, δηλαδή της ποίησης που αρχίζει από τη δεκαετία περίπου του ’50 και βρίσκει, νομίζω, την πλήρη έκφρασή της στη δεκαετία του ’70. Πρόκειται για μια ποίηση παιδοκεντρική, που έχει αποβάλει το αυστηρό πρόσωπο της «παιδαγωγούσας τέχνης» - για να χρησιμοποιήσω έκφραση Έλληνα μελετητή - και παίζει κυρίως με τους ήχους, εφόσον απευθύνεται στην προσχολική και πρωτοσχολική ηλικία, χωρίς ωστόσο να παραλείπει τον προβληματισμό, αλλά και φροντίζει να είναι νοηματικά ουσιώδης, χωρίς να εγκαταλείπει το παιγνιώδες, εφόσον απευθύνεται σε μεγαλύτερα παιδιά.
Ας δούμε όμως τα πράγματα στην εξελικτική τους πορεία. Μετά τα στιχουργήματα των Παναγιώτη Σούτσου, Αλέξανδρου Κατακουζηνού, Άγγελου Βλάχου και άλλων με το έντονα ηθικοπλαστικό περιεχόμενό τους, ακολουθεί η ποίηση των Ηλία Τανταλίδη και Δημητρίου Καμπούρογλου, οι οποίοι μέσα από τους δρόμους της δημοτικής γλώσσας παραδίδουν στον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Αλέξανδρο Πάλλη και τον Ζαχαρία Παπαντωνίου το προνόμιο να γίνουν αυτοί οι πρωτοπόροι μιας ποίησης, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του παιδιού. Σημειώνω ιδιαίτερα τη σημασία της ποιητικής συλλογής του Παπαντωνίου «Χελιδόνια», που «αποτέλεσε το μέτρο με το οποίο θα κρίνεται κάθε μεταγενέστερη απόπειρα στον τομέα της παιδικής ποίησης».
Μετά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου πολλοί ποιητές στη δεκαετία του ’50 και εξής θα ασχοληθούν με την παιδική ποίηση. Ανάμεσα σε αυτούς κορυφαίοι είναι οι Στέλιος Σπεράντσας, Βασίλης Ρώτας και Μιχαήλ Στασινόπουλος. Οι τρεις αυτοί αξιοποίησαν δημιουργικά το δημοτικό τραγούδι, το λαϊκό πολιτισμό και το εθνικο-θρησκευτικό στοιχείο του λαού μας και ανέδειξαν μια ποίηση με ελληνική ταυτότητα, πάλλουσα και τρυφερή όπως η παιδική καρδιά. Επισημαίνω ιδιαίτερα την παρουσία του Βασίλη Ρώτα, που εκτός από τις δύο συλλογές με παιδικά ποιήματα - «Παιδιάτικα τραγούδια» (1943) και «Αυγούλα» (1974) -, έχει να παρουσιάσει και πλούσιο θεατρικό έργο για παιδιά. Η  ποίησή του, βαθιά επηρεασμένη ως προς το ύφος από το δημοτικό τραγούδι, είναι ανανεωμένη, σε σχέση με την παλαιότερη, θεματολογικά διακρίνεται για το χιούμορ, που εκλύεται από το νοηματικό και ευτράπελο λεκτικό παιγνίδι. Διαβάζω δύο ποιήματά του. Το πρώτο έχει τίτλο «Ξύπνημα» και δείχνει πόσο γόνιμα και δημιουργικά έχει μιμηθεί τα λαϊκά ταχταρίσματα.
    Ξύπνημα
Έλα, ροδαυγή,
ξύπνα το παιδί,
ξύπνα το μικρό,
να μου το χαρώ,
ξύπνα το λουλούδι,
το ξεπεταρούδι,
που μοσχοβολάει
και χοροπηδάει
και γελάει και κλαίει
και λογάκια λέει
και θα βγει στην πόλη
να το χαίρονται όλοι.
Το δεύτερο μιμείται το παιχνίδι με το παράλογο - που τόσο ενθουσιάζει τα παιδιά - ενός δημοτικού μας τραγουδιού: Τα καβούρια κάνουν γάμο. Ακούστε πρώτα το δημοτικό τραγούδι.
                                 Τα καβούρια κάνουν γάμο  
Κάτω στο γιαλό στην άμμο,     
τα καβούρια κάνουν γάμο  
και καλέσανε κι εμένα             
και δεν ήθελα να πάω.          
Κι άκουσα το ντίγκι-ντίγκα  
κι έκαμα καρδιά και πήγα,        
κι ήβρα το λαγό κ’ επήδα.        
Ο ψύλλος έπαιζε βιολί    
και η χελώνα ντέφι               
και πέρασε ένας ποντικός         
κι είπε: χαρά στο κέφι!                                                        
Το τραγούδι του Ρώτα, με τίτλο «Το πιο μεγάλο» είναι εξίσου απολαυστικό και διασκεδαστικό.
       Το πιο μεγάλο
Από κάτω απ’ το ραδίκι
κάθονται δυο πιτσιρίκοι
και ρωτάν ο ένας τον άλλο
ποιο ’ναι απ’ όλα πιο μεγάλο.
Τους ακούει ένα σκαθάρι
και τους λέει «το κουκουνάρι!».
Τους ακούει ένα τριζόνι
και τους λέει «το πεπόνι».
τους ακούει κι ένα τσιμπούρι
και τους λέει «το γαϊδούρι!».
Γέλασαν οι πιτσιρίκοι
γέλασε και το ραδίκι
κι ένας με μεγάλο στόμα
βάτραχος γελάει ακόμα.
Η δεκαετία του ’60 αποτελεί μια προπαρασκευαστική, τόσο θεματολογικά όσο και μορφολογικά, περίοδο για τη δεκαετία του ’70, οπότε κυριαρχούν οι πιο αξιόλογοι εκπρόσωποι της παιδικής μας ποίησης, που εξακολουθούν να αποτελούν το σημείο αναφοράς για νεότερους. Είναι οι Γιώργης Κρόκος, Βασίλης Χαρωνίτης, Παύλος Κριναίος, Ντίνα Χατζηνικολάου, Διονύσης Τροβάς, Χάρης Σακελλαρίου, Ρένα Καρθαίου, Δημήτρης Μανθόπουλος, Θέτη Χορτιάτη, Χρυσούλα Σαμίου-Σκανδάμη, Χρυσούλα Χατζηγιαννιού, για να περιοριστώ στους γνωστότερους.
Γενικότερα θεωρούμενη, η μεταπολεμική μας ποίηση έχει ως θεματικούς πυρήνες της το Σχολείο, την Οικογένεια, τη Θρησκεία, την Πατρίδα και τη Φύση, κινείται δηλαδή οπωσδήποτε σε πλαίσια συντηρητισμού. Στο πλαίσιο αυτό κινούνται λ.χ. οι Γιώργης Κρόκος, Παύλος Κριναίος, Βασίλης Χαρωνίτης, Ντίνα Χατζηνικολάου, Διονύσης Τροβάς, Χάρης Σακελλαρίου κ.ά. Ωστόσο, στη δεκαετία του ’70 παρατηρείται μια στροφή προς θέματα κοινωνικά και σχετιζόμενα με την εξέλιξη της τεχνολογίας και τα συναφή προβλήματα, που ανακύπτουν από την τεχνοκρατική δομή και την οργάνωση των σύγχρονων κοινωνιών. Τη στροφή αυτή πραγματοποιούν κάποιοι σημαντικοί εκπρόσωποι της παιδικής μας ποίησης, όπως η Ρένα Καρθαίου, η Θέτη Χορτιάτη, ο Δημήτρης Μανθόπουλος, αλλά συμπορεύονται συχνά και εκπρόσωποι της προηγούμενης τάσης.
Η ποίηση αυτή προσπαθεί να μιλήσει με ειλικρίνεια στο παιδί εγκαταλείποντας το προστατευτικό και οδηγητικό ύφος, εφόσον έχει απαλλαχθεί - υπό την επίδραση των ραγδαίων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών εξελίξεων, αλλά και των προωθημένων θέσεων, που κατακτήθηκαν στο χώρο της ψυχολογίας και της παιδαγωγικής, χάρη στη σχολή του γνωστού Ελβετού παιδαγωγού J. Piaget - από την τάση σωφρονισμού και ηθικολογίας, που χαρακτήριζε παλαιότερους ποιητές. Οι νεότεροι ποιητές, πολλοί από τους οποίους υπηρέτησαν ή υπηρετούν ως δάσκαλοι στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, μιλούν με ειλικρίνεια  στο παιδί και, μαζί με τη χαρά του ωραίου λόγου που προσφέρουν, προσπαθούν να του δημιουργήσουν αίσθημα ευθύνης φέρνοντάς το προοδευτικά σε επαφή με τη γύρω του πραγματικότητα, χωρίς να την εξωραΐζουν. Για παράδειγμα, τα ποιήματα που είναι αφιερωμένα στη φύση δεν είναι πάντοτε απλώς περιγραφικά ή υμνητικού περιεχομένουž συχνά ωθούν το παιδί, ακόμη και της προσχολικής ή πρωτοσχολικής ηλικίας, να προβληματιστεί πάνω στο φαινόμενο της ρύπανσης και καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος ή προσπαθούν να του εμπνεύσουν το σεβασμό στο γενικότερο οικοσύστημα και την αγάπη για τα ζώα και τα φυτά. Παράδειγμα, δύο ποιήματα της Θέτης Χορτιάτη και του Χάρη Σακελλαρίου αντίστοιχα. Στο πρώτο η ποιήτρια - από τις πιο αξιόλογες φωνές της παιδικής μας ποίησης - με εικόνες έντονες μας δίνει αρχικά την ευτυχία της ζωής του βυθού, που εντελώς ξαφνικά μετατρέπεται, λόγω της ρύπανσης, σε δυστυχία, με αποτέλεσμα τα καβούρια να κλαίνε απαρηγόρητα. [Το ποίημα έχει τίτλο «Μαύρο πάρτι» και ανήκει στη συλλογή «Τα μήλα τα φύλλα», που απευθύνεται σε παιδιά της προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας].
                                                     Μαύρο πάρτι
Έχουν πάρτι τα καβούρια
και κερνούνε γλειφιτζούρια
     τρέχουνε στο ένα πλευρό
     και γελάει και το νερό
κάνουνε παιχνίδια χίλια
στα χοχλάδια, στα κοχύλια
     καλεσμένος ο βυθός
     το φεγγάρι κι ο ουρανός
ο αυγερινός κι η πούλια
κι όλα τα θαλασσοπούλια
     και ο ήλιος ο χρυσός
     παίζει στο νερό το φως.
Πάνω στου γλεντιού τη φούρια
τι παθαίνουν τα καβούρια
     στολισμένα καθαρά
     στον αφρό και στη χαρά
φτάνει η πίσσα, για καζούρα
και τα λούζει στη μουτζούρα!
     Μαύρο πάρτι, μαύρα χάλια
     απ’ τα πόδια ως τα κεφάλια
τα καβούρια σε μιαν άκρια
τώρα ρίχνουν μαύρα δάκρυα...
Το δεύτερο ποίημα, γραμμένο με πολλή τρυφερότητα και αξιοσημείωτη στιχουργική δεξιοτεχνία, ανταποκρίνεται, πιστεύω, στις ευαισθησίες όλων των παιδιών αλλά και των ενηλίκων. Έχει τίτλο «Η γαϊδουρίτσα μου» και ανήκει στον πολυγραφότατο συγγραφέα και ακάματο μελετητή Χάρη Σακελλαρίου.
                                    Η γαϊδουρίτσα
Τη γαϊδουρίτσα μου έχασα
μ’ αλεύρι φορτωμένη
- τι να ’παθε η καημένη;

Τη γαϊδουρίτσα μου έχασα
σα γύριζ’ απ’ το μύλο
- θα ’χω φωνές και ξύλο...
Στο δρόμο κοντοστάθηκα
λίγο να ξαποστάσω
- πώς ήταν να τη χάσω;
Κι εκεί λαγοκοιμήθηκα
κι ύπνο γλυκόν επήρα
- Για την κακή μου μοίρα.
Ξυπνώ κι είμαι μονάχος μου
ξυπνώ κι εκείνη λείπει
- πωπώ καημός και λύπη!
Παίρνω τους δρόμους ψάχνοντας
και τα χωριά ρωτώντας
βαριομοιρολογώντας!
- Τη γαϊδουρίτσα μου έχασα
και ποιος θα μου την εύρη
κι εκείνη και τ’ αλεύρι;
Είναι κοντούλα και κουτσή
προγκάει και σκουντουφλάει
δαγκώνει και κλωτσάει.
Δεν κλαίω για τη γαϊδούρα μου
τ’ αλεύρι δε με νοιάζει
άλλος καημός με σφάζει.
Κλαίω για το πουλαράκι της
που η δύστυχη θα εγέννα
χαρά κι αυτής κι εμένα.
Τη γαϊδουρίτσα μου έχασα
κι όποιος θα μου την εύρη
χαλάλι του τ’ αλεύρι!
Μένοντας πάντα στο χώρο της σύγχρονης παιδικής μας ποίησης που εμπνέεται από το φυσικό περιβάλλον, θα ήθελα να τονίσω ότι έχουμε πολλά αξιόλογα κείμενα, δείγματα ευαισθησίας, μπροστά στα θαύμα της ελληνικής φύσης, και στιχουργικής μαστοριάς. Στα περισσότερα από τα ποιήματα αυτά το παιδί παρουσιάζεται να συνδιαλέγεται με τη φύση: με τον ήλιο, το φεγγάρι, τη θάλασσα, τα πουλιά. Όλα, όπως στο δημοτικό τραγούδι, αποκτούν ζωή, και ο ανιμισμός αυτός συμφύρεται με το χιούμορ ή και με το λεκτικό παιχνίδι.
Χαρακτηριστικό δείγμα της στάσης αυτής αποτελεί το ποίημα του Βασίλη Χαρωνίτη «Παράπονο» της συλλογής «Καλημέρα στην Άνοιξη», που προορίζεται για παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας. Εκφράζει, νομίζω, με ευφυή και παιγνιώδη τρόπο τη νοοτροπία των μικρών παιδιών, που χαίρονται τον πρωινό ύπνο, το χουζούρι του κρεβατιού.
            Παράπονο
Ήλιε, να μην ξαναβιαστείς
να’ ρθείς να με ξυπνήσεις.
Μείνε κρυμμένος στα βουνά.
Τι κι αν καθυστερήσεις;

Ύπνο εσύ δεν χαίρεσαι;
Νύχτα δεν ησυχάζεις;
Ποιος σου ’πε αξημέρωτα
τον ύπνο να ταράζεις;

Αν έρθεις θα μαλώσουμε.
Ίσως παιχτεί και ξύλο.
Τι σου ’καμα; Σε πίστευα
γι’ αληθινό μου φίλο.
Είμαι μικρός και δεν μπορώ
ήλιε μου να σε φτάσω.
Μα εγώ μεγάλος θα γενώ
και τότε... αν σε πιάσω,

θα τις πληρώσεις ήλιε μου
τις μέρες στην αράδα...
Μην πεις πως δε με ξύπναγες
από τη χαραμάδα...

Λοιπόν, να μην ξαναφανείς
πρωί και να ξυπνάμε.
Το μεσημέρι νά’ ρχεσαι,
που πάμε για να... φάμε.
Διάχυτη τρυφερότητα, εικονοπλασία και ανιμισμός διακρίνουν και το ποίημα της Ντίνας Χατζηνικολάου - αξιόλογης παρουσίας στο χώρο της ποίησης για μικρά παιδιά - που έχει τίτλο «Γαλήνη» και είναι δημοσιευμένο στη συλλογή «Χαμόγελα»
                                                    Γαλήνη
Σε μια φωλιά που σκάλωσε
σ’ αχτίδες φεγγαριού
κοιμάται το πουλί
- Αγέρι, κάνε πιο σιγά...
Θα το ξυπνήσεις!

Σε πράσινο κλαδί αγριλιάς
κοιμάται το τζιτζίκι.
Απόκαμε να τραγουδά.
- Ρυάκι φλύαρο, σιγά...
Θα το ξυπνήσεις!

Σε μοσχομύριστου ανθού
βελούδινο κλινάρι
κοιμάται η μελισσούλα.
- Ε, τριζονάκι, πιο σιγά...
Θα την ξυπνήσεις!

Το λουλουδάκι νύσταξε
κι αποκοιμήθηκε γλυκά
κάτω απ’ τ’ αστέρια.
- Δροσταλίδα, μην κυλάς...
Θα το ξυπνήσεις.
Όμως στο χώρο της φυσιολατρικής ποίησης τα σκήπτρα κατέχει ο Γιώργης Κρόκος, που μας άφησε δυστυχώς το 1997, ποιητής μεγάλου διαμετρήματος και θαυμαστής συγγραφικής ανθοφορίας, ο οποίος με την πολύχρονη δραστηριότητά του στην εκπαίδευση και τα γράμματά μας γονιμοποίησε γενικότερα την παιδική μας λογοτεχνία ανοίγοντάς της δρόμους και προσφέροντάς της οράματα. Από το μέγα πλήθος των φυσιολατρικών του ποιημάτων, σας διαβάζω ένα, που έχει τίτλο «Το κύμα» [και ανήκει στη συλλογή «Παιδικοί παλμοί» με την οποία ουσιαστικά ο Κρόκος εμφανίστηκε στην παιδική μας ποίηση]. Εδώ η απλούστατη γνώση για το φαινόμενο της βροχής γίνεται ποίηση με ανώτερη αισθητική πνοή, καθώς όλα τα άψυχα προσωποποιούνται και ο λόγος έχει μια σπάνια στιλπνότητα και εικονοπλαστική μεγαλοπρέπεια.
                    Το κύμα
- Πες μου την ιστορία σου, σύννεφο ανταριασμένο,
που τρέχεις σαν πετούμενο στων ουρανών την άπλα.
- Εγώ ήμουν κύμα του γιαλού, του γλάρου ήμουν η κούνια,
φίλος κι οχτρός του καραβιού, χαρά και Χάροντάς του,
και μ’ είδε ο ήλιος ο πυρρός απ’ τ’ ουρανού τ’ αψήλος
και ζήλεψε τη χάρη μου και την αποκοτιά μου
κι έπλεξε τις αχτίνες του, πεζόβολο ασημένιο,
και μ’ έζωσε και μ’ άρπαξε κι αχνό με πήρε απάνω,
να κάθεται σα βασιλιάς στ’ ανάερο πούπουλό μου.
Μα γω’ μαι γιος της θάλασσας και δε σκιάζει ο ήλιος.
Απλώνω τις φτερούγες μου, κλωσσώ τα’ αστροπελέκι,
και καβαλάρης στη βροχή τα ηλιόδιχτα ξεσκίζω
και να’ μαι πάλι χορευτής, τραγουδιστής, περάτης,
αλήθεια κι όνειρο μαζί, στου ωκεανού τα πλάτια.
Ανάλογη τάση, δηλαδή στροφή στον κόσμο του παιδιού και απομάκρυνση από την αποστεωμένη τυπικότητα, τον καθωσπρεπισμό και τον ωφελιμισμό, παρατηρείται και στο χώρο της θρησκευτικής ποίησης, που, πρέπει να ομολογήσουμε, ελάχιστα καλλιεργήθηκε, όπως εξάλλου και η θρησκευτική παιδική πεζογραφία για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναπτύξουμε. Πάντως, όσοι έγραψαν θρησκευτικά ποιήματα φρόντισαν αυτά να είναι προσαρμοσμένα στην ψυχοσύνθεση του σημερινού παιδιού και να ανταποκρίνονται στον ιδεολογικό προβληματισμό της εποχής και στο αίτημα για τη διαμόρφωση ενός άρτιου από κάθε άποψη ανθρώπου.
Θα σας διαβάσω δύο σχετικά ποιήματα. Το πρώτο ανήκει στη Ρένα Καρθαίου, που μαζί με τον Γιώργη Κρόκο κυριάρχησε στην παιδική ποίηση της 30ετίας 1940-1970. Η θεματολογική ανανέωση, το πηγαίο χιούμορ, το σπινθηροβόλο πνεύμα, η εικονοκλαστική δύναμη και η άριστη στιχουργία διακρίνουν και τις 4 ποιητικές της συλλογές, από τις οποίες γνωστότερη είναι η συλλογή «Χαρταετοί στον ουρανό». Το ποίημα από τη συλλογή αυτή που θ’ ακουστεί, γεμάτο παιδική αφέλεια και παιγνιώδη χάρη, ανταποκρίνεται, νομίζω, απόλυτα στη νοοτροπία του παιδιού της προσχολικης και πρωτοσχολικής ηλικίας.
Προσευχή ενός μικρού κοριτσιού
Παναγιά μου, το μωρό σου
είν’ το πιο όμορφο του κόσμου.
Αγκαλίτσα να το πάρω
λίγο δώσ’ μου.
Δεν το ρίχνω, μη φοβάσαι,
σαν και τι θα στο προσέξω.
Λίγο μόνο να το πιάσω,
να το παίξω.
Θα στο πλύνω, θα στο ντύσω,
στα χρυσά του τα μαλλιά
θα του δέσω μια κορδέλα
θαλασσιά.
Θα του κάνω μια βολτίτσα
στο περβόλι, στη λιακάδα.
Τέτοιο ολόφωτο παιδάκι
δεν ξανάδα.
Γι’ αυτό δώσ’ μου το λιγάκι
το παιδί σου να το παίξω.
Μη φοβάσαι, Παναγιά μου,
θα προσέξω.
Το δεύτερο ποίημα, άτιτλο, είναι του Γιώργη Κρόκου και ανήκει στη βραβευμένη - από τη Γ.Λ.Σ. - συλλογή του «Φυσαρμόνικες». Θα ήθελα να προσέξετε εδώ πως ποιητής, εγκαταλείποντας το είδος της εγωκεντρικής προσευχής των παιδικών μας χρόνων («Θεέ μου, βοήθησε να είμαι καλό παιδί» ή «Φύλαγε τον πατέρα και τη μητέρα μου» κλπ.) καταφεύγει σε προσευχή ύμνο στην ανθρωπιά και στην ανιδιοτελή και υψηλόφρονα αγάπη.
Θεέ μου, φώτιζέ με,
ποτές να μην παινέψω
το φως, τα λουλούδια, τ’ αστέρια
σε τυφλό μπροστάž
να μην καλέσω σε κυνηγητό
τη χελώναž
να μην κάνω το γενναίο
σε δειλούςž
να μην πουλήσω εξυπνάδα
σε φτωχό μυαλό.
Αξίωσέ με
να μην πετάξω λάσπη
σε κρίνοž
να μην κάψω φτερά πεταλούδαςž
να μη χαλάσω
ό,τι δεν μπορώ να πλάσω.
Κι αν μου δώσεις φως περίσσιο,
να το μοιράσω στα σκοτάδια του κόσμου.
Κι αν μου χαρίσεις τραπέζι στον ουρανό Σου,
να του θρονιάσω την οικουμένη.
Κι αν με κεράσεις τ’ αθάνατο νερό
να το ποτίσω στη δίψα των ψυχών
τραγούδι
και να το λεν:
Αγάπη.
Ως προς τα ποιήματα που αναφέρονται στη ζωή του παιδιού μέσα στην οικογένεια και στο σχολείο, πρέπει να πούμε ότι είναι, όπως και τα προηγούμενα, παιδοκεντρικά. Ας προσθέσουμε ακόμα ότι ο στενός δεσμός των μελών της οικογένειας, όπως και του παιδιού με το δάσκαλό του, εξαίρονται σε κάθε περίπτωση, ωστόσο το υποτακτικό παιδί της παλαιότερης ποίησης, που δεν έχει καμιά πρωτοβουλία ανήκει στο παρελθόν. Το παιδί στη νεότερη ποίηση, ιδιαίτερα της 10ετίας του ’70 κ.ε., κινείται ελεύθερα, στοχάζεται και κρίνει, παίζει με τη μοντέρνα γιαγιά κι εύχεται να κοντύνει ο παππούς, για να μπορεί να τον φτάνει, απεχθάνεται τις συμβουλές, κάνει σκανταλιές ή παίρνει ποικίλες πρωτοβουλίες. Αντιπροσωπευτικό της νέας αυτής εικόνας του παιδιού στην παιδική μας ποίηση είναι ένα ποίημα της Μαρίας Γουμενοπούλου με τίτλο «Το Ευχαριστώ» της συλλογής «Βοτσαλάκια», που εκδόθηκε πρόσφατα.
         Το Ευχαριστώ
Κάθε μέρα απ’ τη γιαγιά του
βρίσκει ο Ντίνος τον μπελά του
που το έβαλε σκοπό
να τον κάνει ευγενικό
και στιγμούλα δεν αφήνει
συμβουλές να μην του δίνει.
Χτες λοιπόν πρωί πρωί
τον καθίζει στο σκαμνί
κι αρχινά να του μαθαίνει
πως το ευχαριστώ να βγαίνει
μέσα μέσα απ’ την καρδιά
ώστε να’ χει ζεστασιά.
Κάνει τότε αυτός αρχή
και με δυνατή φωνή
λέει ένα, λέει δύο
λέει δέκα ευχαριστώ
μα κανένα απ’ όσα λέει
τη γιαγιά δεν την εμπνέει.
Όχι έτσι, πες το αλλιώς.
Λέγετο όλο, μην το τρως.
Πιο αργά, πιο δυνατά
λίγο πιο εκφραστικά.
Όχι τούτο, όχι κείνο
αχ κακόμοιρέ μου Ντίνο!
Ο παππούς κάποια στιγμή
που κοιτούσε τη σκηνή
στη γιαγιά βάζει φωνές:
Πάψε πια τις συμβουλές.
Άσ’ το το παιδί να τρέξει
να βρει φίλους και να παίξει.
Η χαρά του Ντίνου τόση,
που φιλάκι πάει να δώσει
στον παππού του τον καλό
και του λέει ευχαριστώ.
Μα ένα ευχαριστώ, Θεέ μου,
πιο καυτό κι απ’ τον καφέ μου
Βλέπεις, βγήκε απ’ την καρδιά του,
όπως έλεγε η γιαγιά του.
Το νέο ρόλο της γιαγιάς, της αιώνιας αγαπημένης των παιδιών, όπως τουλάχιστο τον επιθυμεί το παιδί της εποχής μας, φανερώνει ένα άλλο ποίημα της ίδιας συλλογής με τίτλο «Η γιαγιά».
         Η γιαγιά
Η γιαγιά μας η καλή
ούτε κότες στην αυλή
ούτε χήνες μεγαλώνει
ούτε κάλτσες μας μπαλώνει.
Η γιαγιά μας παίζει πιάνο.
Ταχτικά με αεροπλάνο
ταξιδεύει, κολυμπάει
και στο τένις λέει θα πάει.
Μα τη γλύκα της καρδιάς
και το μέλι της ματιάς
τα’ χει όπως κι οι καλές
οι γιαγιάδες οι παλιές.
Αγαπάει κάθε εγγόνι
ως κι εκείνο που δαγκώνει.
Απαλά, απαλά χαϊδεύει
τρυφερά μας συμβουλεύει
κι όταν βρίσκεται κοντά  μας
πανηγύρι έχει η καρδιά μας.
Τη νοοτροπία του μικρού παιδιού της εποχής μας, παιδιού απαιτητικού και γνήσιου τέκνου της καταναλωτικής μας κοινωνίας, διατυπώνει ένα τρισχαριτωμένο ποίημα της Ντίνας Χατζηνικολάου με τίτλο «Τηλεφώνημα στο μπαμπά» [της συλλογής «Το βιβλίο της Μυρτώς»] προορισμένο για μικρά παιδιά.
     Τηλεφώνημα στον μπαμπά
Καλημέρα πατερούλη!
Στο γραφείο είσαι ακόμα;
Μην ξεχάσεις να μου φέρεις
μια κορδέλα θαλασσιά,
μία ξύστρα, μία γόμα,
μολυβάκια και χαρτιά.
Τα ’γραψες; Α, μην ξεχάσεις,
ζωγραφιές, ένα χτενάκι,
καραμέλες, σοκολάτα
και κραγιόνια. Μόνο αυτά...
Πάρε μου κι ένα κουκλάκι,
αν σου φτάνουν τα λεφτά.
Ως προς τα κείμενα που αναφέρονται στην πατρίδα, δεξιοτέχνης αξεπέραστος αναδείχθηκε ο Κρόκος, δεν έλειψαν όμως και άλλοι ποιητές που ύμνησαν την Ελλάδα άλλοτε απλά, για να είναι κατανοητοί στα μικρά παιδιά, και άλλοτε με λυρική πνοή και συνδυάζοντας τον εγκωμιασμό της ελληνικής φύσης με την αναγωγή στην ιστορία. Ένας τέτοιος λυρικός ποιητής, ποιητής όμως για νέους και όχι για μικρά παιδιά, υπήρξε ο Κύπριος Παύλος Κριναίος, που έφυγε από τη ζωή το 1986. Η πατριδολατρική του ποίηση συγκινεί βαθιά και όταν είναι δοξαστική και με υψωμένο τόνο και όταν είναι χαμηλόφωνη, τρυφερή και εντελώς ανθρώπινη.
Στο ποίημα του «Δοξαστικό του Αιγαίου» της συλλογής «Η χορωδία των νερών», με στίχους κρουστούς και ρωμαλέα λυρική πνοή θα υμνήσει το Αιγαίο, που κατά τον Ελύτη κατέχει όλες τις αξίες του ελληνισμού και συγκεφαλαιώνει την ελληνική παράδοση, γράφοντας μεταξύ άλλων:
Η Κυθερία γυμνή κι αφροστεφάνωτη
ιδέα και φως στο κύμα ανεβαίνει
και την υμνούν οι ουρανοί κι οι θάλασσεςž
... Χαίρε Αφροδίτη, Ελλάδα Κεχαριτωμένη.
 Στο ποίημα «Η αληθινή πατρίδα για τον ξενιτεμένο» ο λυρισμός του αποκτά μιαν διεισδυτική αμεσότητα, καθώς αποπνέει βαθιά ανθρωπιά και γνήσια αισθαντικότητα.
    Η αληθινή πατρίδα για τον ξενιτεμένο
Η πατρίδα είναι η βρύση, το ζεστό παραγώνιž
ό,τι κλαίει κι ανθίζει στη λυπημένη καρδιά σουž
το δυοσμαρίνι στη γλάστρα, το γιασεμί στο μπαλκόνι.
Ό,τι λέει και θυμάται η πικρή ξενιτιά σου.
Η πατρίδα είναι η γη σου, τ’ αγιασμένο της χώμα
τ’ αυλοπόρτι π’ ανοίγει με την πρώτη ηλιαχτίδαž
τ’ ανυπόκριτο βλέμμα, το γλυκομίλητο στόμαž
το ραβδί του παππού σου, της γιαγιάς σου η ρυτίδα.
Η πατρίδα είναι η στέγη, ο καπνός που σγουραίνειž
το ψωμί που ευωδιάζει, το μαγγάνι που τρίζειž
η πατρίδα είναι η μνήμη, η Μαριγώ, η Ελένη,
η γερόντισσα μάνα που σ’ ευλογεί και δακρύζει.
Η πατρίδα είναι οι τάφοι, το μικρό κοιμητήρι,
οι σταυροί του από ξύλο, χιαστί ελατίσιο.
Η πατρίδα είναι η νιότη, που χαμογελά και σου γνέφει
... Ξαναγύρισε πίσω... Ξαναγύρισε πίσω...
Αλλά η θεματολογία της σύγχρονης παιδικής μας ποίησης δεν εξαντλείται σε όσα ως τώρα μας απασχόλησαν. Τα κοινωνικά θέματα, οι εξελίξεις στο διάστημα, ο τεχνολογικός πολιτισμός και ο αφύσικος τρόπος ζωής που επέβαλε η παρουσία της μηχανής, ο πόλεμος, η ειρήνη, τα μεγάλα πανανθρώπινα αιτήματα της αγάπης και συνεργασίας των λαών, της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης απασχολούν τη νεότερη παιδική μας ποίηση. Και μιλάει για τα θέματα αυτά άλλοτε με τρόπο που ανταποκρίνεται στη μυθοπλαστική σκέψη των μικρών παιδιών και άλλοτε με τρόπο σύστοιχο προς τις απαιτήσεις και τις ανησυχίες των μεγαλύτερων παιδιών με την προϊούσα διανοητική ανάπτυξη και τις ανάλογες ψυχικές μεταλλαγές.
Διαβάζω χωρίς σχόλια δύο ποιήματα για τις εξελίξεις στο διάστημα και τα όνειρα που αυτές δημιουργούν στο παιδί. Το ένα είναι της Θέτης Χορτιάτη και απευθύνεται σε παιδιά προσχολικής ηλικίας και το άλλο είναι του Χάρη Σακελλαρίου για παιδιά του Δημοτικού Σχολείου.
  Το κουκί και το ρεβίθι
Στο δικό μας τον καιρό
λεν αλλιώς το παραμύθι
«το κουκί και το ρεβίθι»
στα σημερινά παιδιά:
«Πύραυλος είν’ το κουκί
αστροναύτης το ρεβίθι
το φεγγάρι κολοκύθι
παίζουν την κολοκυθιά.
Πάρκο είν’ ο ουρανός
και τ’ αστέρια χαμομήλια
τρων οι πύραυλοι τα μίλια
είμαστε μια γειτονιά
στο παιχνίδι όλοι μαζί
πάνω χέρι, κάτω χέρι
το ρεβίθι σ’ έν’ αστέρι
κοπανάει μια κουτουλιά».
  Ταξίδι στ’ αστέρια
Φεγγάρι μου ασημένιο
αστέρια μου χρυσά
που λάμπετε στα ουράνια
με κάλλη περισσά
πότε κι εγώ κοντά σας
ν’ ανέβω θα μπορώ
στο μαγικό σας κόσμο
που τόσο λαχταρώ;
Στον Άρη να πετάξω
να φτάσω στον Ερμή
τον Κρόνο να ρωτήσω
ζώνες γιατί φορεί.
Το Δία να χαιρετήσω
και τον Αυγερινό
της Πούλιας τα διαμάντια
στα χέρια να κρατώ.
Πώς θα ’θελα αστροναύτης
μια μέρα να γινώ
με πύραυλους να σκίζω
τον άπειρο ουρανό.
Σαν αστραπή να φεύγω
στου ονείρου τα φτερά
για τ’ άπιαστα κι ωραία
για φως και για χαρά!
Στο ποίημα «Σύγχρονα νανουρίσματα» της συλλογής «Σαράντα χαμόγελα» ο Δημήτρης Μανθόπουλος, από τους αξιολογότερους εκπροσώπους της σύγχρονης παιδικής μας ποίησης, που, όπως έχει λεχθεί «κατόρθωσε να τοιχογραφήσει όλο τον κοινωνικό προβληματισμό του καιρού του» σατιρίζει με σκληρότητα την εποχή μας, αλλά και με διάθεση ειρωνείας, που εκλύεται από τη μίμηση του ύφους των λαϊκών νανουρισμάτων.
  Σύγχρονα νανουρίσματα
Σιγήστε, τανκς και πύραυλοι
σ’ Ανατολή και Δύσηž
κοιμάται το παιδάκι μου
και τρέμω μην ξυπνήσει.
Κοιμάται το παιδάκι μου,
καλέ μου «καμικάζι»,
παρακαλώ σε μην πατάς
τόσο πολύ το γκάζι.
Τραβήξου «νέφος», να χαρείς,
απ’ το προσκέφαλό του,
να γίνει ανθός η ανάσα του,
γαλάζιο τ’ όνειρό του.
Κοιμήσου, αστρί, κοιμήσου, αυγή
και ξαγρυπνώ στο γόναž
μια μάσκα σου παράγγειλα
αντισφυξιογόνα.
      ............................................................
Κοιμήσου, γλυκολάλητη
γαλιάντρα συ, ακριβή μας,
στο χαρωπό σπιτάκι μας,
μες στο... χρυσό κλουβί μας.
Την ίδια σκληρή ειρωνεία, αλλά σε πιο ανάλαφρο τόνο, εφόσον απευθύνεται σε μικρά παιδιά για τον αφύσικο τρόπο ζωής, που επέβαλε ο αιώνας μας, περιέχει και το επόμενο ποίημα της Ρένας Καρθαίου από τη συλλογή «Τα πουλιά της Ιεριχώς».
 Ο μοντέρνος σπουργίτης
Είμαι ο κύριος Σπουργίτης
κι’ από δω ’ναι η Σπουργιτίνα.
Ήρθαμε από το χωριό μας
για τα ψώνια στην Αθήνα.
Θα ψωνίσουμε φωλίτσα
πλαστική, να μη χαλάηž
κι’ ένα πλαστικό δεντράκι,
ίσκιο πάντα να κρατάηž
Θα αγοράσουμε αυγουλάκια
έτοιμα, συνθετικά,
για να βγάζουν και τα παιδιά μας
ένα είδος πλαστικά.
Φτάνουν οι έγνοιες κι οι σκοτούρεςž
η εποχή μας πλέει στα ρόδα.
Κελαϊδούνε τα τρανζίστορ,
τα πουλιά δεν είναι μόδα.
Κι έτσι, κι η δουλειά θα λείψη
και θα την περνούμε φίνα,
στο χωριό ζωή και κότα,
ξάπλα εγώ κι η Σπουργιτίνα.
Τη φρίκη του πολέμου, και μάλιστα, σε αντίθεση με τα αγαθά της ειρήνης, αποτυπώνουν μερικά μικρά ποιήματα του Διονύση Τροβά, ενός ολιγογράφου αλλά εξαίρετου τεχνίτη του στίχου. Διαβάζω δύο από αυτά, δημοσιευμένα στη συλλογή «Δίπτυχο».
                                                            1.
Χαρούμενο παντού βουητό
και το σκολειό θαρρείς μελίσσι,
φωνές, τραγούδι, αλαλητόž
... ο πόλεμος δεν είχε αρχίσει.
Τώρα βουβάθηκε κι αυτό
κι όλα τριγύρω ρημαγμένα
κι ο γκιώνης μ’ αναφιλητά
στα κεραμίδια κλαίει θλιμμένα.
            2.
Σπατελεμένα, ηλιοφιλιά
σε χρυσοθάλασσα από στάχυ
και μες στον κάμπο η κοπελιά
έχει νοτίσει από τ’ αμάχι.
Μ’ αχ! Πού’ ναι εκείνη η εποχή.
Κανείς πια φέτο δε θερίζει
και του χινόπωρου η βροχή
σταυρούς που φύτρωσαν ποτίζει.
Στην Ειρήνη, που αναδεικνύεται σε θεά-μητέρα της καλοσύνης, της χαράς και της αγάπης, είναι αφιερωμένο και ένα ποίημα της αλησμόνητης Ευγενίας Πετρώνδα.
   Το τραγούδι της Ειρήνης
Έλα, ουρανόσταλτη θεά,
γαλανομάτα Ειρήνη,
φέρε στον κόσμο τη χαρά,
φέρε την καλοσύνη.
Κλαδί ελιάς εσύ κρατάς
στ’ ολόλευκό σου χέρι
και στ’ άλλο το λευκόφτερο
αγάπης περιστέρι.
Διώξει μακριά τον πόλεμο,
τις έχθρητες, τα μίση,
αγάπης ανθολούλουδα
η πλάση να γιομίσει.
Κι η γη με την Ειρήνη
παράδεισος να γίνει.
Κι η γη με την Ειρήνη
παράδεισος να γίνει.
Ως προς τη μορφολογία της σύγχρονης παιδικής ποίησης, παρατηρούμε ότι τα μέτρα που προτιμώνται είναι ο ίαμβος και ο τροχαίος, κυρίως όμως ο δεύτερος, ενώ οι στροφές αρχίζουν από το δίστιχο και φτάνουν ως το οκτάστιχο. Σονέτα έχει γράψει μόνο ο Διονύσης Τροβάς. Ο εθνικός μας στίχος, ο ιαμβικός 15σύλλαβος, έχει χρησιμοποιηθεί από αρκετούς με επιτυχία, κατεξοχήν όμως από τον Γιώργη Κρόκο, που οπωσδήποτε αποτελεί το «ιερόν τέρας» γενικότερα της παιδικής μας λογοτεχνίας. Η ομοιοκαταληξία, σε όλες τις γνωστές της μορφές, υπάρχει στα περισσότερα  κείμενα, ωστόσο δεν δεσμεύει τους αξιολογότερους ποιητές - για παράδειγμα, τον Κρόκο και τον Μανθόπουλο - που έγραψαν με επιτυχία τόσο σε ανομοιοκατάληκτο έμμετρο στίχο, όσο και σε ελεύθερο. Τον τελευταίο καλλιέργησε με ιδιαίτερη επιτυχία η Χρυσούλα Σαμίου-Σκανδάμη, η οποία έχει προσφέρει ποιήματα παλλόμενα από γνήσια συγκίνηση και πλούσια σε σύγχρονο προβληματισμό και μηνύματα. Νέους εκφραστικούς τρόπος έχει εισαγάγει η Χρυσούλα Χατζηγιαννιού, τιμημένη με βραβεία και επαίνους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε μια ποίηση με λόγο αστραφτερό και πλούσιο σε εικόνες, όπως είναι λ.χ. το εφτάστιχο:
Κατέβη η νύχτα
και φόρεσαν τα θολά της πέπλα οι κάμποι.
Και τα όρη
πλημμυρούν φωτός κροντήρι.
Λάμπει και περπατεί στον ουρανό
των αστεριών
το πανηγύρι.
Ας προσθέσουμε στο όσα λέχθηκα ως τώρα και κάποια άλλα στοιχεία. Την τελευταία 15ετία στο χώρο της παιδικής μας λογοτεχνίας εμφανίστηκε ένα νέο είδος ποίησης, τα λίμερικ, που έγιναν γνωστά από το βιβλίο του Σεφέρη «Ποιήματα με ζωγραφιές για παιδιά» (1975). Εισηγητής του είδους ο Eduard Lear, που στηρίχθηκε σε παραδοσιακές λαϊκές φόρμες. Στην ελληνική τα λίμερικ είναι γνωστά και με τις ονομασίες «ληρολογήματα» ή «παιχνιδόλεξα». Πρόκειται για ποιήματα με σταθερή μορφή. Αποτελούνται δηλαδή από 5 στίχους, από τους οποίους ο πρώτος ομοιοκαταληκτεί με το δεύτερο και τον πέμπτο, ενώ ο τρίτος με τον τέταρτο. Ο πέμπτος στίχος είναι πάντα μια παραλλαγή του πρώτου. Πέρα από τη στιχουργική τους μορφή, τα λίμερικ έχουν ως κύριο γνώρισμά τους τη σύζευξη του λογικού με το παράλογο, του πιθανού με το απίθανο, και στόχο τους τη δημιουργία χιούμορ και την καλλιέργεια της λογοπλασίας και της φαντασίας του μικρού παιδιού [Γενικότερα, τα λίμερικ ανήκουν στα λεγόμενα «άλογα ποιήματα» με τα οποία, ως γνωστόν, έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα κυρίως ο συνάδελφος κ. Σκαρτσής και πρόσφατα σε αυτοτελές μελέτημα ο επίσης συνάδελφος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ανδρέας Καρακίτσιος]. Εκτός από τον Σεφέρη λίμερικ έχουν γράψει η Άλκηστις Κοντογιάννη, μαθήτρια του Gianni Rodari, η Λιάνα Αρανίτου, η Καίτη Σταθούδη, ο Φώντας Λάδης κ.ά. Δίνω ένα δείγμα του ποιητικού αυτού είδους από τη συλλογή της Λιάνας Αρανίτου «19 παράλογα κι ένα με δύο άλογα».
Ένας σκαντζόχοιρος χοντρός που έμενε στα Σπάτα
έτρωγε μόνο αυγά και τα ’θελε μελάτα
... έπινε όμως τα αυγά σα ’νάτωνε νεράκι
κι απ’ τα πολλά του τα κιλά έμοιαζε γουρουνάκι
ο Λαιμαργοσκαντζόχοιρος που έμενε στα Σπάτα.
Παρά το ότι εκφράστηκαν κάποιες αντιρρήσεις, οι περισσότεροι μελετητές αντιμετωπίζουν θετικά τα λίμερικ. Ο Gianni Rodari τα θεωρεί ως ιδανικό ποιητικό είδος στη σχολική τάξη, τόσο ως απαγγελία-ακρόαση, όσο και ως τρόπο δημιουργικής έκφρασης των παιδιών. Και μάλιστα, στο βιβλίο του «Η γραμματική της φαντασίας» προτείνει ειδικούς τρόπους δημιουργικής αξιοποίησής τους. Στην «άλογη ποίηση» ανήκουν και τα ποιήματα που παρουσίασε το 1986 η Θέτη Χορτιάτη στη συλλογή της «Παιχνιδόλεξα», τα οποία όμως δεν έχουν σταθερή στιχουργική μορφή. Η ποιήτρια δίνει στιχουργικές ενότητες με διαφορετική κάθε φορά μορφή. Η Χορτιάτη, σημαντικότατη παρουσία γενικότερα στην παιδική λογοτεχνία μας, έχει δημοσιεύσει δύο ακόμη συλλογές με παρόμοια ποιήματα: «Παιχνιδόγελα» και «Αλέξης ο Παλαβαλέξης». Τι είναι ακριβώς τα «Παιχνιδόλεξα», μας το εξηγεί η ίδια η Χορτιάτη στην εισαγωγή της ομότιτλης συλλογής: «Παίζω - γράφει - σ’ ένα κυνηγητό λέξεων, ήχων, ρυθμών, σκαλίζοντας μέσα στους θησαυρούς της γλώσσας μας. Ο σκοπός μου είναι να αναδειχθεί, να αναπτυχθεί η λέξη, να φανούν οι παράγωγες λέξεις, οι οικογένειες λέξεων, ομώνυμα, λέξεις που έχουν το ίδιο θέμα ή το ίδιο συνθετικό σε μια γλωσσική σύνθεση με λεξίγριφους, μαγικές εικόνες, μέσα σε καινούριες και παλιές τυποποιημένες φράσεις του ελληνικού λαού». Δίνω μερικά δείγματα από τη συλλογή «Παιγνιδόλεξα».
Η γιαγιά ψωμί ζυμώνει
και στο σπίτι ζει μόνη,
μαγειρεύει και φακή
τα γυαλιά της δυο φακοί.
        (παιχνίδι με τα ομώνυμα)
          *
Τριγύρω στα πορτόφυλλα
και στα παραθυρόφυλλα
σταφύλια κληματόφυλλα
τριαντάφυλλα εκατόφυλλα
βροντούν παραθυρόφυλλα.
(παιχνίδι συνθέτων με β΄ συνθετικό το φύλλα)
Η Χορτιάτη εκμεταλλεύεται το παράλογο και το απίθανο, που προκύπτει από τη συντακτική συσχέτιση συγγενών ηχητικά, αλλά άσχετων εννοιολογικά λέξεων, όπως συμβαίνει στα λαϊκά παιδικά ποιήματα, που αρέσει στα παιδιά να τα παίζουν στις αυλές των σχολείων και στις γειτονιές. Δίνω ένα δείγμα
Πελεκάω να κάνω
έναν πελεκάνο
πελεκάω με το πελέκι
πελεκάνο και λελέκι
ρίχνω κάτω πελεκούδια
σαν μικρά πελεκανούδια
έγινε ο λέλεκας
και γελάει ο πέλεκας.
Πέρα από τα λίμερικ και τα παιχνιδόλεξα της Θέτης Χορτιάτη, εντελώς πρόσφατα εμφανίστηκαν τα πεζόμορφα ποιήματα αφηγηματικού χαρακτήρα σε ελεύθερο στίχο και με έντονες συνήθως ποιητικές εικόνες. Τέτοια ποιήματα έχουν γράψει η Μάρω Λοΐζου, η Σοφία Μαντούβαλου, η Βούλα Αρβανιτίδου και η Βάσω Ψαράκη.
Τελειώνοντας την περιήγησή στο χώρο της σύγχρονης παιδικής μας ποίησης, θεωρώ καθήκον μου να τονίσω τούτο: Όλη αυτή η ανθοφορία σε στίχους θα ήταν αδύνατη χωρίς την παρουσία της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (Γ.Λ.Σ.), ενός σωματείου που ιδρύθηκε το 1960 και ως στόχο έχει τάξει την άνοδο της ποιότητας της παιδικής μας λογοτεχνίας μέσα στο πλαίσιο της ελληνικότητας. Στο διάστημα των 40 χρόνων από την ίδρυσή της, με τους ετήσιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς που προκηρύσσει και τα βραβεία που απονέμει έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς, άγνωστους αρχικά, πεζογράφους και ποιητές, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και να αναδειχθούν. Για μερικούς από τους πιο γνωστούς ποιητές, όπως ο Γιώργης Κρόκος, ο Δημήτρης Μανθόπουλος, ο Παύλος Κριναίος, η Ντίνα Χατζηνικολάου, η Μαρία Γουμενοπούλου και η Θέτη Χορτιάτη, η Γ.Λ.Σ. υπήρξε το φυτώριο, αυτή τους έδωσε την ευκαιρία να ανοίξουν τα φτερά τους.
Κυρίες και κύριοι,
Ελπίζω να έγινε φανερό ότι η σύγχρονη παιδική μας ποίηση αφουγκράζεται, όσο το επιτρέπει η ιδιοτυπία της, τον παλμό της εποχής μας και αγκαλιάζει όλο το εύρος του προβληματισμού της. Γι’ αυτό άλλωστε, πολλά από τα παιδικά ποιήματα, που ανήκουν σε σύγχρονους δημιουργούς, έχουν ήδη εισαχθεί στα σχολικά εγχειρίδια του Δημοτικού. Όλα αυτά τα κείμενα - μαζί με τα κείμενα των μεγάλων της ποίησής μας και τα αριστουργήματα της δημοτικής μας ποίησης - εισάγουν βαθμιαία τους νεαρούς αναγνώστες στο ποιητικό φαινόμενο, τους καλλιεργούν γλωσσικά και συναισθηματικά και τους προετοιμάζουν για το ρόλο του επαρκούς αναγνώστηž του ανθρώπου, δηλαδή, που έχει το προνόμιο να απολαμβάνει την ευτυχία που προσφέρει ο γοητευτικός κόσμος των ρυθμών και των μέτρων.
Η αναγκαιότητα της παιδικής ποίησης, μιας ποίησης εξαιρετικά απαιτητικής και ιδιότυπης, είναι προφανής, ωστόσο υπάρχει μέγας κίνδυνος να σιγήσει, εφόσον οι εκδοτικοί οίκοι αρνούνται γενικά να εκδίδουν ποιητικές συλλογές, που αποδεδειγμένα δεν παρουσιάζουν αγοραστικό ενδιαφέρον.
Ελπίζω όμως ότι τελικά η παιδική ποίηση θα επιζήσει, επειδή και για το παιδί, που όλοι ονειρευόμαστε να πλάσουμε άρτιο άνθρωπο, ο ποιητικός λόγος, αποτελεί αναγκαιότητα. Και νομίζω πως σ’ ένα συμπόσιο αφιερωμένο στην ποίηση θα ήταν χρήσιμο να ακουστεί και πάλι μια αλήθεια, έστω και με απλά λόγια ειπωμένη. Σε ένα παιδικό του ποίημα ο Γιώργης Κρόκος, αντιμετωπίζοντας ρηξικέλευθα το γνωστό μύθο του Αισώπου για το τζίτζικα και το μυρμήγκι, γράφει:
Ο μέρμηγκας στο τζίτζικα
που λάλαγε στα κλώνια
του φώναξε: «Σε χαίρομαι
που τραγουδάς αιώνια.
Ο κόσμος, φίλε τζίτζικα,
άδικα σ’ έχει βρίσει.
Αλλίμονό του πούζησε
χωρίς να τραγουδήσει».





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου