ΑΜΠΑΤΖΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ΔΗΜΟΥ) ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ «ΤΑ ΧΑΙΡΕΤΗΜΑΤΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ»

 



ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ  ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ΔΗΜΟΥ) ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
                            ΜΕ ΤΙΤΛΟ :«ΤΑ ΧΑΙΡΕΤΗΜΑΤΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ»
 
                                       ΟΜΙΛΙΑ   ΓΕΩΡΓΙΟY  ΑΜΠΑΤΖΗ
                       ΔΙΚΗΓΟΡΟY ε.τ. – Πρώην επίτιμου πρόξενου της Ο.Δ. Γερμανίας
                                 ΣΤΗ  ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΤΡΩΝ
                                                      (22 Νοεμβρίου 20170)
 
 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.   
 
 
 
 
 
 
 : Αξιότιμες κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλες και φίλοι. Θέλω να ευχαριστήσω κατ’ αρχήν τον αγαπητό Πρόεδρο, το Λεωνίδα το φίλο, για την ευκαιρία που μου έδωσε να παρουσιάσω σήμερα το βιβλίο ενός πολύ δημιουργικού ανθρώπου. Παράλληλα θέλω να παρουσιάσω και τον ίδιο τον άνθρωπο το Δήμο το Νικολόπουλο, ο οποίος με επέλεξε για να κάνω αυτή την παρουσίαση. Δεν σας κρύβω ότι, όταν κλήθηκα να παρουσιάσω το βιβλίο και να το διαβάσω, είχα μία επιφύλαξη, το προσέγγισα με κάποια επιφύλαξη, είναι μία σειρά χρονογραφημάτων. Το χρονογράφημα από την ίδια τη φύση του έχει μία εφήμερη υπόσταση αφενός και αφετέρου έχει και μία επιδερμική αντιμετώπιση. Δεν είναι έργο εμβριθές για να πεις ότι θα κάνεις κάποια ανάλυση. Όταν όμως έκλεισα το βιβλίο άλλαξα εντελώς άποψη. Θα σας εκμυστηρευθώ ένα βίωμα δικό μου. Όταν έκλεισα το βιβλίο, γύρισα στα παιδικά μου χρόνια, στα Προσφυγικά της Πάτρας, τότε που δεν είχαμε ούτε τηλεόραση ούτε ραδιόφωνο και περιμέναμε την κυρά Αντωνία, μία Μικρασιάτισα να μας πει τα παραμύθια της. Τα παραμύθια που έφερναν όλο τον αέρα και τα χρώματα της Ανατολής. Και εμείς κοιμόμασταν το βράδυ ευτυχισμένοι που είχαμε αυτές τις παραδεισένιες εντυπώσεις. Δεν σας κρύβω ότι αυτό αποτέλεσε και τη βάση της παιδείας μας, όχι της στεγνής, της ξερής παιδείας, αλλά της συναισθηματικής, της βαθιά ανθρώπινης παιδείας, η οποία μας κράτησε και στα μετέπειτα δύσκολα χρόνια. Τα ίδια συναισθήματα ένοιωσα και όταν έκλεισα το βιβλίο του Δήμου. Γιατί; Γιατί εκείνο που διακατέχει όλα τα χρονογραφήματα, είναι μία βαθιά συναίσθηση ανθρωπιάς. Μία μυθολογική προσέγγιση της φύσης, μία αγάπη για τον πλησίον και μία θρησκευτικότητα που δεν είναι απομονωμένη από την κοινωνία, αλλά αποτελεί μία ενότητα, μία στάση υπαρξιακή, η οποία δικαιώνει την ίδια την υπόσταση του ανθρώπου.
Να πω δυό λόγια για το βιβλίο. Αποτελείται από θεματικές ενότητες. Θεματικές ενότητες που αποτελούν μάζεμα χρονογραφημάτων, δημοσιευμένων και μη, και αναφέρονται στη θρησκεία, τη φύση, την ιστορία και τα ζέοντα κοινωνικά προβλήματα του καιρού μας. Αυτές είναι οι βασικές θεματικές ενότητες. Αν κανείς διαβάσει το βιβλίο θα δει με πόσο βαθιά γνώση, διεισδυτική κριτική παρουσίαση, αλλά και αισθητική τελειότητα παρουσιάζει τα θέματά του. Επίκεντρο: Η ιδιαίτερη πατρίδα του. Ο πανέμορφος Πλάτανος Αιγιαλείας. Και μέσα σε αυτόν οι άνθρωποί του. Οι άνθρωποι που γνώρισε, οι συντοπίτες του, αυτοί που μείναν στο χωριό με τη ρυτιδωμένη όψη και με την αγνή καρδιά και αυτοί που φύγαν και ξενιτευτήκαν και ξαναγυρίσανε στην πατρίδα τους, στον Πλάτανο, και αποτελούν για το Δήμο το ανθρώπινο στοιχείο πάνω στο οποίο έπλασε όλα αυτά τα δημιουργήματά του. Νομίζω ότι ένα από τα βασικά στοιχεία που πρέπει να ερευνήσουμε είναι τα κίνητρα του Δήμου. Γιατί συνέγραψε αυτά τα χρονογραφήματα και γιατί τα δημιούργησε σαν βιβλίο. Τα κίνητρά του είναι τρία. Και προκύπτουν με τρόπο διάφανο από την ανάγνωση του βιβλίου, αλλά και από τις εξομολογήσεις του ίδιου του συγγραφέα. Το πρώτο : Είναι η βαθιά αίσθηση ευθύνης του, ως μέλους της κοινωνίας απέναντι σε μία ιστορική πορεία που την διατρέχουν στιγμές μεγαλείου, συμφορών και που σήμερα κατατρύχεται από βαθιά οικονομική κρίση. Ήδη από τις εισαγωγικές σκέψεις που παραθέτει τονίζει τα εξής, (διαβάζω από το βιβλίο του) : «τα χρονίζοντα και άλυτα προβλήματα στην περιοχή μας με άγγιζαν και ήθελα να τα πλησιάσω και να προβώ σε δέουσες ενέργειες για την επίλυσή τους. Αιωρούμενα προβλήματα, που ταλανίζουν τους ανθρώπους και υποβαθμίζουν την καθημερινότητά τους. Αυτά ακριβώς υπήρξαν για μένα γενεσιουργά αίτια να ασχοληθώ αυτοπροαίρετα και να εκφέρω γνώμη δια ζώσης ή με τη γραφή μου ή με την πένα μου.» Και παρακάτω : «το γράφειν είναι για μένα θαλπωρή, παραμυθία, ταξίδι ρέμβης, ώριμος καημός, υπενθύμιση χρεών μου προς τους συνανθρώπους μας, χορταστική πνοή μου και κατάθεση ψυχής μου.» Και παρακάτω μας πάει πολύ βαθιά στην ιστορική παράδοση, μας πάει στα λεγόμενα του Θουκυδίδη, εκείνο το «ουκ απράγμονα αλλ' αχρείον ηγούμεθα», και γράφει, τότε λογαριαζόταν ως άχρηστος, αχρείος, κατά τον γνωστό απόφθεγμα του Θουκυδίδη, όποιος δεν έπαιρνε μέρος στα κοινά. Παράλληλα όμως κάνει μία επισήμανση πολύ σημαντική. Και λέει, ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει άχρηστον όχι όποιον δεν πολιτευόταν, με την έννοια που δίνουμε σήμερα σ’ αυτή τη λέξη, αλλά όποιον δεν μετείχε ενεργά σε όλες τις λειτουργίες της πολιτείας σαν άρχων ή σαν αρχόμενος. Το ένα λοιπόν στοιχείο, όπως προαναφέρθηκε, είναι η κοινωνική ευθύνη του συγγραφέα. Η ανάγκη του να πει μερικά πράγματα στους ανθρώπους, να εκφράσει τη σκέψη του, να καθοδηγήσει σαν δάσκαλος που είναι, με τρόπο όμως όχι διδασκαλικό αλλά με τρόπο διδακτικό αγάπης, πατρικό. Το δεύτερο κίνητρό του ήταν μια πηγαία ανάγκη, ανάγκη να υμνήσει την ομορφιά και τις φυσικές καλλονές του τόπου του, ένα αντίδωρο στη μάνα φύση που του έδωσε την δυνατότητα να χαρεί, να απολαύσει μόνος του και μαζί με τους συντοπίτες του αυτήν την εκπάγλου ωραιότητας φύση. Πράγματι όποιος έχει πάει στον Πλάτανο θα έχει μείνει άφωνος από την ομορφιά του τοπίου, το βουνό και τη θάλασσα, τη φύση, τα δέντρα, το δάσος και όλα αυτά. Θέλω να επισημάνω ότι η φύση για τον Δήμο δεν είναι ένα στοιχείο αντικειμενικό, ουδέτερο, αποξενωμένο. Η φύση είναι μια άρρηκτη ενότητα με την ύπαρξή του. Είναι ένα στοιχείο που τον κάνει να αγκυρώνεται σε αυτή τη ζωή, να μην έχει προβλήματα υπαρξιακά. Γράφει σε ένα σημείο : δεν ξέρω πώς να λεξιντύσω και τι επιθετοαμφιέσεις, (είναι και γλωσσοπλάστης), να βάλω και να φορέσει αυτός ο ευλογημένος και ήρεμος τόπος που ακούει στο όνομα και λέγεται Πλάτανος Αιγιαλείας. Με επιφύλαξη, και ίσως τον αδικώ, όταν τον ονομάσω ελβετικό τοπίο. Θα μείνω λίγο σε αυτό. Κάνει μία σύγκριση ελβετικού τοπίου και του τοπίου του Πλατάνου. Και καταλήγει: μάλλον τον αδικώ. Γιατί το ελβετικό έχει άφθονα θέλγητρα που ελκύουν τα μάτια να στέκονται και να σιτίζονται με κάλλη και πανεμορφιές.
Επέκεινα δεν υπάρχουν για να σταθεί … ο επισκέπτης ή ο περιηγητής του. Εδώ υπάρχει ένα πολύ μεγάλο υπαρξιακό μυστικό για το Δήμο. Η φύση σαν ένα στοιχείο που δικαιώνει την ύπαρξη. Η αγκύρωση του ανθρώπου στο εδώ και στο τώρα. Η χαρά που δίνει η ομορφιά της φύσης να δικαιώνει την ίδια την ύπαρξη, να δικαιώνει την ίδια τη ζωή. Μας θυμίζει εδώ λίγο πολύ τους μεγάλους δημιουργούς μας, δεν θέλω να τους συγκρίνω σε λογοτεχνική αξία, να μην παρεξηγηθώ, αλλά το περιεχόμενο όμως είναι το ίδιο. Είναι οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του Σολωμού, είναι η σύνδεση της υπαρξιακής ελευθερίας με τη φυσική ομορφιά. Η πρόσκληση της φύσης μέσα από αυτήν να δούμε και να αισθανθούμε την ανθρώπινη ελευθερία. Εξάλλου η βιωματική σχέση του λογοτέχνη με το τοπίο είναι πολύ σημαντική και μας έχει δείξει διαχρονικά ότι η χρήση της γλώσσας ακριβώς οδηγεί στην συγκινησιακή μέθεξη του ανθρώπου και τον φέρνει σε επαφή ακριβώς με τη φύση. Το τρίτο κίνητρο που τον παρεκίνησε να γράψει το βιβλίο μας το λέει ο ίδιος ο Δήμος. Ήταν η προσπάθειά του να νικήσει τη φθορά του χρόνου, ένας μη συμφεροντολογικός ιδιοτελής σκοπός. Μία ιδιοτέλεια που μας διακρίνει όλους. Δυστυχώς λίγοι τα καταφέρνουν να ξεπεράσουν την εφήμερη ζωή και να δικαιωθούν στο επέκεινα μέσα από τα έργα τους. Είναι οι μεγάλοι λογοτέχνες, οι μεγάλοι πολιτικοί. Αυτός ο στόχος του Δήμου είναι ευδιάκριτος στο έργο του και κυρίως μέσα από αυτόν η προσπάθειά του να εμφανίσει και να διαιωνίσει τους συντοπίτες του, τους ανθρώπους που έζησε μαζί τους. Να μην τους παρασύρει ο χρόνος στο διάβα του και εξαφανιστούν, να μην τους παρασύρει η στάχτη της ανυπαρξίας, αλλά να μείνουν και μαζί του να μπορέσουν να σταθούν αγκωνάρι, όσο χρονικό διάστημα αντέχουν και τα έργα του. Η θρησκεία για το Δήμο, το θρησκευτικό συναίσθημα, δεν είναι μία απομονωμένη αντιμετώπιση του Θεού, δεν είναι μία αποκομμένη αντιμετώπιση, αποκομμένη από την γήινη ύπαρξη. Αλλά είναι ο ιμάντας που τον συνδέει με τον συνάνθρωπό του, με την κοινωνία του χωριού του, με τη φύση και τις ομορφιές της, με τον ίδιο το Θεό. Μέσα από το θρησκευτικό συναίσθημα, μέσα από την ομορφιά της φύσης, πλέκει και τα ιστορικά στοιχεία και εμφανίζει μία κοινωνία, που ίσως φεύγει τώρα την χάσαμε εμείς εδώ στην πόλη τουλάχιστον, μία κοινωνία η οποία δένεται μέσα από τις παραδόσεις αυτής της θρησκευτικής, της ιστορικής, της κοινωνικής ενότητας. Ενδεικτικά θα αναφέρω ότι ξεκινώντας από την περιγραφή της φάτνης της Βηθλεέμ, μπαίνει σε φιλοσοφικούς στοχασμούς και λέει ότι η φάτνη συμβολίζει κάτι. Είναι το μεταίχμιο από την υπανάπτυξη του ανθρώπου στην ανάπτυξή του. Είναι ο φάρος που φέρνει το φως και την ελπίδα για ηθική ανάπλαση, για εγκαθίδρυση δικαιοσύνης πάνω στην κοινωνία με τον ερχομό του Χριστού. Εκεί που ξεπερνάει τον εαυτό του, ας μου επιτραπεί η έκφραση, είναι η περιγραφή που κάνει στα εξοχικά ερημοκλήσια του Αϊ Τρύφωνα, στις πλαγιές του Χελμού, όπου πίσω από τα ξωκλήσια, πίσω από τα ρυτιδωμένα πρόσωπα των ιερέων του χωριού του, ψηλαφεί το ίδιο το πρόσωπο του Θεού. Μέσα σε κάθε αγριολούλουδο, σε κάθε ταπεινό θάμνο που στολίζει την περιφέρεια του χωριού του, ανακαλύπτει το ίδιο το χέρι του Θεού. Εκτός από τα θρησκευτικά και τα τοπικά τον απασχολούν και τα ιστορικά στοιχεία. Μέσα στο βιβλίο του υπάρχει ένα πανόραμα μιάς ιστορικής διαδρομής της χώρας μας από την άλωση της Πόλης μέχρι και σήμερα. Με πολύ επιτυχία και δραματικούς τόνους μας περιγράφει τι γινόταν πριν από την άλωση της Πόλης. Μας περιγράφει τι έγινε μετά. Μας περιγράφει την περίοδο της Βαυαροκρατίας και από εκεί τη διαχρονική περιπέτεια της χώρας μας μέσα από τις καταστροφικές δανειακές συμβάσεις, μέχρι τη σημερινή οικονομική κρίση και τις αιτίες της. Θέλω να σας διαβάσω μόνο ένα κομμάτι από το βιβλίο, που αναφέρεται στο δάνειο του 1821, γράφει : την άνοιξη του ’21 υποθηκεύτηκαν στο βωμό των δανειστών μας τα εξής, δύο δάνεια του 1823 800.000 λίρες και του 1825 2 εκατομμύρια λίρες. Αυτά είναι που υποκίνησαν και τον εμφύλιο πόλεμο και έριξαν σε κίνδυνο την έκβαση της επανάστασης. Προσέξτε, από το πρώτο δάνειο των 800.000 λιρών, πήραν 287.700 λίρες, δηλαδή πήραν ούτε το 1/3 και από το δεύτερο δάνειο των 2 εκατομμυρίων 816.000 λίρες. Η διαφορά κρατήθηκε από τους Άγγλους δανειστές για προκαταβολές τόκων, έξοδα, προμήθειες και μεσιτείες διαφόρων επιτηδείων. Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Δεν ψηλαφεί τις σύγχρονες πληγές; Αναφέρει έναν Ραίχεμπαχ που ήρθε μαζί με τον Οθωνα και ο οποίος ασχολήθηκε με τα οικονομικά της χώρας μας. Και κάνει μία επιτυχημένη ιστορική σύγκριση αναφερόμενος στον σημερινό, στον πρόσφατο, Ράιχεμπαχ ο οποίος ήταν απεσταλμένος των δανειστών μας που θέλησε να ρυθμίσει αυτά τα πράγματα.
Κάνει και κοινωνική κριτική, έχει ένα οξύτατο βλέμμα. Θέλω να σας πω ότι η παρουσίαση είναι με λογοτεχνικό τρόπο δοσμένη, με καλλιέπεια, έτσι που να κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αλλά, εκτός από τα θρησκευτικά, τα φυσιολατρικά, τα ιστορικά θέματα, που έχουν το κύριο βάρος της προσπάθειάς του, κάνει και μία κοινωνική κριτική για το σύγχρονο Έλληνα. Μιλάει για την κατάσταση της χώρας μας, στην οποία αυτή περιήλθε όχι χωρίς δική μας ευθύνη και την άρνησή μας να αποδεχτούμε μέρος έστω αυτής της ευθύνης. Τόσο που έχει αναχθεί σε μόνιμη μέθοδο των Ελλήνων να φορτώνουμε τις ευθύνες για όλα τα κακοπαθήματά μας στον ξένο παράγοντα, στον ξένο δάκτυλο ή στις ξενικές εξαρτήσεις. Στάθηκε ακόμα ένα βασικότατο άλλοθι για να αποσείουμε τις δικές μας ευθύνες και ενοχές. Μία από τις βαρύτερες είναι συνήθως η προθυμία πολλών πολιτικών μας να προσφέρουν τη χώρα μας σαν σφάγιο και οι ίδιοι σαν συνεκδοροσφαγείς. Και συνεχίζει, θα επιμείνω εδώ γιατί ακριβώς η αιτία της κακοδαιμονίας βρίσκεται μέσα μας. Ας μην γελιόμαστε. Φταίνε οι ξένοι; Φταίνε οι ξένοι. Εμείς τι κάνουμε; Και λέω, λέγαμε ότι για την θρονοκρατία του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα ευθύνονται οι ξενόφερτοι μονάρχες, όχι ασφαλώς οι πολιτικοί μας, αυτοί που έγιναν εργαλεία τους με το αζημίωτο, για την κομματοκρατία και ρουσφετοζητιανιά ευθύνονται μόνο οι πολιτικοί και οι κομματοπαράγοντες, όχι και η ψηφοπελατεία που ρουσφετολογεί και παζαρεύει ψήφους με μανία και ακαταπόνητα για την παράλυση και ασύστολη παραλυσία της δημόσιας διοίκησης ευθύνεται μόνο το κράτος. Ακόμα ευθύνονται οι νόμοι, οι κυβερνήσεις, όχι ασφαλώς και οι υπάλληλοι όσοι σκοπεύουν να εμπλακούν ευσχήμως στα γρανάζια της κρατικής μηχανής προς ίδιον όφελος. Πικρή ειρωνεία και καυστικό σχόλιο για τη σημερινή κοινωνία μας. Ας μου επιτραπεί να πω κάτι, να ξεφύγουμε λίγο, μου έχει εντυπωθεί μία γελοιογραφία του Δημήτρη Μητρόπουλου. Είναι τρεις Έλληνες και συζητούν και δύο ακούνε, και λέει ο ένας στην ομήγυρη των τριών: Καλά, λέγανε ότι για τη μικρασιατική καταστροφή φταίγανε οι Γάλλοι, για τον εμφύλιο φταίγανε οι Άγγλοι, για τη χούντα φταίγανε οι Αμερικάνοι, για την κρίση φταίγανε οι Γερμανοί, εμείς δεν φταίγαμε σε τίποτα; Ο ένας που ήταν ωτακουστής από την άλλη παρέα πετάγεται και λέει κοίτα, βρίζει τους Έλληνες! Να μην θίξουμε καθόλου τις δικές μας ευθύνες. Είναι το εύκολο να μεταφέρουμε τα βάρη των δικών μας ευθυνών στους άλλους.
Ο Δήμος δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτά τα θέματα, προχωρεί και η έγνοια του είναι μεγάλη για τα τοπικά ζητήματα που καίνε τον τόπο. Τρεις, αν δεν κάνω λάθος, τρεις φορές αναφέρεται στον αμιαντοσωλήνα από τον οποίο υδρεύεται το χωριό. Και φωνάζει και κραυγάζει ότι κάτι πρέπει να γίνει για να ξεφύγουν οι άνθρωποι από αυτή την εξάρτηση από ένα νοσογόνο τρόπο να έχουν την ύδρευσή τους.
Αναφέρεται σε ανθρώπους που έχασε, σε φίλους του αγαπημένους με τους οποίους έζησε αξέχαστες στιγμές και στους οποίους αφιερώνει σαν μνημόσυνο ορισμένα λόγια, προκειμένου να μείνουν και να τον συντροφεύουν και να συντροφεύουν και εμάς σε όλη τη διαδρομή της ύπαρξής μας.
Θέλω να κλείσω εδώ και να επισημάνω ότι η φιλοπατρία είναι συνδεδεμένη με την αγάπη του τόπου και η αγάπη του τόπου δίνει ένα αντάλλαγμα υπαρξιακής δόμησης και υπαρξιακής αγκύρωσης. Μας λέει για το χωριό του τον Πλάτανο : εδώ όλα ευαγγελίζονται και γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Βρίσκεις γαλήνη σαν τα ακροβότσαλα σε ακύμαντους όρμους και σε γαλήνιους κολπίσκους. Ο,τι βλέπεις σε εμπνέει σαν να ξέρεις το βιογραφικό του που σε άγγιξε βιωματικά. Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, είναι κομμάτι της ψυχής του, δεν είναι ξένα. Το δένδρο, το λουλούδι, το εξωκκλήσι είναι κομμάτια από την δική του ύπαρξη, είναι κομμάτια από τη δική του υπόσταση. Εδώ, λέει, διαπιστώνεις την αντίληψη για λίγες ώρες που θα παραμείνεις ότι ξεφορτώνεσαι το άγχος, αυτή την περίεργη αίσθηση που υπάρχει στο διηνεκές του χρόνου και ταλανίζει τον άνθρωπο. Και καταλήγει : όφειλα να γράψω αυτά αντί ύμνου και επαίνου και κυρίως από ξεχείλισμα ευγνωμοσύνης για τον Πλάτανο Αιγιαλείας που όταν προφέρω το όνομά του με περιλούζει μία σχηματότητα αιώνιας και αδιατάρακτης αγάπης.
Ο Δήμος τελειώνοντας το βιβλίο του μας αφήνει μία παρακαταθήκη που είναι το καταστάλαγμα της δικής του εμπειρίας, όπως το ένιωσε όταν τελείωσε το βιβλίο. Λέει, λοιπόν, τα Χαιρετήματα από τον τόπο μας, το συγκεκριμένο βιβλίο, έχουν μία συγκινησιακότητα απτή και έναν απαντητικό λόγο στην νοσταλγία μας. Μιλάει με το παρελθόν του, μιλάει με το παρόν του, μιλάει για όλη του τη ζωή, μιλάει με την ίδια του την ύπαρξη. Αλήθεια, χαίρομαι σαν οι γαλήνιες θάλασσες στις ανταύγειες του θελκτικού ηλιοβασιλέματος με την πολυχρωμία του. Εικόνα που άντλησε απευθείας από τον Πλάτανο και από το ατένισμα του Κορινθιακού και της απέναντι πλευράς της Ρούμελης. Αλήθεια, χαίρομαι σαν το πηγαίο επίθετο στην αυτόκλησή του να στολίσει έναν ρομαντικό στίχο. Εδώ δείχνει την λογοτεχνική του υπόσταση η οποία είναι συνδεδεμένη με τη φυσική ομορφιά. Και τέλος, το φιλοσοφικό επιστέγασμα όλης αυτής της προσπάθειάς του : Αλήθεια, χαίρομαι σαν οι σειρήνες όταν περιχαρείς διαλαλούν λήξη πολέμου οριστικά και για πάντα. Η λήξη αυτών των εφιαλτικών στιγμών του πολέμου που έζησε ο Δήμος και αυτών των εφιαλτικών στιγμών του μη πολέμου που ζει η Ελλάδα σήμερα κάτω από το βάρος της κρίσης.
Ευχαριστώ!
Γιώργος Αμπατζής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου